Το σημαντικότερο γεγονός της Παρασκευής επρόκειτο να είναι το ραντεβού μου με τη Νίκη, στις οκτώ η ώρα το βράδυ, στου «Φλόκα» της Φωκίωνος Νέγρη. Η ημέρα μου όμως θα άρχιζε στο μεγάλο αμφιθέατρο του Νέου Χημείου, στις εννέα το πρωί. Η περίοδος των εξετάσεων πλησίαζε επικίνδυνα και έπρεπε κάποτε να πληροφορηθώ σε τι αναφέρονταν οι παραδόσεις του καθηγητή κ. Στάθη που δίδασκε Ανόργανη Χημεία στους πρωτοετείς φοιτητές του Φυσικού τμήματος της Φυσικομαθηματικής Σχολής του Αθήνησι.

Έμεναν μόνο δυο εργάσιμες ημέρες, Παρασκευή και Σάββατο –η πενθήμερη εργάσιμη εβδομάδα ήταν τότε γνωστή μόνο μέσω της ξένης λογοτεχνίας. Η προεκλογική περίοδος άρχιζε μεθαύριο, Κυριακή των Βαΐων: ο Παπανδρέου θα μιλούσε στη Θεσσαλονίκη. Κατά την είσοδό του στην πόλη θα τον συνόδευαν ιππείς πάνω σε λευκά άλογα, είχαν ανακοινώσει υπερήφανοι για το εύρημά τους οι οργανωτές. Για όσους πιστεύαμε πως η νίκη της Ένωσης Κέντρου ήταν ήδη εξασφαλισμένη, αυτές οι τελετές ήσαν όχι μόνο ανούσιες αλλά και περιττές. Την ίδια ημέρα άρχιζαν οι διακοπές του Πάσχα, τα αμφιθέατρα θα ξανάνοιγαν στις 8 Μαΐου. Στις 2 Ιουνίου ήσαν οι εκλογές, οι εξετάσεις θα ακολουθούσαν αμέσως μετά. Το βράδυ της Πέμπτης κοιμήθηκα νωρίς, ώστε εν ηρεμία να ξυπνήσω το πρωί για να ασκήσω τα φοιτητικά μου καθήκοντα.

Δεν θυμάμαι τι ονειρεύτηκα, ίσως ότι είχα εκλεγεί πρόεδρος στο έτος μου, ίσως ότι έκανα έρωτα με τη Νίκη. Το βέβαιο είναι πως μόλις ξύπνησα το πρωί της Παρασκευής 21ης Απριλίου 1967, το πρώτο που παρατήρησα ήταν το λαμπρό φως που περνούσε μέσα από τις γρίλλιες και ανήγγελλε ανοιξιάτικη, ζεστή, ηλιόλουστη ημέρα. Αυτό που με είχε ξυπνήσει το συνειδητοποίησα αμέσως μετά τη μετεωρολογική μου παρατήρηση, καίτοι είχε προηγηθεί. Ήταν η κραυγή της αδελφής μου της Ελένης: «Έγινε δικτατορία κι εσύ κοιμάσαι;»

Όταν, χρόνια αργότερα, προσπάθησα να αναλύσω το πώς και το γιατί της επταετούς συμπεριφοράς μου, σκέφτηκα πως ίσως τούτη η φράση που με ξύπνησε από τον βαθύ ύπνο μου να με είχε πολύ επηρεάσει. Με κατηγορούσε όχι μόνο ότι κοιμόμουνα ενώ είχε γίνει δικτατορία, άρα με καλούσε να αγρυπνώ όσο η δικτατορία συνεχιζόταν, αλλά και ότι είχε γίνει η δικτατορία λόγω του ύπνου μου, λόγω της δικής μου ολιγωρίας. Κι όμως εγώ ο ταλαίπωρος είχα κάνει ό,τι μπορούσα: και στην ΕΔΗΝ είχα γραφτεί, και οπαδός του Παπανδρέου υιού ήμουν, και τα μαθήματά μου είχα παραμελήσει χάριν του συνδικαλισμού, και στις συγκεντρώσεις εναντίον της διάλυσης των Λαμπράκηδων έτρεχα, και είχα σταματήσει να πίνω μπύρα «Φιξ» του φιλοβασιλικού Γαρουφαλιά μετά τα ιουλιανά –με μοναδικό όμως αποτέλεσμα να εξαφανιστεί εν τέλει η μοναδική εγχώρια μάρκα μπύρας.

Σηκώθηκα αλαφιασμένος, έμαθα ότι τη Χλόη και τη Φανή που είχαν ξεκινήσει για το γυμνάσιό τους (το Ε΄ Θηλέων, στον Άη-Νικόλα) τις είχαν γυρίσει πίσω φαντάροι, άκουσα από το ραδιόφωνο τα εμβατήρια, έμαθα από την υπηρεσία της σπιτονοικοκυράς πως τα τηλέφωνα δεν λειτουργούσαν. Ντύθηκα σαν τρελλός και κατηφόρισα τρέχοντας την Πετσόβου προς τη Ζωοδόχου Πηγής, ενώ πίσω η μητέρα μου μου φώναζε: «Πού πας, μωρέ μουρλέ, θα σε σκοτώσουν!»

Ηλιόλουστη η Αθήνα, έρημοι οι δρόμοι, κλειστά τα μαγαζιά, σα να είχε αδειάσει η πόλη από τη ζωή, σα να ήσαν τα σπίτια κελύφη άδεια. Κανένα σημάδι όμως που να δικαιολογεί τους φόβους της μάνας. Το Χημείο, νέο και παλιό, κλειδαμπαρωμένα –τον Στάθη δεν επρόκειτο να τον ξαναδώ, τον καθαίρεσε η χούντα με το πρόσχημα ότι χρηματιζόταν. Ανηφόρισα τη Σόλωνος προς τη Νομική. Μπρος από το κτίριο του ΟΤΕ, γωνία με Σίνα, που το φρουρούσαν φαντάροι, κάποιοι προσπαθούσαν να αντιληφθούν τι είχε συμβεί διαβάζοντας ομαδικά ένα φύλλο του Ελεύθερου Κόσμου, που απλώς κατέγραφε όσα από καιρού εις καιρόν επανελάμβανε και το ραδιόφωνο διακόπτοντας τη μετάδοση του «αεροπόρος θα γινώ» και «των εχθρών τα φουσάτα περάσαν»: κομμουνιστικός κίνδυνος, στρατιωτικός νόμος, απαγόρευση κυκλοφορίας.

Κατηφόρισα προς την Ακαδημίας, στην οποία μονίμως όλες τις άλλες ημέρες κυκλοφορούσαν αξιωματικοί, σα σε παρέλαση, μια που εκεί τότε ήσαν συγκεντρωμένοι οι «στρατιωτικοί οίκοι» που έφτιαχναν στολές για αξιωματικούς. Στις βιτρίνες, κούκλες πολύχρωμες με λοφία, χρυσοποίκιλτες επωμίδες και φανταχτερά λιλιά αναπλήρωναν τους πελάτες των καταστημάτων που βρίσκονταν όλοι εκείνη την Παρασκευή σε διατεταγμένη υπηρεσία. Λίγους μήνες μετά τη δικτατορία καταργήθηκε η υποχρέωση των νέων οδηγών να επικολλούν το χαρακτηριστικό «Ν» στο παράθυρο των αυτοκινήτων τους, γεγονός που πολλοί το ερμήνευσαν ως προσπάθεια του καθεστώτος να αποκρύψει το ότι αιφνιδίως πολλοί αξιωματικοί απέκτησαν διπλώματα και οχήματα. Η σταδιακή μετατροπή της οδού Ακαδημίας σε δρόμο πολυτελών καταστημάτων ανδρικών ειδών τα επόμενα χρόνια ήταν μια εύγλωττη μαρτυρία περί του νέου κοινωνικού και οικονομικού status των αξιωματικών: οι έμποροι έτρεξαν στον δρόμο που ήταν ήδη πέρασμα των νέων προνομιούχων.

Γύριζα στους δρόμους μεταξύ Χημείο και Νομική, αναζητώντας κάποιο γνωστό πρόσωπο, κάποιον συνδικαλιστή, κάποιο κομματικό στέλεχος, για να συζητήσω, να μάθω, να κάνω κάτι. Η ώρα περνούσε, ο ήλιος ανέβαινε κι έκαιγε περισσότερο, καλοκαίρι έλεγες. Συμπολίτες αμήχανοι και σιωπηλοί τριγυρνούσαν κι αυτοί χωρίς προφανή σκοπό: όλοι προσπαθούσαμε να καταλάβουμε τι είχε συμβεί, όλοι περιμέναμε να γίνει κάτι που να αλλάζει την κατάσταση άρδην. Τίποτε δεν συνέβαινε.

Ο νους μου έτρεχε στη Νίκη. Θα γινόταν το βραδυνό μας ραντεβού ή τόσα χρόνια αναμονής θα πήγαιναν χαμένα; Τρελλά ερωτευμένος μαζί της στο γυμνάσιο, οι δρόμοι μας είχαν χωρίσει όταν ήρθα εγώ στην Αθήνα κι αυτή έμεινε πίσω στη μικρή επαρχιακή μας κωμόπολη. Είχαμε συναντηθεί τυχαία λίγες ημέρες πριν στο τρόλλευ. Είχαμε ήδη συναντηθεί και συζητήσει δυο-τρεις φορές. Οι γονείς της δεν την είχαν αφήσει να σπουδάσει, ήθελαν να την παντρέψουν, η ίδια ονειρευόταν να γίνει ηθοποιός. Τότε συνέβαιναν και στην πραγματικότητα αυτά που σήμερα τα βλέπουμε μόνο στις ταινίες της εποχής. Κάποιος σκηνοθέτης που είχε λάμψει για μικρό διάστημα εκείνο τον καιρό, δημιουργώντας δακρύβρεχτα ερωτικά-κοινωνικά φιλμ, της υποσχόταν ρόλο στην επόμενη ταινία του. Αναφερόταν συχνά σ’ αυτόν χωρίς να διευκρινίζει τι ακριβώς σχέση είχε μαζί του. Ανησυχούσα: τι είχα να αντιτάξω εγώ; Μόνο το μελλοντικό μου Νόμπελ στη Φυσική. Κανείς όμως δεν είχε τότε τη διορατικότητα να πιστεύει ότι πράγματι θα το πάρω. Αβοήθητος λοιπόν, ήταν επόμενο να μην τα καταφέρω.

Η «Διάνα», το θέατρο στην Ιπποκράτους, έρημη κι αυτή. Η γενική συνέλευση των φοιτητών της Φυσικομαθηματικής, που είχε ξεκινήσει την Τετάρτη και θα συνεχιζόταν την Παρασκευή 21 Απριλίου 1967, θα έμενε εσαεί ανολοκλήρωτη. Ουδείς από τους έμπειρους συνδικαλιστές των μεγαλυτέρων ετών που θαύμαζα (εγώ, ο πρωτοετής) εμφανίστηκε εκείνη την ημέρα στο ραντεβού του. Τον ηγέτη της ΕΔΗΝ τον είδα μετά από κάνα-δυο μήνες, ερχόταν για να δώσει τις εξετάσεις του Ιουνίου. Είχε συνωμοτικό ύφος, φορούσε μαύρα γυαλιά και είχε αφήσει μουστάκι –το οποίο έκτοτε δεν το εγκατέλειψε ο κ. Πευκιανάκης, νυν εκπρόσωπος τύπου του πρωθυπουργού Κ. Μητσοτάκη, λαύρος κατήγορος των αποστατών τότε. Για τον ηγέτη των δεξιών ξανάκουσα μετά από χρόνια, το 1980 αν δεν κάνω λάθος, όταν τον συνέλαβαν γιατί, εκμεταλλευόμενος τη θέση του στο υπό τους νεοδημοκράτες τότε Υπουργείο Παιδείας, έκλεβε και πωλούσε σε εκλεκτούς πελάτες τα θέματα των εισαγωγικών εξετάσεων για τα ΑΕΙ και ΤΕΙ. Από τους Λαμπράκηδες, τον Νίκο τον είχαν ήδη συλλάβει όπως έμαθα αργότερα, τον Σπύρο τον συνάντησα λίγα χρόνια μετά στο Παρίσι, όπου και παραμένει.

Σκεφτόμουν πως από τότε που ήμασταν συμμαθητές στις πρώτες τάξεις του γυμνασίου, η Νίκη ήξερε πως ήταν όμορφη. Πλήθος σε θαυμαστές γύρω της, τους τραβούσε σαν μαγνήτης, παρά τα αυστηρά χριστιανικά ήθη του επαρχιακού σχολείου. Τσαχπίνικο χαμόγελο, λακκάκια στα μάγουλα που αναδείκνυαν την εξαίσια ελιά της, καστανά μάτια, ξανθά κοτσίδια –έκανε ό,τι μπορούσε για να μοιάζει στην Αλίκη Βουγιουκλάκη, ίσως και σήμερα το ίδιο να κάνει. Η αξιοπρέπειά μου δεν μου επέτρεπε να προστεθώ κι εγώ στο σμάρι των θαυμαστών της, σε όλους αυτούς που ανεβοκατέβαιναν τον δρόμο της «δεκατετραετούς αγνής ως μαγνόλια παιδίσκης», αναστενάζοντας ή παριστάνοντας τους αδιάφορους, ελπίζοντας όμως και αδιαφορώντας ενίοτε για τις οργισμένες ματιές ή και φωνές της μητέρας της που απειλούσε να προσφύγει στον γυμνασιάρχη. Έμενα μακρυά της τότε εγώ, μετατρέποντας τον εφηβικό έρωτα σε ανταγωνισμό για τους βαθμούς, σε κατηγόριες για εύνοιες καθηγητών, στην προσπάθεια δημιουργίας άλλης «αυλής», αντίπαλης προς τη δική της. Ήξερα πως ήταν πια η ώρα να ξεκαθαριστούν οι λογαριασμοί στο πραγματικό πεδίο. Και ιδού, την κρισιμότερη στιγμή να ενσκήπτει δικτατορία.

Επέστρεφα πλέον στο σπίτι μου και ανέβαινα γρήγορα, ιδρωμένος από τη ζέστη και λαχανιασμένος από την ανηφοριά της Εμμανουήλ Μπενάκη, με το σακκάκι στο χέρι και το σώμα γερμένο μπρος για να ισορροπώ την κλίση του δρόμου, όταν, φθάνοντας στο ύψος της Μεθώνης (που δεν ήταν βεβαίως ακόμη πεζόδρομος), άκουσα τη φωνή: «Με σκυμμένο το κεφάλι σήμερα, έτσι;»

Το σήκωσα και είδα απέναντί μου τον «Παπούα» να κατεβαίνει ευθυτενής, αγέρωχος, ειρωνικά χαμογελαστός, με παντελόνι τζην και πρασινόμαυρο καρρώ αμερικάνικο πουκάμισο, με δύο άγνωστούς μου συνοδούς δεξιά και αριστερά του. Συμμαθητής από το εν Αθήναις Γυμνάσιο αυτός, γιος στρατηγού της χωροφυλακής που χρωστούσε το παρατσούκλι του στην πασίγνωστη σε όλα τα Εξάρχεια βαρβαρότητά του. Μέχρι και κιμά ωμό έλεγαν αυτόπτες μάρτυρες ότι καταβροχθίζει. Μια φορά στα σφαιριστήρια του Ρόμπου στην Καλλιδρομίου (ή μήπως στη «Διάνα», πίσω από το Βαρβάκειο ήταν;) είχε ριχτεί στους αστυφύλακες που έκαναν έφοδο, τους είχε ανατρέψει, είχε ξεφύγει –θα τον έλειωνε ο στρατηγός, αν μάθαινε πως ο γιος του είχε συλληφθεί σ’ αυτόν τον απαγορευμένο τόπο.

Χαμογέλασα αμήχανα και τους προσπέρασα. «Φασισταριό», έβρισα μέσα μου. Ξανασυνάντησα τον Παπούα το 1970, στο λεωφορείο Θων-Θησείο, 16 τότε, κάποιον άλλο αριθμό έχει σήμερα αλλά ακριβοθώρητο πάντα. Από τη στάση της Αρχαιολογικής Εταιρείας μέχρι την Καλλιδρομίου πρόλαβε να μου αφηγηθεί πως είχε τελειώσει τη Σχολή Χωροφυλακής, πως ήδη υπηρετούσε στην ΚΥΠ, ήταν γραμμένος και στη Νομική και μου εξηγούσε πως η χωροφυλακή (και όχι ο στρατός) είναι η ψυχή της ΚΥΠ, ενώ εγώ τον άκουγα κατάπληκτος: δεν φανταζόμουνα (τότε) πως κάποιος θα μπορούσε να είναι περήφανος προσφέροντας τέτοιες υπηρεσίες. Εκείνος δεν φανταζόταν πως μιλούσε με υποψήφιο θήραμα, με «βομβιστή», κατά την ορολογία της εποχής. Σκεπτόμουν ότι για να τον εκδικηθώ για κείνη τη φράση της 21ης Απριλίου που καρφί είχε μπει στην καρδιά μου, αν με έπιαναν, θα τον κατήγγελλα για φίλο ή και συνένοχο –πώς θα δικαιολογούσε ότι ήξερα πως ήταν κυπατζής; Μεγαλοδικηγόρος σήμερα, τον συναντώ κάπου-κάπου διότι αφήνω τη Χόντα μου στο ίδιο γκαράζ που αφήνει κι αυτός το ακριβό, γυαλιστερό σπορ αυτοκίνητό του. Χαιρετιόμαστε, μιλάμε για τους παλιούς συμμαθητές, λέμε πως θα άξιζε κάτι να οργανωθεί για να συναντηθούμε όλοι μαζί, αλλά ως τώρα δεν έχει τίποτα γίνει.

Πήγα στη φίλη μου την Πάτη, δυο σπίτια πέρα από το δικό μου ήταν το σπίτι της. Ο μακαρίτης πατέρας της ήταν έξαλλος: «Γιατί να μη γεννηθώ σε μια μεγάλη χώρα, γιατί Θεέ μου μια ζωή να τρώω κατραπακιές», αναρωτιόταν. «Καλά, εμείς οι Κεντρώοι είμαστε μαλάκες, μας έπιασαν στον ύπνο. Οι Αριστεροί; Επιτρέπεται οι Αριστεροί να μην έχουν κανένα σχέδιο για να αντιδράσουν;» Ήρθε ο Δημήτρης, ήρθε και ο Λάμπης μετά, είχε-δεν είχε ενός μηνός δεσμό με την Πάτη τότε –σήμερα έχουν δυο κόρες. (Ο Δημήτρης μαγκούφης στην Πάτρα.) Ανταλλάξαμε πληροφορίες, ποιους είχαν πιάσει, πού τους είχαν, τι έκανε ο βασιλιάς, ποιοι είχαν κάνει το πραξικόπημα –ανακεφαλαιώσαμε δηλαδή όλες τις φήμες που κυκλοφορούσαν. Ο Λάμπης ήταν στέλεχος στην ΕΦΕΕ και την ΕΔΗΝ, είχε συναντηθεί με Λαμπράκηδες, υπήρχε ραντεβού μαζί τους στη Δεξαμενή το απόγευμα. Αποφασίσαμε να πάω εγώ που δεν είχα ως τότε πάρε-δώσε με την Ασφάλεια. Ούτε κι απέκτησα ευτυχώς ποτέ μου. Μια ζωή τυχερός. Ο Λάμπης όμως λίγους μήνες μετά βρέθηκε στη φυλακή –Δημοκρατική Άμυνα, από τους πρώτους συλληφθέντες.

Εκείνο που με βασάνιζε ήταν πως η Νίκη δεν είχε τηλέφωνο και είχε αρνηθεί να μου δώσει τη διεύθυνση του σπιτιού της. «Δεν θέλω να πλησιάσεις σπίτι μου. Αν σε δει η μάνα μου, δεν είναι κουτή, αμέσως θα καταλάβει». Δεν ήταν απολύτως σαφές τι θα καταλάβαινε η μάνα της, δηλαδή τι υποτίθεται ότι υπήρχε μεταξύ μας. Μου κρατούσε το χέρι, μου εξηγούσε με υγρά μάτια τα προβλήματά της με τους γονείς που δεν την άφηναν να κάνει βήμα, που δεν την καταλάβαιναν, που δεν την άφηναν να γίνει ηθοποιός. Μου μίλησε για κάποιον έρωτα που είχε τελειώσει οριστικά γι’ αυτήν, για το πόσο ανόητη ήταν που πριν πέντε χρόνια μου κρατούσε μούτρα. Εγώ της συνιστούσα να φυλάγεται από τον σκηνοθέτη –ξέρεις αυτοί, σε όλες τα ίδια λένε. Δεν τολμούσα να καταθέσω αυτά που ήθελα εγώ να πω, δεν ήμουν σίγουρος τι ήθελε. Της χάιδευα το χέρι κι εγώ, κι έλεγα πως ήμασταν τυχεροί που συναντηθήκαμε στην Αθήνα. Την τελευταία φορά είχαμε κιόλας φιληθεί, γρήγορα-γρήγορα βέβαια, αλλά πάντως στο στόμα. Μου είχε μείνει μικρό μούδιασμα στο κάτω χείλος που είχε αγγίξει η γλώσσα της –μου φαίνεται πως και τούτη τη στιγμή το νοιώθω.

Είχα αποφασίσει να τα παίξω όλα για όλα πλέον το βράδυ της Παρασκευής 21 Απριλίου 1967. Θα κατέθετα ευθαρσώς, με όση θέρμη διέθετα και όση ποιητικότητα είχα μέχρι εκείνη τη στιγμή αποκτήσει, τον έρωτά μου, τον επί τόσα χρόνια βουβό και απελπισμένο, που τον είχαν καταπιέσει γυμνασιάρχες, γονείς και γείτονες, που ξεπήδαγε ποτάμι από μέσα μου και αν δεν έβρισκε κοίτη να πορευτεί κινδύνευε να με πνίξει. Θα της μιλούσα για τα γλαρά μάτια της, για τα πετροκέρασα των χειλιών της, το φεγγάρι του προσώπου της, τις γλυκές λακκούβες των παρειών της, την αλμυρή ελιά που τις συνόδευε, την καλαμιά της κόμης της, τον άσπρονε λαιμό της. Για το υπόλοιπο σώμα της ονειρευόμουν να μπορέσω να της μιλήσω με τα χέρια.

Έμπλεως ερωτικού και επαναστατικού ενθουσιασμού ανέβηκα τις ανηφόρες του Λυκαβηττού για να φθάσω στη Δεξαμενή, αποφεύγοντας να περάσω από το κέντρο. Οι Λαμπράκηδες ήσαν πράγματι εκεί, τέσσερα-πέντε άτομα κάτω από μια νεραντζιά, χαμηλά προς τα σκαλοπάτια που βγάζουν στη Δεινοκράτους. Τον Μανώλη, τον μηχανικό, θυμάμαι, τον συλλάβανε αργότερα με το Πατριωτικό Μέτωπο –ακόμα και σήμερα με την ΕΑΡ και τον Συνασπισμό τραβολογιέται. Δεν είχαμε και σπουδαία πράγματα να πούμε, ουδείς ήξερε τι να κάνει, τι να πει, σε ποιον να αποταθεί, ποιον να αποφύγει. Ήμασταν ακέφαλο και αδέσποτο φοιτηταριό. Οι αρχηγοί, οι έμπειροι, είχαν οι περισσότεροι συλληφθεί και όσοι διέφευγαν κοιτούσαν τούτες τις πρώτες στιγμές να βρουν κάποιο ασφαλές σπίτι να ακουμπήσουν. Τα παράνομα δίκτυα θα οργανώνονταν αργά-αργά και δύσκολα –η Ασφάλεια θα τα ξήλωνε συντόμως και με ευκολία. Ανταλλάξαμε κάποια τηλέφωνα για επαφές.

Έπαιρνε να βραδυάζει κι εγώ ξεκίνησα ποδαρόδρομο για τη Φωκίωνος. Τίποτα δεν κυκλοφορούσε, βιαστικούς πεζούς συναντούσες μόνο εδώ κι εκεί διότι το ραδιόφωνο επέμενε πως μετά τη δύση του ήλιου απαγορευόταν αυστηρώς η κυκλοφορία. Η εντολή εισακούσθηκε. Όταν αργότερα ρίχτηκε από την Αντίσταση το σύνθημα την Κυριακή 2 Ιουνίου, ημέρα των εκλογών που δεν έγιναν ποτέ, να μείνουν οι Έλληνες στα σπίτια τους, οι δρόμοι ήσαν γεμάτοι κόσμο: όλοι ισχυρίζονταν ότι βγήκαν να δουν αν η γραμμή της Αντίστασης είχε περάσει.

Με σταμάτησαν φαντάροι στο Πεδίο του Άρεως, στο άγαλμα της Αθηνάς. «Απαγορεύεται», είπαν. «Σπίτι μου πάω», είπα εγώ. «Και τι με νοιάζει εμένα;» αντέτεινε ο επικεφαλής λοχίας. «Απαγορεύεται». «Άσ’ τον, σειρά, να περάσει, δικός μου είναι», ακούστηκε πιο πίσω φωνή.

Ο Μίμης, αγρότης συγχωριανός, που υπηρετούσε τη θητεία του και από μηχανής Θεός προστάτης των ερωτευμένων. Τον κέρασα τσιγάρο, τον ρώτησα τι γίνεται. «Να σου πω», μου λέει, «για μας τους φαντάρους καλό είναι αυτό. Θα μας υπολογίζουν πια, δεν θα μας λένε βρωμοπόδαρους, δεν θα μας υποχρεώνουν να στεκόμαστε όρθιοι στα λεωφορεία και στα τραίνα. Θα έχουμε εξουσία, κάτι σαν χωροφύλακες θα είμαστε, θα δίνουμε και καμιά σφαλιάρα άμα χρειαστεί, καλύτερα θα περνάμε». Έκτοτε οι ταξικές αναλύσεις με έβρισκαν πάντοτε κάπως επιφυλακτικό.

Πλησίαζε οκτώ όταν έφθασα στην έρημη Φωκίωνος Νέγρη. Όταν αντίκρυσα του «Φλόκα» κλειστό, τις καρέκλες μαζεμένες, τα παγκάκια άδεια, τους λίγους διαβάτες να φεύγουν βιαστικά αδιαφορώντας για τις μυρωδιές που σκόρπιζαν τα δέντρα εκείνο το χλιαρό ανοιξιάτικο βράδυ, τότε κατάλαβα πόσο απονεννοημένο ήταν το διάβημά μου. Περνώντας από το Πάρκο προηγουμένως με είχαν πνίξει οι βιολέττες πίσω από τον ναό των Ταξιαρχών που ετοιμάζονταν να τιμήσουν τη Μεγάλη Παρασκευή και είχα ξεχάσει τους φαντάρους, τα παράνομα ραντεβού, τις συλλήψεις, τη χούντα, τον βασιλιά: με είχε κυριεύσει η άνοιξη, η ερωτική μου αισιοδοξία και επιθυμία. Τώρα αντίκρυζα την πραγματικότητα, τη νέκρα εκεί που περίμενα να σφύζει η ζωή. Κατάλαβα πως η Νίκη δεν επρόκειτο να έρθει.

Απελπισμένος περίμενα ως τις οκτώμισυ και μετά πήρα τον δρόμο του γυρισμού, περνώντας από την αλάνα αυτή τη φορά, μπρος από τη Σχολή Ευελπίδων, για να αποφύγω την ίδια περίπολο. Μόλις είδα τη Σχολή, το μίσος που είχε ξυπνήσει μέσα μου ο Παπούα φούντωσε: αυτοί οι ανέραστοι φασίστες αξιωματικοί ήσαν υπεύθυνοι για τη μαύρη άνοιξη που θα περνούσαμε το 1967. Κάποια στιγμή έπρεπε να τους εκδικηθούμε. Αργότερα το κάναμε –τους βάλαμε βόμβα. Στο σπίτι βρήκα τον Πάνο και τον πατέρα μου να τοποθετούν πρόσθετες κεραίες στο ραδιόφωνο, προσπαθώντας να πιάσουν στα βραχέα BBC. Τις επόμενες ημέρες θα ανακαλύπταμε και τον σταθμό του Παρισιού και την Ντώυτσε Βέλλε. Έκρυψα και στο πλυσταριό τα λίγα μαρξιστικά βιβλία μου, εν οις και κάποια του Γκαρωντύ· ήταν βεντέττα στην καθ’ ημάς αριστερά εκείνη την εποχή, ενώ ο ίδιος ετοιμαζόταν να περιτμηθεί και να γίνει μουσουλμάνος.

Έψαξα μάταια να τη βρω εκεί που περίπου ήξερα πως ήταν το σπίτι της, στριφογύριζα στην περιοχή που είχε μαγαζί ο πατέρας της. Αναζητούσα τ’ όνομά της στο «καστ» των ελληνικών ταινιών, το πρόσωπό της στις φωτογραφίες των κεντρικών κινηματογράφων. Τίποτα. Η χούντα έδιωξε οριστικά τη Νίκη από τη ζωή μου, άφησε ανολοκλήρωτο έναν παιδικό έρωτα που στα χρόνια της νεότητας παρά λίγο ν’ ανθίσει, εμπόδισε ν’ απαντηθεί το ερώτημα αν με είχε κι αυτή αγαπήσει. Δεν έμαθα ποτέ αν παντρεύτηκε, αν έκανε παιδιά –δεν έμαθα καν αν ζει ή αν έχει πεθάνει.