Η τέταρτη ποιητική συλλογή του Κώστα Λιννού, που φέρει τον ίδιο ακριβώς τίτλο με τις προηγούμενες τρεις, συμπληρωμένο με την ξεχωριστή αρίθμηση, Δ΄, συνιστά μία ευκρινέστερη και βαθύτερη χάραξη του δρόμου που άνοιξε ο ποιητής με το πρώτο του βιβλίο, το 2004. Η διατήρηση, άλλωστε, της ίδιας λέξης του τίτλου, Μετασχηματισμοί,αποκαλύπτει αυτήν ακριβώς την οπτική του ποιητή για την τέχνη του, την οποία αντιμετωπίζει ως ένα σώμα εν εξελίξει, ως μια διαρκή μεταμόρφωση της ποιητικής σκέψης και έκφρασης.

Η συλλογή περιλαμβάνει ποιήματα γραμμένα σε μία ποικιλία μορφών που κυμαίνεται και περιλαμβάνει το δεκαεπτασύλλαβο χαϊκού, το επίγραμμα, σχεδιάσματα, θραύσματα στίχων, αλλά και πεζά ποιητικά κείμενα. Η ποικιλία αυτή διαμορφώνει ένα τοπίο πολυσύνθετο όπου η μορφή δεν έχει αποκρυσταλλωθεί αλλά, αντίθετα, δοκιμάζεται και δοκιμάζει διάφορα σχήματα και εκδοχές. Μέσα από αυτή τη διαφοροποίηση,όμως, δοκιμάζεται και ο ίδιος ο αναγνώστης που καλείται να συλλάβει και να συνειδητοποιήσει, στην πράξη, τη λειτουργία και τη στόχευση αυτού του μετασχηματισμού, αυτής της μεταπήδησης από τη μία μορφή στην άλλη, που δεν είναι άλλη από την ακατάπαυστη ροή, από τη συνεχή εναλλαγή που κυριαρχεί στη ζωή και την τέχνη.

Βασικό χαρακτηριστικό της ποιητικής γραφής του Λιννού είναι η παραδοξότητα των λεκτικών συνδυασμών και το ανοίκειο των συζεύξεων που πραγματοποιεί ακόμα και μέσα στον ίδιο στίχο. Η πρακτική αυτή, που φέρνει την ποίησή του κοντά στον υπερρεαλισμό, δεν λειτουργεί υπονομευτικά του νοήματος, αλλά αντίθετα το αναδεικνύει και το υπογραμμίζει με έναν ιδιαίτερα εμφατικό τρόπο. Μέσα στο πλαίσιο αυτό ο ποιητής φαίνεται πως θέλει να φέρει στο προσκήνιο τις λέξεις με την καίρια και καταλυτική επενέργεια που αυτές έχουν στην ποιητική συνείδηση. Η φύση είναι φτιαγμένη από λέξεις·/ Κι είδα τότε αμέτρητες σκάλες ν’ ανηφορίζουν/ Προς τον ίδιο φάρο που ανηφόριζα κι εγώ. («Μεταμόρφωση») Η λέξη δεν είναι απλώς και μόνο ο φορέας του νοήματος και η ηχητική του αποτύπωση. Είναι κάτι πολύ περισσότερο. Είναι η ουσία της σκέψης και της έκφρασης, είναι η εξεικόνιση της Ιδέας, είναι ακόμα η αποτύπωση της στιγμής ή μίας εικόνας που, αν και ακαριαία, συλλαμβάνεται και μετουσιώνεται σε ποίηση.

Σε αυτό ακριβώς το σημείο εντοπίζεται και η δεξιοτεχνία του ποιητή, αλλά και η σημασία της ποιητικής του συνεισφοράς. Γιατί ο Λιννός δεν εκκινεί όπως παραδοσιακά συμβαίνει από τις εικόνες, τις σκέψεις, τις ιδέες ή τα συναισθήματα για να καταλήξει στην λεκτική – ποιητική τους μορφοποίηση. Εκκινεί, αντίθετα, από τις λέξειςστις οποίες βλέπει την πρωταρχή της δημιουργίας, το αντίστοιχο που αποτελεί για τον ανθρώπινο οργανισμό, το αίμα. Πάνω σε αυτή τη βάση τεχνουργεί τα ποιήματά του. Αναζητώντας την πρώτη αρχή, επιστρέφοντας στη μήτρα της δημιουργίας του κόσμου διαμορφώνει ποιητικές εικόνες που ξεχωρίζουν για τη λάμψη της αλήθειας τους, εικόνες απείραχτες και καθαρές. Μια μουσική έφτιαξε τα βουνά και στάθηκε/ Ακίνητη, και τα βράχια προς το μέρος της ήρθαν·/ Τα πότισε ουρανό απ’ το υστέρημά της/ Φερμένο από παράθυρα έρημου μοναστηριού.// Μια μουσική σαν παιδί που τρέχει να σ’ αγκαλιάσει/ Σαν ηλιοκαμένη φωνή πάνω απ’ τις στέγες/ Σαν νερό χαρισμένο απ’ τα δέντρα·/ Μια μουσική έφτιαξε τα βουνά και φανερώθηκε. («Μικρά απομνημονεύματα»)

Ένα δεύτερο στοιχείο που χαρακτηρίζει την ποίηση του Λιννού είναι η πυκνότητα, η οποία προκύπτει από την περίπλοκα υφασμένη γραφή του η οποία, όμως, δεν απλοποιεί τα νοήματα αλλά, αντίθετα λειτουργεί υπέρ της ανάδειξης μίας πολυσημίας που επιτείνεται ακόμα περισσότερο από το ανολοκλήρωτο, κάποιες φορές, των στίχων, από μία εκκρεμότητα δηλαδή στην οποία καλείται να δώσει λύση και διέξοδο ο αναγνώστης. Ένας άνθρωπος που φτιάχνει ράγες στο ουράνιο τόξο/ Η σιωπή ενός σταφυλιού όταν φεύγει ο ήλιος/ Η βροχή που εξομολογείται στ’ απομεινάρι μιας ρίζας/ Η υπόσχεση που χάθηκε σαν φτηνό δαχτυλίδι στο χιόνι. («Ό, τι φυλάχτηκε») Αυτό ακριβώς το «άνοιγμα», ως απόρροια του ανολοκλήρωτου, είναι που παρέχει στον αναγνώστη τη μέγιστη ελευθερία να συμπληρώσει ο ίδιος τα κενά και να νοηματοδοτήσει με τον δικό του τρόπο τους στίχους.

Τελευταίο, αλλά όχι λιγότερο σημαντικό από τα προηγούμενα είναι το στοιχείο του λυρισμού που αναμφίβολα διαπερνά τους στίχους του του Λιννού. Ο λυρισμός αυτός είναι στενά συνυφασμένος με τους συνειρμούς του ποιητή και άλλοτε με τις εικόνες που προβάλλουν με ιδιαίτερη ενάργεια και καθαρότητα. Παράλληλα όμως είναι απόρροια ενός έντονου ψυχισμού και μιας συναισθηματικής φόρτισης που οδηγεί σε στίχους, όπως οι παρακάτω, στους οποίους αναδεικνύεται και η διάθεση της στιγμής. Ένα άστρο παίζει κρυφτό στην ψυχή μου/ Θα πάω να το βρω/ Δεν ξέρω πια τι να κάνω τη λύπη μου. («Μεταμόρφωση») Οι εικόνες από την άλλη, αντλημένες από την ελληνική φύση με την ποικιλομορφία που αυτή παρουσιάζει, αλλά και από το αρχαίο παρελθόν, από τον ανθρώπινο βίο γενικότερα συγκροτούν ένα πραγματικό ποιητικό άλμπουμ, μία περιήγηση σε τοπία γνωστά και καινούργια μαζί, όπως τα έχει μορφοποιήσει η γραφίδα του ποιητή.

Μια συλλογή που δεν προσφέρεται μόνο για την αναγνωστική πρόσληψη και απόλαυσή της, αλλά και για τη βαθύτερη μελέτη του τρόπου με τον οποίο οι λέξεις συνάπτονται και συλλειτουργούν μέσα στο ποίημα. Οι Μετασχηματισμοί του Κώστα Λιννού παρέχουν την ευκαιρία αυτή γιατί, παρόλη την αφαιρετικότητα ή την ελλειπτικότητα που χαρακτηρίζει πολλά από τα ποιήματα, η σύνθεσή τους έχει γίνει με τέτοιον τρόπο ώστε να επιτρέπει ή να προεξοφλεί την ενεργό συμμετοχή του αναγνώστη στην ποιητική διαδικασία. Κι αυτό γιατί ο ποιητής έχει επιστρατεύσει για τη δημιουργία του όχι μόνο τη γλώσσα, τη γνώση και το στοχασμό, αλλά και την αίσθηση ή, σωστότερα, την ευαισθησία του η οποία αναδεικνύεται ως σημείο συνάντησης και σύγκλισης του ποιητικού υποκειμένου και της αναγνωστικής συνείδησης.

`

**********************************

Η Ευσταθία Δήμου γεννήθηκε στην Αθήνα. Σπούδασε Κλασσική και Νεοελληνική Φιλολογία στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών όπου εκπόνησε τη διδακτορική της διατριβή με θέμα τις θεατρικές διασκευές πεζογραφημάτων. Εργάζεται ως φιλόλογος στη Δημόσια Μέση Εκπαίδευση. Έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές “Στη Σπορά των αστεριών” (Νέος Αστρολάβος/Ευθύνη, 2011), “Σονέτα” (Gutenberg, 2016) και “Απώλεια λήθης” (Οι Εκδόσεις των Φίλων, 2019). Άρθρα, διηγήματα και ποιήματά της έχουν δημοσιευθεί σε έντυπα και ηλεκτρονικά λογοτεχνικά περιοδικά. Το 2011 ήταν υποψήφια για το βραβείο καλύτερου νέου ποιητή στο 32ο Πανελλήνιο Συμπόσιο Ποίησης.