Ανέπαφα

Στην εποχή των ανέπαφων επαφών
ένας ιός καραδοκεί να επισπεύσει
ότι δεν μπόρεσε ο χρόνος να σμιλέψει
όσο εσύ ακούς ειδήσεις.
Στην εποχή των ανέπαφων επιθυμιών
ένα μήνυμα σου στέλνω γραπτό
στη μέρα μου ένα νόημα να δώσω
πως τάχα εκεί έξω κάποιος με λαμβάνει.
Στην εποχή των ανέπαφων αλλαγών
μες στη σιωπή του δρόμου
ένα παιδί φωνάζει
και λέω, ξημέρωσε ο Θεός μια ακόμη μέρα.
Στην εποχή των ανέπαφων ορμών,
ρέει η νιότη μου μέσα σε δέντρα πια καμένα,
βγαίνω στο δάσος μα το δρόμο έχω χάσει
κι απελπισμένα αγκαλιάζω ένα κλαδί.
Στην εποχή των ανέπαφων εαυτών
εσύ κι εγώ αντιμέτωποι με ένα σαλόνι
ονειρευόμαστε ένα μέλλον χωριστά
αφού ο ένας τον άλλον δεν αντέχει.
Στην εποχή των ανέπαφων Θεών,
σ’ ένα δυσοίωνο μέλλον με ευλάβεια
επιμένω να ελπίζω,
αφού κάποιος τα Θεία οφείλει να υπερασπίζει.
Έτσι ανέπαφα περνάει ο χρόνος
και η ζωή μας, ανέπαφη κι αυτή.

Η νύμφη

Νυμφεύεται ο δούλος του εαυτού του Οδυσσέας,
την δούλη του, Πηνελόπη
εις το όνομα της βολικής ζωής και του καθωσπρέπει
και οι συγγενείς του, τη νύφη με απορία την θωρούν
που δεν εννόησε με ποιόν πήγε να σμίξει.
Νυμφεύεται η δούλη του Θεού Πηνελόπη,
τον δούλο του Θεού Οδυσσέα,
εις το όνομα ενός μεγάλου παιδικού ονείρου
κι έλαμψαν οι εικόνες των Αγίων από το γέλιο της
το ρύζι ντράπηκε την κατάλευκη ψυχή της.
Μυστήριο κι αυτός ο γάμος,
το χάσμα εαυτών ποια στέφανα να ενώσουν;
Η νύφη τον γαμπρό θωρεί με την καρδιά στο χέρι
κι εκείνος ονειρεύεται ταξίδια μακρινά.
Χαίρε νύμφη, είθε να γίνεις πεταλούδα
και απ’το κουκούλι αυτό κάποτε να βγεις.

Χριστούγεννα

Μυροφόρα η μνήμη, καρπερά τα κλαδιά της
με λαμπιόνια και γιρλάντες
στολισμένες οι στιγμές.
Σαν τη φάτνη στο βάθος, μέσα στο κρύο της ζωής
αγαπημένες μορφές μητρός και πατρός
και σε μια κούνια η υποφαινόμενη φασκιωμένη.
Όνειρο το αστέρι στην κορυφή των κλαδιών
το δρόμο του βρέφους οδηγεί
σε κάθε αναπνοή ,σε κάθε πόνο,
με γιρλάντες και λαμπιόνια
στολισμένες οι στιγμές για να ξεχνάει
πως κάποτε αντί γι’ αστέρι
έναν Σταυρό μονάχα θα υποστεί.