`

Είναι βραδιές που φέρνω γύρα

κάποιο δρομάκι αποσπερνό

ζητώντας ότι έχω χαμένο

μήπως το βρω, καθώς περνώ,

`

και μη μπορώντας να υποφέρω

τη σκέψη που με τυραννεί

κοιτάζω, για παρηγοριά μου,

το φως που στέλνουν οι ουρανοί.

`

 

Κι είναι ώρες πάλι που γυρίζω,

μονάχος, όλη τη βραδιά

σαν ένας που θα περπατούσε

μ’ ένα μαχαίρι στην καρδιά

`

κι άλλες ακόμα πιο μονάχες,

που παίρνω αγάλια το στρατί,

κι η ζωή μου μοιάζει πεθαμένο,

που μες στη νύχτα περπατεί…

`

*****************************

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΝΑΠΟΛΕΟΝΤΑ ΛΑΠΑΘΙΩΤΗ 

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ
Από τη “Νέα Εποχή”, τεύχος 165-166 1984, σσ. 124-131

 

ΟΛΟΚΛΗΡΟ ΕΔΩ:  https://www.sarantakos.com/liter/lapathiotis/neaepoxh.html

 

`

Για να βιογραφήσεις ένα λογοτέχνη που έρχεται από τον περασμένο αιώνα, ή από τις αρχές του δικού μας, είσαι αναγκασμένος να διασχίσεις μια ιστορία λογοτεχνίας γεμάτη εναλλαγές. Πλήθος ιδεολογικά και λογοτεχνικά κινήματα διαγωνίζονται ποιο να επικρατήσει το ένα πάνω στο άλλο, για τη διαμόρφωση των κοινωνικών και πολιτικών συνειδήσεων των ανθρώπων της εποχής. Ο άνθρωπος είναι ιστορία. Σε μια πορεία πενήντα χρόνων αλλάζει συνεχώς ιδέες, συνείδηση, αισθητικές αντιλήψεις, συνήθως προς τα μπρος αλλά και προς τα πίσω. Αυτό εξαρτάται κάθε φορά από το ποιες κοινωνικές δυνάμεις βρίσκονται στο προσκήνιο, από το συσχετισμό τους.

Η Ελλάδα ως το τέλος του Πρώτου Παγκόσμιου Πολέμου ήταν μια ήρεμη κλειστή θάλασσα. Κάπου κάπου κάποιος σφοδρότερος αέρας την αναστάτωνε στιγμιαία, προκαλούσε μερικές αλλαγές και πάλι ξανάβρισκε τη γαλήνη της. Έτσι συνέβηκε με το κίνημα στο Γουδί το 1909, έτσι και με την αγροτική ανταρσία στη Θεσσαλία το 1910, με την κυβέρνηση της Εθνικής Άμυνας στη Θεσσαλονίκη το 1916. Η πάλη περιορίζονταν μέσα στους κόλπους της αστικής τάξης, η οποία άλλωστε λόγω της εξάρτησης της χώρας από τους ξένους, ήταν τόσο αναιμική. Η εργατική τάξη, κυρίως χειρονακτική, – αφού έλειπε η βιομηχανία -, συγχέονταν με την τεράστια μάζα της φτωχολογιάς των πόλεων και της υπαίθρου.

Πάνω σ΄ αυτόν τον καμβά θα χρειαστεί να σημειώσει ο ιστορικός ή ο μελετητής της λογοτεχνίας τα αισθητικά ρεύματα και τις τοποθετήσεις απέναντι σ’ αυτά των ποιητών και των πεζογράφων. Τι θα μπορούσε να είναι τα ρεύματα αυτά σε μια χώρα τέτοια που τη σκιτσάραμε παραπάνω; Καχεκτικά, απήχηση ξένων ρευμάτων, που και κείνα βρίσκονταν σε διάσταση με μια πραγματικότητα δυσάρεστη για τους δημιουργούς τους. Πανίσχυρος τότε ο εστετισμός και ο αισθησιασμός στην τέχνη. Την αφετηρία τους θα την ανακαλύψουμε στο τέλος του 19ου αιώνα στους ωραιολόγους, τους θαυμαστές και μιμητές του Γκαμπριέλ ντ’ Αννόυντζιο, του Εντγαρ Πόε, του Φρ. Νίτσε, του Όσκαρ Ουάιλντ, στο Νιρβάνα, τον Επισκοπόπουλο, το Ντίνο Θεοτόκη, το Κ. Χρηστομάνο, το Ροδοκανάκη, τον Καμπόση, το Δημ. Χατζόπουλο, το Ζαχαρία Παπαντωνίου.

Αλλά ο Λαπαθιώτης εκτός από εστέτ ήταν και ωραιοπαθής. Σε πολλά δε φοβόταν να μιμείται τον Ουάιλντ, στο ντύσιμο, στο χτένισμα, στην κίνηση και στην προκλητικότητα. Όλα αυτά υποθάλπονταν από τους γονείς του, τους πλούσιους και τους καλλιεργημένους. Κυπριακής καταγωγής ο πατέρας του, ως στρατιωτικός έφτασε στο βαθμό του αντιστράτηγου και ως μαθηματικός δίδαξε στο Πολυτεχνείο, στη Σχολή Ευελπίδων, διετέλεσε βουλευτής, προσωπάρχης του Υπουργείου Στρατιωτικών και Υπουργός των Στρατιωτικών του Στρατιωτικού Συνδέσμου (1909). Ο ποιητής γεννήθηκε το 1888. Τον βάφτισαν και του δόσαν το ηχηρό όνομα Ναπολέων! Κείνα τα χρόνια τα παλιά, ήταν ιδανικό να είσαι στρατιωτικός, πιο κυριολεχτικά, στρατιώτης. Οι πατεράδες ανάθρεφαν τα παιδιά τους με την ιδέα της πατρίδας. Τα ετοίμαζαν για ελευθερωτές των αλύτρωτων. Σκεφτείτε, τι όνειρα έφτιαχνε για το γιο του ο στρατηγός Λεωνίδας -μάλιστα – Λαπαθιώτης, για να τον βαφτίσει Ναπολέων! Και βέβαια αυτός ο Ναπολέων δε δικαίωσε ποτέ ούτε το όνομα του, ούτε τις προσδοκίες του πατέρα του. Έγινε ποιητής! Μήπως ποιητής πατριωτικός; Κάθε άλλο. Ένας από τους «καταραμένους». Αλλ’ αντ’ άλλων, δηλαδή.

Τ’ όνειρο μου πια δεν είναι να χαρώ, μήτε να ζήσω,
μα να πω μια λέξη μόνο, σα μια φλόγα, – και να σβήσω.

Κι όσο ζω, κι όσο μαθαίνω, τόσο νιώθω, αλίμονο μου,
το βαθύ και το μεγάλο κι απροσμέτρητο κενό μου…

Μόνος ήρθα, κάποιο βράδι, μόνος πόνεσα για λίγο,
μόνος έζησα του κάκου, – κι όπως ήρθα και θα φύγω.

Το ποίημα αυτό δημοσιεύτηκε στο διπλό τεύχος της «Νέας Εστίας», 1 -15.1.1944 μαζί με την αναγγελία της αυτοκτονίας του, με τίτλο «Αποχαιρετισμοί στη μουσική», επίτιτλο «ανέκδοτοι στίχοι» και υπότιτλο σε παρένθεση «Στίχοι της παλιάς τεχνοτροπίας».

Αν πάρουμε για τελευταίο ποίημα του Λαπαθιώτη τους «Αποχαιρετισμούς» και για πρώτα όσα δημοσίεψε στο περιοδικό των νέων «Η Ηγησώ» (1907-1908) και αντιπαραβάλουμε το περιεχόμενο τους, θα διαπιστώσουμε πως ο θάνατος κυριαρχεί:

Όλη η ψυχή μου είναι ένας Θάνατος,
Είμαι ένας Θάνατος μα ζωντανός…

Πάντοτε το ίδιο μοτίβο, η πληθώρα των υποκοριστικών, όπως το παρατήρησε ο καθηγητής Μ. Γ. Μερακλής, ο πόνος, η θλίψη, τα δάκρυα. Το τέλος καλά ο θάνατος, μα και η αρχή; Στα ποιήματα που δημοσίευσε στο μοναδικό τόμο του περιοδικού, διαρκώς ακούγονται λυγμοί, κάθε άλλο παρά πειστικοί. Μόνο σε ένα από αυτά, για το θάνατο της γιαγιάς από το αντικρυνό το σπίτι, η ατμόσφαιρα διαφέρει. Και περίεργο έχει μονάχα ένα υποκοριστικό:

Απόψε πέθανε η γιαγιά στο αντικρυνό το σπίτι.
Ένα κερί θαμπό – θαμπό στο τζάμι σιγοτρέμει,
Κλαίει με πικρό παράπονο σε μια γωνιά η ανέμη…
Απόψε πέθανε η γιαγιά στο αντικρυνό το σπίτι…

Την υστερνή της την πνοή την άρπαξε το αγέρι,
Όλα τα μύρα κ’ οι δροσιές ολόγυρα της ήσαν,
Ήρθαν αγάλια οι άγγελοι και τη γλυκοφιλήσαν…
Σαν κύμα μόνο τα παιδιά ψυχομαχούν κ’ οι γέροι…
Την υστερνή της την πνοή την άρπαξε το αγέρι…

Συχνά μιλούν για τη μεγάλη και πλούσια σε εκλεχτά βιβλία βιβλιοθήκη του Λαπαθιώτη, για την πρώτη θέση που κρατούσαν τα έργα και τα πορτραίτα του Όσκαρ Ουάιλντ. Οι Γάλλοι και οι άλλοι δυτικοί συμβολιστές στη γλώσσα τους, σε ωραίες εκδόσεις, πιάναν τα περισσότερα ράφια της. Ο συμβολισμός δεν ήταν ο μόνος που επηρέαζε την ποίηση αυτού του καιρού. Όμως ανεξάρτητα από ρεύματα φιλολογικά, κείνο που έχει σημασία είναι ότι οι ποιητές, που τα ακολουθούσαν κλείνονταν στον εαυτό τους και αδιαφορούσαν για τις συγκρούσεις στην κοινωνική αρένα, από τις οποίες αργά ή γρήγορα θα εξαρτιόταν η τύχη της χώρας, του λαού, η οικονομική και πολιτική ζωή, οι κατευθύνσεις των τεχνών και των γραμμάτων. Η ιδεολογία του Λαπαθιώτη, του Τέλλου Άγρα, του Στασινόπουλου, του Παναγιωτόπουλου και τόσων άλλων ήταν εντελώς ατομιστική.

Μόνο ο κύκλος του «Νουμά» χάραξε άλλους δρόμους από τότε που ο Γ. Σκληρός έδοσε το τόσο πια γνωστό βιβλίο του «Το κοινωνικόν μας ζήτημα». Η ποίηση, η πεζογραφία, το θέατρο, το δοκίμιο απαλλάσσονται από τον άκρατο υποκειμενισμό, για ν’ αντλήσουν δύναμη από το σοσιαλιστικό ιδανικό, από την επαφή των δημιουργών τους με τα κοινωνικά στρώματα της εργατιάς, της αγροτιάς και των μικροαστών. Ο κύκλος αυτός βέβαια ήταν στενός, ένα μικρό τμήμα του δημοτικιστικού εκπαιδευτικού και λογοτεχνικού κινήματος. Όμως δε θ’ αργούσε να υπερισχύσει όλων των άλλων. Ο πόλεμος, η ταξική πάλη σε διεθνική κλίμακα έφερναν όλο και περισσότερο το προλεταριάτο στο ρόλο του ρυθμιστή μιας νέας τάξης πραγμάτων στον κόσμο. Από διαίσθηση καταλάβαιναν την αλλαγή και τα πιο αδιάφορα και εγωιστικά άτομα. Η πρόοδος στο απελευθερωτικό ζήτημα τους κατεύθυνε προς τον εθνικισμό, πράγμα, που τους περισσότερους ανθρώπους των γραμμάτων και της διανόησης τους απομάκρυνε πιο πολύ από τη ρεαλιστική ιδεολογία.

Η οικογένεια του Λαπαθιώτη όσο κι αν ταλαντεύτηκε μερικές φορές, δεν άλλαξε πλεύση, ήταν γενικά δημοκρατική. Αλλά ο γιος της κι όταν ακόμα εγκατέλειπε την εφηβεία, δεν ανακάτευε την πολιτική με την τέχνη. Περιορίζονταν στις απολαύσεις του σώματος και του πνεύματος με τον τρόπο του Καβάφη. Άφηνε στην άκρη την κοινωνική επανάσταση, ίσως γιατί τον απασχολούσε ολοκληρωτικά η επανάσταση των κενών λόγων. Στα 1914 περπατούσε στα είκοσι έξι χρόνια του. Οι Βαλκανικοί πόλεμοι είχαν επεκτείνει τα σύνορα της Ελλάδας στην Ήπειρο και τη Μακεδονία κι ο Ναπολέων της λογοτεχνίας καλούσε με το μανιφέστο του από τις σελίδες του «Νουμά» τους νέους «που βράζει μέσα τους το αίμα, κι είναι καλεσμένοι γι’ αυριανούς θριάμβους, να συντρίψουμε τα είδωλα και να μπούμε εμείς μπροστά. Να ρίξουμε ό,τι ξέρουμε για ψεύτικο και για πλαστό, να σεβαστούμε μονάχα, ό,τι στέκεται Ιερό και ό,τι καθοσίωσεν η Αγνή Έμπνευση. Σας περιμένω».

[…]