Απόσπασμα  ἀπὸ τὸ βιβλίο «Ἀδελφοὶ Καραμαζώφ» σὲ μετάφραση ἀπὸ τὰ ρωσικὰ τοῦ Δ. Π. Κωστελένου καὶ ἐπιμέλεια Ἕλλης Ἀλεξίου.

 

[…] Ὤ! Ἤξερες πὼς ἡ σταθερότητά σου θ᾿ ἀναφερόταν στὶς Γραφές, θὰ ἐπιζοῦσε μέσα στοὺς αἰῶνες, θἄφτανε ὡς τὶς πιὸ μακρινὲς περιοχές, κι ἔλπισες πῶς ἀκολουθώντας τὸ παράδειγμά σου, ὁ ἄνθρωπος θὰ περιοριζόταν στὸ Θεὸ χωρὶς νὰ προσφεύγει στὸ θαῦμα. Μὰ ἀγνοοῦσες ὅτι ὁ ἄνθρωπος ἀπωθεῖ τὸ Θεὸ ταυτόχρονα μὲ τὸ θαῦμα, γιατὶ εἶναι προπάντων τὸ θαῦμα ποὺ ἀποζητᾷ. Καὶ καθὼς δὲν ξέρει πῶς νὰ κάνει συγκεντρώνεται πάλι στὸν ἑαυτό του, καταφεύγει στοὺς δικούς του, ὑποκλίνεται στὰ θαύματα κάποιου μάγου, στὰ μαγικὰ κόλπα μιᾶς μάγισσας, στὸν ὅποιο ἐπαναστατημένο ἢ αἱρετικό. Δὲν κατέβηκες ἀπὸ τὸ σταυρὸ ὅταν σὲ κορόιδευαν, κι ὅταν σοῦ φώναζαν μ᾿ ἀπόγνωση: «Κατέβα ἀπὸ τὸ σταυρὸ καὶ θὰ σὲ πιστέψουμε». Δὲν τὸ ἔκανες, γιατί δὲ θέλησες πάλι νὰ ὑποδουλώσεις τὸν ἄνθρωπο μ᾿ ἕνα θαῦμα, ἐπιθυμοῦσες μία πίστη ποὺ θἆταν ἐλεύθερη καὶ δὲ θὰ ἐμπνεόταν ἀπὸ θαύματα. Σοῦ χρειαζόταν μία ἐλεύθερη ἀγάπη, κι ὄχι ἡ δουλικὴ συμπεριφορὰ τοῦ τρομοκρατημένου σκλάβου. Καὶ στὸ σημεῖο αὐτὸ ἀκόμη ἡ ἰδέα ποὺ εἶχες γιὰ τὸν ἄνθρωπο ἦταν πολὺ ἀνώτερη, γιατὶ οἱ ἄνθρωποι εἶναι σκλάβοι, ἔστω κι ἂν δημιουργοῦν ἐπαναστατικὲς ἰδέες. Δὲς μονάχος σου καὶ κρῖνε, τί ἔγινε ὕστερ᾿ ἀπὸ δεκαπέντε ἐπαναστατημένους αἰῶνες, ποιὸς ἀνυψώθηκε ὡς ἐσένα; Σοῦ τὸ καταγγέλω: ὁ ἄνθρωπος εἶναι πιὸ ἀδύναμος καὶ πιὸ χυδαῖος, ἀπ᾿ ὅσο πίστεψες ποτέ. Μπορεῖ, εἶναι δυνατὸ ποτὲ νὰ ὁλοκληρωθεῖ ἕνας ἄνθρωπος, ὅπως ἐσύ; Ἡ μεγάλη ἐκτίμηση ποὺ ἔτρεφες γιὰ τὸν ἄνθρωπο, ἀδίκησε τὸν οἶκτο ποὺ ἔπρεπε νὰ νιώσεις γι᾿ αὐτόν. Ζήτησες πολλὰ ἀπ᾿ τοὺς ἄνθρωπους, ἐσὺ προπάντων ποὺ τοὺς ἀγάπησες περισσότερο κι ἀπ᾿ τὸν ἑαυτό σου! Ἂν τοὺς ἐκτιμοῦσες λιγώτερο, θὰ τοὺς εἶχες ἐπιβάλει ἕνα ἐλαφρότερο φορτίο, ποὺ νὰ ἀναλογεῖ περισσότερο στὴν ἀγάπη σου.

Ὁ ἄνθρωπος εἶναι κουρασμένος κι ἀδύναμος. Τί σημασία ἔχει τώρα ἂν ἐπαναστατοῦν παντοῦ ἐνάντια στὴν ἐξουσία μας, κι ἂν εἶναι περήφανοι γι᾿ αὐτὴ τὴν ἐξέγερση; Εἶναι κάτι ἀνόλογο μὲ τὴν ἀλαζονεία νεαρῶν σπουδαστῶν ποὺ ἐστασίασαν κι ἔδιωξαν τὸ δάσκαλό τους. Ἀλλὰ τούτη ἡ ἐπιπολαιότητα τῶν χαμινιῶν θὰ πάρει τέλος καὶ θὰ τοὺς στοιχίσει ἀκριβά. Θὰ γκρεμίσουν τοὺς ναοὺς καὶ θὰ πλημμυρίσουν τὴ γῆ στὸ αἷμα· ἀλλὰ θὰ καταλάβουν ἐπιτέλους αὐτὰ τ᾿ ἀνόητα παιδιά, πὼς δὲν εἶναι παρὰ κάτι ἀδύναμοι στασιαστές, ἀνίκανοι νὰ ἐπαναστατοῦν γιὰ πολύ. Θὰ χύσουν ἀνόητα δάκρυα καὶ θὰ καταλάβουν ὅτι ὁ Δημιουργὸς κάνοντάς τους ἔτσι ἐπαναστάτες, θέλησε νὰ τοὺς κοροϊδέψει, σίγουρα. Θὰ τὸ φωνάξουν μ᾿ ἀπελπισία κι αὐτὴ ἡ βλαστήμια θὰ τοὺς κάνει ἀκόμη πιὸ δυστυχισμένους, γιατὶ ἡ ἀνθρώπινη φύση δὲν ἀνέχεται τούτη τὴ βλαστήμια, καὶ καταλήγει νὰ παίρνει τὴν ἐκδίκησή της. Ἔτσι, ἡ ἀγωνία, ἡ ταραχή, ἡ δυστυχία εἶναι τὸ μοιράδι τῶν ἀνθρώπων, ὓστερ᾿ ἀπὸ τὰ μαρτύρια ποὺ δοκίμασες γιὰ νὰ τοὺς ἀπελευθερώσεις! Ὁ φωτισμένος προφήτης σου εἶπε, μέσα στὸ συμβολικὸ ὅραμά του, ὅτι εἶδε ὅλους ὅσοι παίρνουν μέρος στὴν πρώτη ἀνάσταση καὶ τοὺς ἀριθμεῖ σὲ δώδεκα χιλιάδες ἀπ᾿ τὴν κάθε φυλή. Γιὰ νἆναι ὅμως τόσο πολλοί, ἔπρεπε νἆναι περισσότερο ἀπὸ ἄνθρωποι, ἔπρεπε νἆναι θεοί. Ὑπόφεραν τὸ σταυρό σου, καὶ τὴ ζωὴ μέσα στὴν ἔρημο, τρώγοντας ἀκρίδες κι ἄγρια χόρτα· βέβαια, μπορεῖ νἆσαι περήφανος γι᾿ αὐτὰ τὰ παιδιὰ τῆς ἐλευθεριᾶς, γιὰ τούτη τὴν ἐλεύθερη ἀγάπη, γιὰ τὴν ὑπέρτατη θυσία τους στ᾿ ὄνομά σου. Ἀλλὰ θυμήσου, δὲν ἦταν παρὰ μερικὲς δεκάδες χιλιάδες κι ὅλοι τους σχεδὸν θεοί, οἱ ὑπόλοιποι ὅμως;

Εἶναι ἀπὸ λάθος τους αὐτῶν τῶν ἄλλων, τῶν ἀδύναμων, ἂν δὲν μπόρεσαν νὰ ὑποφέρουν τὰ μαρτύρια τῶν δυνατῶν; Ἡ ἀδυναμία τῆς ψυχῆς φταίει τάχα ποὺ δὲν μπόρεσε νὰ κρατήσει μέσα της τόσο τρομερὰ δῶρα; Δὲν ἦρθες στ᾿ ἀλήθεια γιὰ τοὺς ἐκλεκτούς; Τότε, αὐτὸ εἶναι ἕνα μαρτύριο, ἀκατανόητο γιὰ μᾶς, καὶ θἄχαμε τὸ δικαίωμα νὰ τὸ κηρύξουμε στοὺς ἀνθρώπους, νὰ τοὺς διδάξουμε πὼς δὲν πρόκειται γιὰ καμιὰ ἐλεύθερη ἀπόφαση μέσ᾿ ἀπὸ τὴν καρδιά, οὔτε γιὰ τὴν ἀγάπη, ἀλλὰ γιὰ ἕνα μυστήριο ποὺ ὀφείλουν νὰ ὑποταχτοῦν σ᾿ αὐτὸ τυφλά, ἀκόμη καὶ ἐνάντια στὴ θέληση ἢ στὴν συνείδησή τους. Αὐτὸ ἀκριβῶς κάναμε κι ἐμεῖς. Διορθώσαμε τὸ ἔργο σου στηρίζοντας τὸ πάνω στὸ «θαῦμα, στὸ «μυστήριο» καὶ στὴν «κυριαρχία». Κι οἱ ἄνθρωποι χαίρονται νὰ ξαναγεννηθοῦν σὰν ἕνα κοπάδι καὶ ν᾿ ἀπαλλαγοῦν ἀπ᾿ αὐτὸ τὸ μοιραῖο δῶρο ποὺ τοὺς προκαλοῦσε τόσα βάσανα. Εἴχαμε δίκιο ποὺ ἐνεργήσαμε ἔτσι; Πές μου! Δὲ σημαίνει ὅτι ἀγαπᾷς τὴν ἀνθρωπότητα, ὅταν καταλαβαίνεις τὶς ἀδυναμίες της, ὅταν ξαλαφρώνεις τὸ φορτίο της μὲ τὴν ἀγάπη, ὅταν ἀνέχεσαι ἀκόμη καὶ τὴν ἁμαρτία στὸν ἀδύναμο χαρακτῆρα, φτάνει τούτη ἡ ἁμαρτία νὰ γίνεται μὲ τὴν ἄδειά μας; Γιατί λοιπὸν νἄρθεις καὶ νὰ ἐμποδίσεις τὸ ἔργο μας; Γιατί κάθεσαι ἔτσι σιωπηλὸς καὶ μὲ κοιτάζεις μὲ τὸ τρυφερὸ καὶ διαπεραστικὸ αὐτὸ βλέμμα; Ἐξαφανίσου καλύτερα, δὲν τὴ θέλω τὴν ἀγάπη σου, γιατί οὔτε κι ἐγὼ σ᾿ ἀγαπῶ. Γιατί νὰ τὸ κρύψω; Ξέρω σὲ ποιὸν μιλῶ, ξέρεις ὅλ᾿ αὐτὰ ποὺ ἔχω νὰ σοῦ πῶ, τὸ βλέπω μέσα στὰ μάτια σου. Τάχα εἶναι στὸ χέρι μου νὰ σοῦ κρύψω τὸ μυστικό μας; Ἴσως νἄθελες νὰ τ᾿ ἀκούσεις ἀπ᾿ τὸ στόμα μου, ὁρίστε ποὺ σοῦ τὄπα. Δὲν εἴμασταν μαζί σου ἀλλὰ μ᾿ Ἐκεῖνον ποὺ πέρασε ἐδῶ καὶ πολὺν καιρὸ ἀπὸ τούτη τὴ γῆ. Εἶν᾿ ἀκριβῶς ὀχτὼ αἰῶνες ποὺ πήραμε ἀπ᾿ Αὐτὸν τοῦτο τὸ δῶρο, τὸ τελευταῖο ποὺ ἐσὺ ἀπόδιωξες μ᾿ ἀγανάκτηση, ὅταν σου ἔδειχνε ὅλα τὰ βασίλεια πάνω στὴ γῆ, δεχτήκαμε τὴ Ρώμη καὶ τὸ σπαθὶ τοῦ Καίσαρα, κι ἀνακηρυχτήκαμε οἱ μοναδικοὶ βασιλιάδες τῆς γῆς, παρόλο ποὺ ὡς τώρα δὲν εἴχαμε ποτὲ τὸν καιρὸ ν᾿ ἀποτελειώσουμε τὸ ἔργο μας. Ἀλλὰ ποιανοῦ εἶναι τὸ λάθος; Ὤ! ἡ ὑπόθεση αὐτὴ δὲ βρίσκεται παρὰ μόνο στὴν ἀρχή, θέλει πολὺν καιρὸ γιὰ νὰ τελειώσει ἀκόμη, κι ἡ γῆ θὰ χρειαστεῖ πολλὰ νὰ ὑποφέρει ὡς τότε, ἀλλὰ ἐμεῖς θὰ φτάσουμε στὸ σκοπό μας, θὰ γίνουμε Καίσαρες καὶ τότε θὰ συλλογιστοῦμε καὶ τὴν παγκόσμια εὐτυχία.

«Ὡστόσο, θὰ μποροῦσες τότε νἆχες πάρει τὸ σπαθὶ τοῦ Καίσαρα. Γιατί τ᾿ ἀπόδιωξες αὐτὸ τὸ τελευταῖο δῶρο; Ἀκολουθώντας ἐκείνη τὴν τελευταία συμβουλὴ τοῦ παντοδύναμου Πνεύματος, θὰ μποροῦσες νὰ πραγματοποιήσεις τὸ κάθε τί ποὺ ζητοῦν οἱ ἄνθρωποι στὴ ζωή, καὶ πάνω σ᾿ αὐτὴ τὴ γῆ: νὰ γίνεις ἕνας ἀφέντης ποὺ μπρός του νὰ προσκυνοῦν, ἕνας φύλακας τῆς συνείδησής τους, καὶ τὸ μέσο ποὺ θὰ τοὺς ἀνάγκαζε νὰ ἑνωθοῦν τελικὰ μονοιασμένοι σὲ μία κοινότητα μυρμηγκιῶν, γιατὶ ἡ ἀνάγκη γιὰ παγκόσμια ἕνωση εἶναι τὸ τρίτο καὶ τὸ τελευταῖο βασανιστήριο τῆς ἀνθρώπινης φυλῆς. Ἡ ἀνθρωπότητα εἶχε πάντα τὴν τάση, στὸ σύνολό της, νὰ ὀργανωθεῖ σὲ μία παγκόσμια βάση. Ὑπάρχουν μεγάλοι λαοὶ μέσα στὴν Ἱστορία μὰ στὸ μέτρο ποὺ ἀνυψώθηκαν ὑπόφεραν πιότερο, δοκιμάζοντας πιὸ ἰσχυρὰ ἀπ᾿ τοὺς ἄλλους τὴν ἀνάγκη τούτη γιὰ παγκόσμια ἕνωση. Οἱ μεγάλοι κατακτητές, οἱ Ταμερλάνοι κι οἱ Τζέγκις Χάν, ποὺ πέρασαν πάνω ἀπ᾿ τὴ γῆ σὰν τὴν καταιγίδα, ἐνσάρκωναν κι αὐτοὶ οἱ ἴδιοι χωρὶς νὰ τὸ συνειδητοποιοῦν τούτη τὴν τάση τῶν λαῶν πρὸς τὴν ἑνότητα. Ἂν εἶχες δεχτεῖ τὴν πορφύρα τοῦ Καίσαρα, θὰ μποροῦσες νὰ δημιουργήσεις τὶς βάσεις γιὰ μία παγκόσμια αὐτοκρατορία καὶ νὰ φέρεις τὴν εἰρήνη στὸν κόσμο. Γιατί ποιὸς ἄλλος εἶναι προορισμένος νὰ κυβερνήσει τοὺς ἀνθρώπους παρὰ ὅποιος κυβερνᾷ τὴ συνείδησή τους κι ἀκούει τὸν πόνο τους; Ἐμεῖς πήραμε τὸ σκῆπτρο τοῦ Καίσαρα, καὶ κάνοντας τὸ αὐτὸ σ᾿ ἐγκαταλείψαμε γιὰ ν᾿ ἀκολουθήσουμε Ἐκεῖνον. Ὤ, θ᾿ ἀκολουθήσουν ἀκόμη αἰῶνες πνευματικῆς λγοκρισίας, μάταιας γνώσης κι ἀνθρωποφαγίας, γιατί μόνο ἔτσι θὰ καταλήξουν, ἀφοῦ θὰ οἰκοδομήσουν τὸν Πύργο τῆς Βαβέλ τους, χωρὶς ἐμᾶς, νὰ φτάσουν σ᾿ ἐμᾶς. Ἀλλὰ τότε τὸ ζῷο θἄρθει σ᾿ ἐμᾶς μπουσουλίζοντας, θὰ γλύψει τὰ πόδια μας, θὰ τὰ ποτίσει μ᾿ αἷμα καὶ δάκρυα. Κι ἐμεῖς θὰ σκαρφαλώσουμε πάνω του, θὰ ὑψώσουμε στὸν ἀγέρα τὸ κύπελλο ποὺ πάνω του θἆναι γραμμένη ἡ λέξη: «Μυστήριο!» Τότε μόνο ἡ γαλήνη κι ἡ εὐτυχία θὰ βασιλέψουν πάνω στοὺς ἀνθρώπους. Εἶσαι περήφανος γιὰ τοὺς ἐκλεκτούς σου, ἀλλὰ δὲν πρόκειται παρὰ γιὰ λίγους διαλεχτούς, ἐνῷ ἐμεῖς θὰ δώσουμε τὴ γαλήνη σ᾿ ὅλους. Ἄλλωστε ἀνάμεσα σ᾿ αὐτοὺς τοὺς ἰσχυρούς, ποὺ προορίζονται νὰ γίνουν ἐκλεκτοί, πόσοι δὲν ἔχουν κουραστεῖ ἐπιτέλους νὰ περιμένουν, πόσοι δὲν πρόσφεραν καὶ θὰ προσφέρουν ἀκόμη ἀλλοῦ τὴ δύναμη τοῦ πνεύματός τους καὶ τὴ φλόγα τῆς καρδιᾶς τους, πόσοι δὲ θὰ καταλήξουν νὰ ἐπαναστατήσουν ἐναντίον σου στ᾿ ὄνομα τῆς ἐλευθερίας!

Ὅμως ἐσὺ τοὺς τὴν ἔδωσες. Ἐνῷ ἐμεῖς θὰ τοὺς κάνουμε ὅλους εὐτυχισμένους, οἱ ἐπαναστάσεις κι οἱ σφαγές, ποὺ συνοδεύουν ἀξεχώριστα τὴν ἐλευθερία, θὰ σταματήσουν. Ὤ, θὰ τοὺς πείσουμε ὅτι δὲ θἆναι πραγματικὰ ἐλεύθεροι παρὰ μόνο ἂν παραιτηθοῦν ἀπ᾿ τὴν ἐλευθερία τους γιὰ χάρη μας. Ἔ, λοιπόν, θὰ ποῦμε τὴν ἀλήθεια ἢ θἄχουμε πεῖ ψέμματα; Θὰ πεισθοῦν κι αὐτοὶ οἱ ἴδιοι ὅτι μιλοῦμε τὴν ἀλήθεια, γιατὶ θὰ θυμηθοῦν σὲ ποιὰ δουλεία, σὲ ποιὰ ἀναταραχὴ τοὺς εἶχε βυθίσει ἡ δική σου ἐλευθερία. Ἡ ἀνεξαρτησία, ἡ ἐλεύθερη σκέψη, ἡ ἐπιστήμη θὰ τοὺς ἔχουν παρασύρει σ᾿ ἕνα τέτοιο λαβύρινθο, θὰ τοὺς φέρουν μπρὸς σὲ τόσα ἀνεξήγητα θαύματα κι αἰνίγματα, ποὺ ἄλλοι, ἔξαλλοι ἐπαναστάτες θὰ καταστρέψουν τὸν ἴδιο τὸν ἑαυτό τους, κι ἄλλοι ἐπαναστάτες κι αὐτοί, μὰ ἀδύναμοι, δειλοί, τρελλοὶ κι ἐξαθλιωμένοι, θὰ συρθοῦν στὰ πόδια μας φωνάζοντας: «Ναί, εἴχατε δίκιο, ἐσεῖς μόνο ξέρετε τὸ μυστικὸ καὶ σ᾿ ἐσᾶς ξαναγυρίζουμε· σῶστε μας ἀπ᾿ τὸν ἑαυτό μας!» Χωρὶς ἀμφιβολία, ὅταν θὰ πάρουν ἀπὸ μᾶς τὸ ψωμί, θὰ δοῦν βέβαια ὅτι τοὺς παίρνουμε τὸ δικό τους, ποὺ τὸ κέρδισαν μὲ τὸν ἴδιο τὸν κόπο τους, γιὰ νὰ τοὺς τὸ ξαναμοιράσουμε δίχως θαύματα, θὰ δοῦν ὅτι δὲ μεταλλάξαμε τὶς πέτρες σὲ ψωμιά, ἀλλ᾿ αὐτὸ ποὺ θὰ τοὺς εὐχαριστήσει περισσότερο κι ἀπ᾿ τὸ ψωμὶ τὸ ἴδιο, εἶναι τὸ γεγονὸς ὅτι θὰ τὸ παίρνουν ἀπὸ τὰ χέρια μας! Γιατί θὰ θυμηθοῦν ὅτι παλιότερα, ἀκόμη καὶ τὸ ἴδιο τὸ ψωμί, ὁ καρπὸς τῆς δουλειᾶς τους, μετάλλαζε σὲ πέτρα μέσα στὰ χέρια τους, ἐνῷ ὅταν ξαναγυρίσουν κοντά μας, οἱ πέτρες θὰ μοιάζουν μὲ ψωμί. Θὰ καταλάβουν τὴν ἀξία τῆς ὁριστικῆς ὑποταγῆς. Ὅσο οἱ ἄνθρωποι δὲ θὰ μποροῦν νὰ τὰ καταλαβαίνουν ὅλ᾿ αὐτά, θἆναι δυστυχισμένοι. Ποιὸς ἔχει βάλει τὸ χέρι τοῦ περισσότερο ἀπ᾿ ὅλους γιὰ νὰ δημιουργηθεῖ τούτη ἡ ἀκατανοησία; Πές μου! Ποιὸς μοίρασε τὸ κοπάδι καὶ τὸ σκόρπισε σ᾿ ἄγνωστους δρόμους; Μὰ τὸ κοπάδι θὰ ξανασυγκροτηθεῖ, θαξαναβρεῖ τὴν ὑπακοή, κι αὐτὸ θἆναι πιὰ γιὰ πάντα. Τότε θὰ τοὺς προσφέρουμε μία ἤρεμη καὶ ταπεινὴ εὐτυχία, μιὰ εὐτυχία προσαρμοσμένη στὰ μέτρα τῶν ἀδύναμων πλασμάτων, τέτοιων ποὺ εἶναι. Θὰ τοὺς πείσουμε τέλος νὰ μὴν περηφανεύουνται, γιατὶ ἤσουν ἐσύ, ποὺ ἀνυψώνοντάς τους, τοὺς τὸ δίδαξες κι αὐτό· ἐμεῖς θὰ τοὺς ἀποδείξουμε ὅτι εἶναι ταπεινοὶ κι ἄχρηστα παιδιά, θλιβερὰ πλάσματα, μὰ πὼς ἡ παιδιάστικη εὐτυχία εἶναι πιὸ προσιτή. Θὰ γίνουν ντροπαλοί, δὲ θὰ θένε νὰ μᾶς χάσουν ἀπ᾿ τὰ μάτια τους, καὶ θὰ σφίγγονται πάνω μας μὲ τρόμο σὰν τὰ τρυφερὰ κλωσσοπούλια κάτω ἀπ᾿ τὰ φτερὰ τῆς κότας. Θὰ δοκιμάζουν μίαν ὅλο φόβο κατάπληξη, καὶ θἆναι περήφανοι γι᾿ αὐτὴ τὴν ἐνεργητικότητα καὶ τὴν ἐξυπνάδα, ποὺ ἐμεῖς θὰ τοὺς ἐπιτρέπουμε νὰ παρουσιάζουν ὅλοι αὐτοί, μέσ᾿ ἀπὸ τὸ ἀναρίθμητο πλῆθος τῶν ἐπαναστατημένων.

Ἡ ὀργή μας θὰ τοὺς κάνει νὰ τρέμουν, ἡ ντροπὴ κι ἡ δειλία θὰ τοὺς πλημμυρίζει, τὰ μάτια τους θὰ πάρουν μία θρηνητικὴ ἔκφραση σὰν τῶν γυναικῶν καὶ τῶν παιδιῶν· μά, σ᾿ ἕνα νόημά μας, θὰ περνοῦν τὸ ἴδιο εὔκολα στὴ χαρὰ καὶ στὸ γέλιο, σὰν ξένοιαστα παιδιά. Βέβαια, θὰ τοὺς ὑποχρεώνουμε νὰ δουλεύουν, μὰ τὶς ὦρες τῆς σχόλης τους, θὰ ὀργανώσουμε τὴ ζωή τους ἔτσι ποὺ νὰ μοιάζει σὰν παιχνίδι, μὲ τραγούδια, μὲ χορωδίες, μ᾿ ἀθῴους χορούς. Ὤ, ναί! Θὰ τοὺς ἐπιτρέπουμε ἀκόμη καὶ ν᾿ ἁμαρτάνουν, γιατί εἶν᾿ ἀδύναμοι, κι ἐξαιτίας αὐτοῦ εἶναι ποὺ θὰ μᾶς ἀγαποῦν σὰν παιδιά. Θὰ τοὺς ποῦμε πὼς τὸ κάθε ἁμάρτημα θὰ ἐξαγοράζεται, ἂν ἔγινε μὲ τὴν ἄδειά μας· ἀπὸ ἀγάπη εἶναι ποὺ θὰ τοὺς ἐπιτρέπουμε ν᾿ ἁμαρτάνουν, καὶ θὰ παίρνουμε τὴ θλίψη καὶ τὸ βάρος πάνω μας. Θὰ μᾶς εὐλογοῦν σὰν εὐεργέτες ποὺ φορτωνόμαστε τὰ ἁμαρτήματά τους, ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ. Δὲ θἄχουν πιὰ μυστικὰ ἀπὸ μᾶς. Ἀνάλογα μὲ τὸ βαθμὸ τῆς ὑπακοῆς τους, θὰ τοὺς ἐπιτρέπουμε ἢ θὰ τοὺς ἀπαγορεύουμε νὰ ζοῦν μὲ τὶς γυναῖκες τους, ἢ μὲ τὶς ἐρωμένες τους, νἄχουν παιδιὰ ἢ νὰ μὴ ἔχουν, κι αὐτοὶ θὰ μᾶς ἀκοῦνε μὲ χαρά. Θὰ μᾶς παραδίνουν τὰ πιὸ πολύτιμα μυστικὰ τῆς συνείδησής τους, θὰ λύνουμε ὅλα τὰ προβλήματά τους, καὶ θὰ δέχονται τὴν ἀπόφασή μας μὲ ξενοιασιά, γιατί θὰ τοὺς βγάζει ἀπ᾿ τὴ μεγάλη ἔγνοια νὰ διαλέξουν ἀπὸ μόνοι τους ἐλεύθερα. Κι ὅλοι τους θἆναι εὐτυχισμένοι, ἑκατομμύρια πλάσματα, ἔξω ἀπὸ καμιὰ ἑκατοστὴ χιλιάδες, τοὺς διευθυντές τους, ἔξω ἀπὸ μᾶς, ποὺ θὰ ξέρουμε τὰ μυστικά τους. Οἱ εὐτυχισμένοι θ᾿ ἀριθμοῦνται κατὰ δεκάδες χιλιάδες, κατὰ μυριάδες καὶ δὲ θὰ ὑπάρχουν παρὰ ἑκατὸ χιλιάδες μάρτυρες, ποὺ θὰ ξέρουν τὴν καταραμένη διάκριση ἀνάμεσα στὸ Καλὸ καὶ στὸ Κακό. Θὰ πεθάνουν εἰρηνικά, θὰ σβήσουν γλυκὰ στ᾿ ὄνομά σου, καὶ στὸ ὑπερπέραν δὲ θὰ βροῦν παρὰ τὸ θάνατο. Θὰ φυλάξουμε ὅμως τὸ μυστικό· θὰ τοὺς λικνίσουμε, ναί, θὰ τοὺς νανουρίσουμε, γιὰ τὴν εὐτυχία τους, μὲ μίαν αἰώνια ἀνταμοιβὴ στὸν οὐρανό. Γιατὶ δὲν ὑπάρχει ἄλλη ζωή, κάτι τέτοιο βέβαια δὲν εἶναι καμωμένο γιὰ πλάσματα σὰν κι αὐτά. Προφητεύουν ὅτι θὰ ξαναγυρίσεις γιὰ νὰ νικήσεις πάλι, περιτριγυρισμένος ἀπὸ τοὺς ἐκλεκτούς σου, τοὺς πανίσχυρους καὶ περήφανους· θὰ ποῦν ὅτι δὲ θἄχουν σωθεῖ παρὰ μόνο ἐκεῖνοι ἀπὸ μόνοι τους, ἐνῷ ἐμεῖς θἄχουμε σώσει ὅλο τὸν κόσμο. Ἰσχυρίζονται ὅτι ἡ πόρνη ἀνεβασμένη πάνω στὸ ζῷο καὶ κρατώντας στὰ χέρια της τὸ «κύπελλο τοῦ μυστηρίου» θἆναι ἀτιμασμένη, ὅτι οἱ ἄνθρωποι θὰ ἐπαναστατήσουν πάλι, ὅτι θὰ ξεσχίσουν τὴν προρφύρα της καὶ θὰ καταβροχθίζουν τὸ «ἀκάθαρτο». Θὰ σηκωθῶ τότε καὶ θὰ δείξω τὶς μυριάδες τοὺς εὐτυχισμένους, ποὺ δὲ γνώρισαν τὸ ἁμάρτημα.

Κι ἐμεῖς, ἐμεῖς ποὺ πήραμε ἀπάνω μας τὰ λάθη τους, γιὰ τὴν εὐτυχία τους, θ᾿ ἀνορθωθοῦμε μπροστά του καὶ θὰ ποῦμε: «Δὲ σὲ φοβόμαστε καθόλου· κι ἐμεῖς τὸ ἴδιο βρεθήκαμε στὴν ἔρημο, ζήσαμε μ᾿ ἀκρίδες καὶ μέλι· κι ἐμεῖς τὸ ἴδιο εὐλογήσαμε τὴν ἐλευθερία ποὺ παραχώρησες στοὺς ἀνθρώπους, κι ἑτοιμαστήκαμε νἄμαστε ἀνάμεσα στοὺς ἐκλεκτούς σου, στοὺς ἰσχυροὺς καὶ στοὺς περήφανους, καὶ νὰ καοῦμε «γιὰ νὰ συμπληρώσουμε τὸν ἀριθμό». Ἀλλὰ συνήρθαμε καὶ δὲ θελήσαμε νὰ ὑπηρετήσουμε μία παράλογη ἰδέα. Ξαναγυρίζουμε γιὰ νὰ ἑνωθοῦμε μ᾿ αὐτοὺς ποὺ διόρθωσαν τὸ λάθος σου. Ἐγκαταλείψαμε τοὺς περήφανους καὶ γυρίσαμε κοντὰ στοὺς ταπεινούς, γιὰ νὰ φτιάξουμε τὴν εὐτυχία τους». Στὸ ξαναλέω, αὔριο, σ᾿ ἕνα νόημά μου, ὅλο αὐτὸ τὸ πειθαρχημένο κοπάδι θὰ φέρει ἀναμμένα κάρβουνα γιὰ τὴν πυρά, ὅπου θὰ σ᾿ ἀνεβάσουμε γιὰ νὰ μὴν ἐμποδίσεις τὸ ἔργο μας. Γιατί ἂν κάποιος ἀξίζει πιότερο ἀπ᾿ ὅλους νὰ καεῖ, αὐτὸς εἶσ᾿ ἐσύ. Αὔριο θὰ σὲ κάψω. Ἐλέχθη.
Ὁ Ἰβὰν σώπασε. Εἶχε ξανάψει μιλώντας, κι ὅταν τέλειωσε ἕνα χαμόγελο φάνηκε στὰ χείλια του.
Ὁ Ἀλιόσα ἄκουγε σιωπηλά, μὲ μίαν ὑπέρτατη συγκίνηση. Πολλὲς φορὲς θέλησε νὰ διακόψει τὸν ἀδερφό του, μὰ συγκρατήθηκε.
– Μὰ…. εἶν᾿ ἀνόητο! φώναξε καὶ γίνηκε κατακόκκινος. Τὸ ποίημά σου εἶν᾿ ἕνας ὕμνος στὸν Ἰησοῦ, κι ὄχι κατηγόρια … ὅπως τὄθελες. Ποιὸς θὰ πιστέψει ὅλ᾿ αὐτὰ ποὺ λὲς γιὰ τὴν ἐλευθερία; Γιατί, τάχα ἔτσι τὴν καταλαβαίνουμε τὴν ἐλευθερία; Ἢ μήπως τέτοια εἶν᾿ ἡ ἀντίληψη τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας; Αὐτὰ ὅλα τἄκανε ἡ Ρώμη κι ἀκόμη ὄχι ὁλόκληρη μὰ τὰ χειρότερα στοιχεῖα της, ἀνάμεσα στὸν Καθολικισμό, οἱ ἱεροεξεταστές, οἱ Ἰησουΐτες!.. Δὲν ὑπάρχει φανταστικὸ πρόσωπο σὰν τὸν ἱεροεξεταστή σου. Ποιὰ εἶναι τ᾿ ἁμαρτήματα τοῦ πλαϊνοῦ μας ποὺ φορτωνόμαστε; Ποιοὶ εἶν᾿ αὐτοὶ ποὺ συντηροῦν τὸ μυστήριο, ποῦ φορτώνονται μὲ τὸ ἀνάθεμα γιὰ τὴν εὐτυχία τῆς ἀνθρωπότητας; Ποῦ τὸ ξανάδες κάτι τέτοιο; Τοὺς ξέρουμε δὰ τοὺς Ἰησουΐτες, λένε πολὺ ἄσχημα πράγματα, ἀλλὰ μοιάζουν καθόλου μ᾿ αὐτοὺς ποῦ περιγράφεις ἐσύ; Καθόλου! …Εἶναι ἁπλούστατα ἡ ρωμαιοκαθολικὴ στρατιά, τὸ ὄργανο τῆς μελλοντικῆς κυριαρχίας τοῦ κόσμου, μ᾿ ἕναν αὐτοκράτορα, τὸν Ποντίφηκα, ἐπικεφαλῆς… Νά, ποιὸ εἶναι τὸ ἰδανικό τους. Δὲν ὑπάρχει σ᾿ ὅλο αὐτὸ κανένα μυστήριο, καμιὰ ὑπέρτατη θλίψη… ἡ δίψα γιὰ ἐξουσία, ἡ χυδαία συναλλαγὴ πάνω στὰ βρώμικα ἐπίγεια ἀγαθά… ἕνα εἶδος μελλοντικῆς ὑποδούλωσης, ὅπου ἐκεῖνοι θἆναι οἱ μεγαλογαιοκτήμονες… κι αὐτὸ εἶν᾿ ὅλο. Μπορεῖ ἴσως καὶ νὰ μὴν πιστεύουν στὸ Θεό, μὰ ὁ ἱεροεξεταστής σου δὲν εἶναι παρὰ ἕνα κατασκεύασμα…

– Στάσου, στάσου! λέει γελώντας ὁ Ἰβάν. Πόσο ξάναψες μ᾿ ὅλη τούτη τὴν ἱστορία. Κατασκεύασμα εἶπες, ἔ; Ναί, μπορεῖ, φυσικά. Ὅμως πιστεύεις στ᾿ ἀλήθεια ὅτι ὁλόκληρο τὸ κίνημα τοῦ Καθολικισμοῦ, κατὰ τοὺς τελευταίους αἰῶνες δὲν ἐμπνέεται παρὰ μόνο ἀπὸ τούτη τὴ δίψα γιὰ τὴν ἐξουσία, ὅτι δὲν ἔχει κατὰ νοῦ παρὰ μόνο τὰ ἐπίγεια ἀγαθὰ; Μήπως ὁ πάτερ-Παΐσιος σοῦ τὸ διδάσκει αὐτά;
– Ὄχι, ὄχι, τὸ ἀντίθετο. Ὁ πάτερ-Παΐσιος μίλησε κάποτε μὲ τὸ πνεῦμα τὸ δικό σου… μὰ δὲν ἦταν διόλου τὸ ἴδιο πρᾶγμα.
– Ἄ, ἄ, νά, μιὰ πολύτιμη πληροφοία, παρόλο τό: «δὲν ἦταν διόλου τὸ ἴδιο πρᾶγμα», ποὺ λές. Ἀλλὰ γιὰ ποιὸ λόγο τότε οἱ Ἰησουΐτες κι οἱ ἱεροεξεταστὲς θὰ ἑνώνονταν, μόνο γιὰ τὴν ἐπίγεια εὐτυχία; Δὲ θὰ μπορούσαμε νὰ βροῦμε ἀνάμεσά τους κι ἕναν μάρτυρα, ποὺ νἄχει παρασυρθεῖ ἀπ᾿ τὸν εὐγενικὸ πόνο καὶ ποὺ ν᾿ ἀγαπᾷ τὴν ἀνθρωπότητα; Ἂς ὑποθέσουμε ὅτι ἀνάμεσα σ᾿ αὐτὰ τὰ διψασμένα γιὰ ἐπίγεια ἀγαθὰ πλάσματα, ὑπάρχει ἕνα μόνο σὰν αὐτὸ τὸ γερο-ἱεροεξεταστή, ποὺ ἔζησε μ᾿ ἀκρίδες καὶ μέλι στὴν ἔρημο καὶ ποὺ πάθιασε γιὰ νὰ λυτρωθεῖ ἀπ᾿ τὶς αἰσθήσεις του καὶ νὰ γίνει ἐλεύθερος, γιὰ νὰ φτάσει ὡς τὴν τελειότητα· ὡστόσο, πάντα του ἀγάπησε τὴν ἀνθρωπότητα. Ξαφνικά, βλέπει καθαρά, καταλαβαίνει πὼς εἶναι πολὺ μέτρια εὐτυχία νὰ πετύχεις τὴν ἀπόλυτη ἐλευθερία, ὅταν χιλιάδες ἀνθρώπινα πλάματα παραμένουν πάντα ἀχάριστα, πολὺ ἀδύναμα γιὰ νὰ χρησιμοποιήσουν αὐτὴ τὴν ἐλευθερία, ὅτι αὐτοὶ οἱ φτηνοὶ ἐπαναστατημένοι δὲ θὰ μπορέσουν ποτὲ νὰ ὁλοκληρώσουν τὸν κύκλο τους, κι ὅτι δὲν εἶναι παρὰ γιὰ κάτι τέτοια κοτόπουλα ποὺ ὁ μεγάλος ἰδεαλιστὴς ὀνειρεύτηκε τὴν ἁρμονία του. Κι ἀφοῦ τὰ κατάλαβε αὐτὰ ὁ ἱεροεξεταστής μου, στρέφεται πίσω καὶ ἐντάσσεται μὲ τοὺς ἀνθρώπους τοῦ Πνεύματος. Εἶναι λοιπὸν ἀδύνατο νὰ συμβεῖ κάτι τέτοιο;
– Σὲ ποιὸν νὰ ἐνταχθεῖ, σὲ ποιοὺς ἀνθρώπους τοῦ Πνεύματος; φωνάζει ὁ Ἀλιόσα σχεδὸν ἐνοχλημένος. Αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι δὲν ἔχουν κανένα πνεῦμα, δὲν ξέρουν οὔτε ἀπὸ μυστήρια, οὔτε ἀπὸ μυστικά… Ὁ ἀθεϊσμός, νά, ποιὸ εἶναι τὸ μυστικό τους! Ὁ ἱεροεξεταστής σου δὲν πιστεύει στὸ Θεό.
– Ἄ, καὶ τί σημασία ἔχει αὐτό; Τὸ μάντεψες ἐπιτέλους. Αὐτὸ εἶναι μάλιστα, αὐτὸ εἶν᾿ ὅλο κι ὅλο τὸ μυστικό, ἀλλὰ δὲν εἶναι κι αὐτὸς ἕνας πόνος, μιὰ ἀγωνία, γιὰ ἕναν ἄνθρωπο σὰν κι αὐτόν, ποὺ θυσίασε τὴ ζωή του στὸ ἰδανικό του, μέσα στὴν ἔρημο καὶ δὲν ἔπαψε ν᾿ ἀγαπᾷ τὴν ἀνθρωπότητα; Στὴ δύση τῶν ἡμερῶν του πείθεται ξεκάθαρα ὅτι μόνες οἱ συμβουλὲς τοῦ μεγάλου καὶ τρομεροῦ πνεύματος, θὰ μποροῦσαν νὰ καταστήσουν ὑποφερτὴ τὴν ὕπαρξη τῶν χυδαίων ἐπαναστατημένων, αὐτῶν τῶν «ἐκτρωτικῶν πλασμάτων, ποὺ δημιουργήθηκαν ἀπὸ ξεγέλασμα». Καταλαβαίνει ὅτι πρέπει ν᾿ ἀκούσει τὸ βαθυστόχαστο πνεῦμα, αὐτὸ τὸ πνεῦμα τῆς ἐρήμωσης καὶ τοῦ θανάτου, καὶ πὼς γιὰ νὰ τὸ κάνει, πρέπει νὰ προσεταιριστεῖ τὴν ἀπάτη καὶ τὸ ψέμα, νὰ ὁδηγήσει ἐσκεμμένα τοὺς ἀνθρώπους στὸ θάνατο καὶ τὴν ἐρήμωση, μὰ ἐπιδέξια, μὰ ξεγελώντας τους σ᾿ ὅλο τὸ δρόμο, γιὰ νὰ τοὺς κρύψει ἐκεῖνο ποὺ τοὺς περιμένει στὸ τέλος, καὶ γιὰ νἄχουν αὐτὰ τὰ θλιβερὰ πλάσματα μία ψευδαίσθηση εὐτυχίας. Πρόσεξε καὶ τοῦτο: ἡ ἀπάτη γίνεται στ᾿ ὄνομα Ἐκείνου ποὺ ὁ γέρος τὸν πίστεψε φλογερά, σ᾿ ὅλη του τὴ ζωή! Δὲν εἶν᾿ αὐτὸ μιὰ δυστυχία;

Κι ἂν ὑπάρχει, ἔστω κι ἕνα παρόμοιο πλάσμα, ἐπικεφαλῆς αὐτῆς τῆς στρατιᾶς ποὺ εἶναι «λαίμαργη γιὰ ἐξουσία ἀπέναντι στὰ χυδαῖα ἀγαθά», αὐτὸ τάχα δὲν εἶν᾿ ἀρκετὸ γιὰ νὰ δημιουργηθεῖ μία τραγῳδία; Ἀκόμη περισσότερο, εἶν᾿ ἀρκετὸς ἕνας τέτοιος ἡγέτης, γιὰ νὰ ἐνσαρκώσει τὴν ἀληθινὴ κατευθυντήρια ἰδέα τοῦ ρωμαϊκοῦ καθολικισμοῦ, μὲ τὶς στρατιές του καὶ τοὺς Ἰησουΐτες του, τὴν ὑπέρτατη ἰδέα. Σοῦ τὸ δηλώνω, ἔχω πεισθεῖ ἀπόλυτα ὅτι αὐτὸς ὁ μοναδικὸς τύπος δὲν παράλειψε ποτὲ νὰ ὑπάρχει ἀνάμεσα σ᾿ αὐτοὺς ποὺ ἦταν ἐπικεφαλῆς τοῦ κινήματος. Ποιὸς ξέρει μπορεῖ νὰ ὑπῆρξαν καὶ μερικοὶ τέτοιοι ἀκόμη κι ἀνάμεσα στοὺς ποντίφηκες. Ποιὸς μπορεῖ νὰ ξέρει; Ἴσως τοῦτος ὁ καταραμένος γέρος, ποὺ ἀγαπᾷ μὲ τόσο πεῖσμα τὴν ἀνθρωπότητα, μὲ τὸν τρόπο του βέβαια, νὰ ὑπάρχει ἀκόμη καὶ τώρα σὲ πολλὰ ἀντίτυπα, κι αὐτὸ ὄχι τυχαῖα, ἀλλὰ μὲ τὴ μορφὴ μιᾶς συμμαχίας, μιᾶς μυστικῆς ἐταιρίας, ποὺ ὀργανώθηκε ἐδῶ καὶ πολὺν καιρό, γιὰ νὰ φυλάξει τὸ μυστήριο, νὰ τὸ σκορπίσει ἀνάμεσα στοὺς δυστυχισμένους καὶ στοὺς ἀδύναμους γιὰ νὰ τοὺς κάνει εὐτυχισμένους. Σίγουρα θὰ πρέπει νἆναι ἔτσι, γιατί εἶναι μοιραῖο νἆναι. Φαντάζομαι ἀκόμη ὅτι οἱ «φραμασόνοι» ἔχουν κι αὐτοὶ ἕν᾿ ἀνάλογο μυστήριο στὴ βάση τῆς θεωρίας τους, καὶ γιὰ τοῦτο οἱ Καθολικοὶ τοὺς μισοῦν τόσο πολύ, βλέπουν σ᾿ αὐτοὺς ἕναν ἀντίπαλο, τὴ διάχυση τῆς μοναδικῆς ἰδέας, ἐνῷ θὰ πρέπει νὰ ὑπάρχει ἕνα μόνο κοπάδι μ᾿ ἕνα μοναδικὸ πάστορα. Ἄλλωστε, ὑπερασπιζόμενος τὶς σκέψεις μου, ἔχω τὸ ὕφος κάποιου δημιουργοῦ, ποὺ δὲν ἀνέχεται τὴν κριτική, αὐτὸ ἔπαθα στὸ τέλος… Μά, ἀρκετὰ πάνω στὸ πρόβλημα, φτάνει.
– Ἴσως κι ἐσὺ ὁ ἴδιος νἆσαι μασόνος, ἄφησε ξαφνικὰ νὰ τοῦ ξεφύγει ὁ Ἀλιόσα. Δὲν πιστεύεις στὸ Θεὸ πρόσθεσε μὲ μία βαθιὰ θλίψη. Τοῦ φάνηκε μάλιστα πὼς ὁ ἀδερφός του τὸν κοίταζε κοροϊδευτικά, καὶ πρόσθεσε:
– Πῶς τελειώνει ὅμως τὸ ποίημά σου; Ἢ μήπως αὐτὸ εἶν᾿ ὅλο;
Ὁ Ἀλιόσα λέγοντας τούτη τὴν τελευταία φράση κράτησε χαμηλωμένα τὰ μάτια του. […]