ΑΛΦΡΕΝΤ ΛΙΧΤΕΝΣΤΑΪΝ (1889-1914)

1. ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΝΗ ΔΡΟΣΙΑ

Γαλάζια μέδουσα ο ουρανός, κι όπου κι αν είδα
λιβάδια γύρω, λόφοι μεγάλοι στη σειρά.
Ειρήνη επί γης- κι όμως: μια ποντικοπαγίδα,
να ξέφευγα από σένα πιά, να ‘χα φτερά.

Κάποιοι παίζουνε ζάρια. Άλλοι μεθάνε. Καθένας τη μασέλα
ανοιγοκλείνει. Τις νέες εξελίξεις συζητάνε.
Της Κυριακής ψητό ο κόσμος, μεσ’ στην πιατέλα
στη γλυκερή σάλτσα του ήλιου κολυμπάνε.

Να φύσαγε ένας άνεμος……βοριάς,
σαν μ’ άγρια νύχια της Γης την ηρεμία να ξεσκίσει!
Αυτό θα μ’ άρεσε! Μιά καταιγίδα να ‘ρχότανε μεμιάς
απ’ άκρη σ’ άκρη τον καλό, γαλάζιο, αιώνιο θόλο πιά να σβήσει.

2. ΣΟΥΡΟΥΠΟ

Σε μία στέρνα παίζει ένας μικρός, καλοθρεμμένος.
Στου δέντρου τα κλαδιά έχει πιαστεί το αγέρι.
Ο ουρανός δείχνει χλωμός, ξεθωριασμένος:
Κλόουν, που να βαφτεί δεν ξέρει.

Δύο σακάτηδες σκυφτοί με τις μακριές τους πατερίτσες,
μιλώντας ανεβαίνουν το δρομάκι.
Ίσως ένας ξανθός ποιητής σύντομ’ αρχίσει τις τρελίτσες.
Σκοντάφτει, σε μιά κυρία επάνω, έν’ αλογάκι.

Κολλάει ένας κύριος στρουμπουλός σε μιά βιτρίνα.
Σ’ ένα μπορντέλλο κάτι νεαροί λένε να πάνε.
Φοράει τις μπότες της μια γκρίζα κολομπίνα.
Κραυγάζει ένα καρότσι και κάτι σκυλιά το βλαστημάνε.

3. ΟΜΙΧΛΗ

Αργά μιά ομίχλη έφερε στη Γη καταστροφές.
Άϋλα δέντρα διαλύονται στον καπνό.
Σκιές αιωρούνται, όπου ακούς κραυγές.
Λαμπαδιασμένα κτήνη χάνονται μέσ’ στον αχνό.

Σαν το μυγάκι τρεμοπαίζει το φανάρι,
που ‘ναι πιασμένο και πασχίζει να γλιτώσει
κι από μιά άκρη ελλοχεύει το φεγγάρι,
φαρμακερή αράχνη, στη σκιά που ΄χει ζαρώσει.

Κι εμείς που θάνατο μονάχα καρτεράμε,
το έρημο μεγαλείο αυτό τραγανίζουμε ηχηρά.
Με τ’ άχρωμα μάτια του ελέους βουβά τρυπάμε
-κεντριά θαρρείς – τη μαύρη νύχτα σιωπηρά.

4. Η ΕΚΔΡΟΜΗ

Άκου, δεν αντέχω άλλο τα στενά δωμάτια
και τους σκονισμένους δρόμους,
τον αρρωστημένο ήλιο των σπιτιών,
τη δυσάρεστη βαρυθυμιά απ’ τα βιβλία
που ‘ναι πιά χιλιοδιαβασμένα.

Έλα, πρέπει ν’ αφήσουμε πίσω μας για τα καλά την πόλη.
Να ξαπλώσουμε απαλά σ’ένα λιβάδι.
Ενάντια στον παράλογα αδρό, στον θανατηφόρα μπλέ
άδειο ουρανό να σηκώσουμε απειλητικά μα κι αβοήθητα
τ’ άσαρκα, θαμπά μας μάτια
τα απηυδισμένα, θρηνητικά μας χέρια.

5. ΣΦΑΓΗ ΣΤΟ SAARBURG

Το χώμα μουχλιάζει στην ομίχλη.
Πέφτει το βραδυ, μολύβι βαρύ.
Ξηλώνει ολόγυρα, τα πάντα στα δυό
υπόκωφα, μιά ηλεκτρική τριβή.

Σαν καπνισμένα παλιοκούρελα
τα χωριά, έχουν στον ορίζοντα στηθεί.
Κι εγώ πρηνής μέσ’ στο κροτάλισμα των όπλων
κι απ’ το Θεό έχω εγκαταλειφθεί.

Σμάρι μεταλλικά πουλιά να στροβιλίζουν
απειλώντας μου την καρδιά και το μυαλό.
Βυθίζομαι απότομα στο Γκρίζο
και προχωράω σταθερά στον Σκοτωμό.

6. ΠΕΡΙΠΑΤΟΣ

Οι δρόμοι κουράστηκαν. Στενή πριν λίγη ώρα η γη, τώρα πλατειάζει. Το βράδυ
πέφτει με το φως του φεγγαριού και το μετάξινο σκοτάδι.

Ασημένια φτερά, τα μάτια διάπλατα ανοίγω. Άνεμοι οπίου
ταξιδεύουν σε κάθε άκρη του τοπίου.

Το σώμα νιώθω σα να είναι η ίδια η γη μας όλη.
Μύρια φανάρια πεταρίζουν- απόψε λάμπει η πόλη.

Ευλαβικά ανάβει ο ουρανός τα φωτεινά του τα κεριά.
Η ανθρώπινη μου όψη πλανιέται τεράστια, πάνω από κάθε γωνιά.

7. Η ΠΟΛΗ

‘Ασπρο πουλί ο μεγάλος ουρανός. Και κάποια
πόλη βλέπει σκυφτή σκληρά πώς την πατά.
Τα σπίτια μισοπεθαμένες, γέρικες μορφές.

Μιά άμαξα γκρινιάρικα κοιτάει κοκκαλιάρα, σάπια.
Οι άνεμοι, άρρωστα, ανήμπορα σκυλιά
τρέχουν ξεσκίζοντας τις σάρκες στις στροφές.

Ένας τρελός φωνάζει κάπου στα δρομάκια:
πού, επιτέλους, να σε βρω αγαπημένη;
Γελάει γύρω του ειρωνικά ο κάθε διαβατάρης

Τυφλόμυγα παίζουνε τρία μικρά ανθρωπάκια.
Σε όλα επάνω απλώνει γκρίζα τη σκονισμένη
παλάμη του τ’ απόγευμα: ενας θεός αδύναμος, κλαψιάρης.

ΓΙΑΚΟΜΠ ΒΑΝ ΧΟΝΤΙΣ (1887-1942)

1. ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ

Πετάνε τα καπέλα απ’ τα μυτερά κεφάλια των αστών
Παντου οι ανέμοι μια κραυγή, η ίδια.
Πέφτουν, συντρίβονται στα δυό απ’ τις σκεπές τα κεραμίδια
Και η παλίρροια, λένε, σκεπάζει τα μήκη των ακτων.

Η καταιγίδα έφτασε, τα φράγματα χτυπούν
Οι άγριες θάλασσες, μαστίζουν τη γη μας ολοένα.
Από συνάχι οι πιο πολλοί νοσούν.
Από τις γέφυρες πέφτουνε πιά τα τρένα.

2. Η ΠΟΛΗ

Είδα το φεγγάρι και του αγριωπού
Αιγαίου πελάγους τ’ ολόλαμπρο θάμβος.
Τα μονοπάτια μου παλεύουν με τη Νύχτα.

Τη συννεφιά φωτίζουν όμως εφτά πυρσοί,
για κάθε νίκη έτοιμοι, που μου ‘ναι συνοδοί.

“Στο τίποτα να υπέκυπτα, των πόλεων να με βασανίσει,
των απέραντων, ο άνεμος ο κακός;
Στη ζήση αφού πιά τσάκισα την έρημη την μέρα!”

Χαμένες διαδρομές! Έχει περάσει πιά ο καιρός
που οι νίκες σας έχουν κιόλας τρεμοσβήσει.
Βιολιά ηχούν μάταια τη θλίψη μου και η στριγγή φλογέρα.

ΓΚΕΟΡΓΚ ΧΑΪΜ (1887-1912)

1. UMBRA VITAE

Στους δρόμους γέρνουν οι άνθρωποι μπροστά
τα τρομερά σημάδια τ’ ουρανού ακολουθάνε,
εκεί που οι κομήτες πάνω απ’ τα οδοντωτά
κάστρα, με τα πύρινα ράμφη τους γλυστράνε.

Πληθαίνουν στις σκεπές παντού οι οιωνοσκόποι,
που περισκόπια μακριά στον ουρανό καρφώνουν
και μάγοι που τ’αστέρι επικαλούνται,
από το χώμα σκοτεινά, παράξενα φυτρώνουν.

Ψάχνοντας τη χαμένη τους, μάταια, να βρούνε ζήση,
σ’ ορδές οι αυτόχειρες τραβούν σ΄ατέλειωτα νυχτέρια,
σκυφτοί απ’ το Νότο ως το Βορρά, σ’ Ανατολή και Δύση
τον κουρνιαχτό σαρώνοντας μ’ αυτές τις σκούπες-χέρια.

Κι όπως η σκόνη και αυτοί, λίγο κρατάνε ακόμα.
Αφήνουν πίσω, όπως παν’, στο δρόμο τα μαλλιά τους.
Πηδούν στο θάνατο με βιά, κι εκεί στο χώμα
κείτονται μαζί μ’ άλλους μελλοθανάτους,

Μ’ αργοσαλεύουν που και που. Γύρω μι’ αγέλη,
ζώα του αγρού στέκουν μ’ απάθεια
καθώς τα σπλάχνα τους με κέρατα τρυπούν. Κι είναι τα μέλη
τους διάσπαρτα στα βάτια και στ’ αγκάθια.

Λιμνάζουνε οι θάλασσες. Γατζώνονται
απ’ τα κύματα τα πλοία σαπισμένα,
σκόρπια, χωρίς ρεύμα αγκιστρώνονται.
Του ουρανού τα δώματα κλεισμένα.

Τα δέντρα πάψαν ν’ ακολουθούν τις εποχές,
μένουν νεκρά, αιώνια στα στερνά τους,
στις μαραμένες πάνω απλώνοντας βραγιές
ξύλινα, μακριά τα δάχτυλα-κλαριά τους.

Κάποιος πεθαίνει, σηκώνεται, πάει να στηριχτεί
πριν λίγο μόλις τα λόγια του σιγήσαν.
Πού είναι η ζωή του; Πάει, σε μιά στιγμή.
Σαν το γυαλί τα μάτια του ραγήσαν.

Οι σκιές πολλές. Κρυφτές στην καταχνιά.
Κι όνειρα, βουβά τις πόρτες που ταράζουν..
Κι όποιοι ξυπνούν, παλεύουν του πρωινού την αντηλιά,
τον ύπνο το βαρύ απ’τα γκρίζα βλέφαρα τινάζουν.

(μετάφραση Κώστας Μαντζάκος)

————————————————————————————————————–

Η ποιητική ανθολογία “Το λυκόφως της ανθρωπότητας” κυκλοφόρησε στη Γερμανία στις αρχές του 1920, περιλαμβανοντας επιλογές από 23 ποιητές. Οι περισσότεροι κινούνται στο κλίμα του πρώιμου εξπρεσσιονισμού και συνοψίζουν την προηγούμενη δεκαετία με ποιήματα-κραυγές, που προϊδέαζαν για την επερχόμενη παγκόσμια σύρραξη αλλά και προσδοκούσαν με μυστικιστική ελπίδα την πνευματικη ανανέωση του ανθρώπου.
Εικόνες αστικής παρακμής και Αποκάλυψης δίνουν την ευκαιρία στους νεόκοπους μοντερνιστές να χαλαρώσουν τη φόρμα με την παρεμβολή μιας ομοιοκαταληξίας συχνά παράταιρης και απαξιωτικής, που σε μας τουλάχιστον θα θύμιζε τον Καρυωτάκη και την ποίηση του ’20. Οι πρώιμοι εξπρεσιονιστες αποτελούν μία χαρακτηριστικά χαμένη γενιά – το ενα τρίτο, σχεδόν, των ποιητών που ανθολογήθηκαν είχαν ήδη χάσει τη ζωή τους σε νεαρή ηλικία.
O Γκέοργκ Χάϊμ (1887-1912) ήταν απ’ τους πρώτους που καλλιέργησε συστηματικά το γκροτέσκο, με συνθέσεις πιο μεγαλόπνοες από τον μέσο όρο των συνοδοιπόρων του- όχι τυχαία, η γερμανική κριτική θεώρησε μεγάλη απώλεια τον θάνατό του στην ηλικία των 25, προσπαθώντας να σώσει ένα φίλο του στον παγωμένο ποταμό Χάβελ, όπου είχαν πάει για πατινάζ.
Ο Γιάκομπ βαν Χόντις (1887-1942) εμπλούτισε την εσχατολογική θεματική των εξπρεσιονιστών με την παρατακτική τεχνική του, αναγγέλοντας κωμικοτραγικά το θάνατο του αστικού πολιτισμού. Η ποιητική του παραγωγή ουσιαστικά στέρεψε μετά τον πόλεμο, καθώς βρέθηκε έγκλειστος σε μια σειρά φρενοκομείων, μέχρι το θάνατο του σε κάποιο, άγνωστο, στρατόπεδο συγκεντρώσεως το 1942.
Πατώντας στα χνάρια του, ο Άλφρεντ Λιχτενστάϊν (1889-1914), επίσης εβραϊκής καταγωγής, προσγειώνει τον λυρισμό και ξεδιπλώνει μία στόφα σατιρικού που διαδοχικά επιζητά αλλά και εξευτελίζει το μεταφυσικό. Εδώ οι απρόσμενες ρίμες και οι απαξιωτικές μεταφορές φαίνονται να είναι σχεδόν πηγή έμπνευσης και στόχος της ποιητικής του. Παρεξηγημένος απ’ την πλειοψηφία της κριτικής, ήταν απ’ τους πρώτους που βρήκαν το θάνατο στο μέτωπο το 1914.