ΑΝΤΙΚΛΕΙΔΙ ΘΑΝΑΤΟΥ

Το κεφάλι έγειρε
διπλώθηκε δεξιά
και κοιμήθηκε
τα όνειρα πριόνι και φυσαρμόνικα.

ΚΑΤΑΓΜΑ

Ο δρόμος μου γυάλινο δάπεδο
ούτε ενα δάκρυ.
Χρυσές πεταλούδες σπαρταρούσαν μέσα στο γυαλί
κυππαρίσια γέρναν από ύπαρξη
το δάπεδο άνοιγε και με ρουφούσε
Στον αυχένα του βουνού πρυσμένο το φεγγάρι.
Δεν γνώριζα ούτε ζωντανό ούτε νεκρό
φοβήθηκα.

ΕΛΚΟΣ

Παγώνεις ολόκληρος απο τη μνήμη θανάτου
κρυσταλώνεις ολόκληρος
απο τη μνήμη των ζωντανών.
Καταπίνεις με δάκρυα το μαύρο σύννεφο.
Ζείς σαν πούλι τρομαγμένο
μέσα στην βοκαμβίλια.
Τραγουδάς δεν ακούνε.

ΚΑΤΑΓΩΓΗ

Κατάδεσμος ο νάρθηκας μου
συντριβάνι το αίμα σαν καταιγίδα.
Άσπρα χρυσάνθεμα με συντρίβουν
Μπλέ υγρά στο σκοτάδι.
Μπαμπάκι στο στόμα αποκρύπτει τα ρήματα
κάθοδος απο χέρια αλλότρια.
Σαν τα δάκτυλα του Ντόριαν Γκρέη
να κρέμονται απο τα νεύρα
βοή και βία στον ξένο.
Σαν νάχω πάει στη λίμνη με τους κύκνους
σαν νάχουνε τα οστά μου κίτρινο οξύ
σαν να τάισα τους κύκνους
πρόωρα αυγή
Τι ώρα βραδιάζει πατέρα ;