Tο πάρτι είχε κανονιστεί από καιρό για τα καλά κι όλα ήταν έτοιμα για να ξεκινήσει.  Έπιπλα και σερβίτσια είχαν φύγει απ’ τη θέση τους,  ο μπουφές είχε στρωθεί με τα ποτά  και ο κος Τυπέογλου, σαν γνήσιος εραστής της γλώσσας, των κοινωνικών δικτύων και του τηλεφώνου, είχε κάνει τα πάντα για να μαζέψει κόσμο γύρω του.

Ο ντι τζει της βραδιάς, γνωστός σ’ όλους κι ως κύριος «Τριλαλό», σηκώθηκε από νωρίς εκείνο το πρωί, μένοντας ευσυνείδητα έξω από τον κόσμο τούτο καθ’ όλη τη διάρκεια της ημέρας. Αφού πήρε τον καφέ του  στην  παραλιακή ως γνήσιος νάρκισσος, παραδόθηκε αμέριμνος, στη ρέμβη του εαυτού του.

Στις δέκα παρά τέταρτο το βράδυ, ο «Τρι Λα Λο» βγήκε από τη σκάλα του διαμερίσματος του, παρασέρνοντας στο διάβα του ό,τι έβρισκε μπροστά του μισοπιωμένος, μέχρι που έφθασε στο πλατύσκαλο, έξω από τη πόρτα του  διαμερίσματος όπου θα έπαιζε. Χτύπησε το κουδούνι. Η πόρτα άνοιξε σχεδόν αμέσως·  θόρυβος και  εικόνες  από τον κόσμο που τον περίμενε εναγωνίως, όρμησαν καταπάνω του.

Στο πάρτι, ήταν όλοι: ο τραπεζίτης, ο αλάνης, ο αλμπάνης, ο μπουχέσας, ο καλλιτέχνης, ο των δημοσίων σχέσεων, ο γκόμενος,  ο γκέι,  ο επιχειρηματίας,  ο  ρουτίνας,  ο Χρήστος,  το τεκνό, ο Άγης, το ώριμο τεκνό,  ο Πατήρ Γλυφούλιος, κάποιες φοιτήτριες, μια στραβή, δυο δημοσιογράφοι και η Βένια!!  Και ως συνήθως, μερικές άσχετες, έτσι για να υπάρχει εφεδρεία. Γιατί πώς να το κάνουμε· πάρτι γίνεται, κι όταν γίνεται ένα πάρτι,  όλο και κάτι στραβό μπορεί να συμβεί.

Οι περισσότεροι από τους καλεσμένους δεν γνωρίζονταν ούτε  με τα  μικρά τους ονόματα. Όμως αυτό που τους ένωνε, ήταν η μουσική τού μουσικού τους μάστορα «Τρι Λα Λο». Αλλά και κάτι παραπάνω: η δύναμη του αλκοόλ. Γιατί για τη γενιά του αλκοόλ, η αλκοόλη ήταν ότι το  καύσιμο για το κινητήρα. Χωρίς αυτό δεν υπήρχε ζωή. Ενέργεια καμιά.  Διάθεση κλάφτα. Από τη στιγμή όμως που κάποιο χέρι  κρατούσε ένα ποτήρι, τότε όλα ήταν πιθανά.  Κάτι σαν μολυσματική ασθένεια. Σαν ίωση γενική.  Κι όλα τ’ άλλα, απλώς, «υπόλοιπα». Για τα υπόλοιπα, εκείνη τη βραδιά, υπεύθυνο ήταν το μαγικό  χέρι του Τριλαλό.

Ο ίδιος, ήξερε πώς να  τους «υποψιάσει»,  πώς να  τους «οδηγήσει», πώς να τους «μεταβάλει» και το σημαντικότερο, όταν η στιγμή θα το ζητούσε, πώς να τους «βγάλει» ήρεμους και ικανοποιημένους. Πράγμα που είναι απαραίτητο, όπως απαραίτητη είναι η έξοδος σ’ ένα βαγόνι, μετά το τέλος μιας διαδρομής στο Μετρό. Γιατί πού αλλού μπορούν να πάνε οι επιβάτες, παρά σε διαδρομές μετά του εισιτηρίου επιστροφής.

Για πολλούς, ο ντι τζει είναι ο μάγος της φυλής, ο σύγχρονος  «ΤουΤού» και φυλή του, οι καλεσμένοι. Το παιχνίδι που κάνει σχετίζεται με τις διαδρομές της ανθρώπινης ψυχής, των ενστίκτων  και των επιθυμιών της.  Ότι και να  συμβεί στους καλεσμένους, ο ίδιος, οφείλει να το ‘χει  περάσει προ πολλού στο δικό του είναι. Γι αυτό το λόγο, το παιχνίδι που κάνει δεν είναι ούτε τόσο καθαρό αλλά ούτε και τόσο αθώο όσο φαίνεται.  Κι ούτε έχει την ίδια επίδραση σε όλους.

Στην αρχή ενός πάρτι, αυτό που κυριαρχεί συνήθως στο περιβάλλον, είναι η  «ψύχρα»·  αμηχανία.  Μετά έρχονται τα ποτά,  η μουσική,  ύστερα το «ζέσταμα», και τέλος, όπως συχνά-πυκνά συμβαίνει, ο ερωτισμός.  Η κούραση οδηγεί στην απομάκρυνση που με τη σειρά της δίνει τη θέση  στη «μεγάλη χαμένη»: Τη νύχτα που δεν θα ξαναζήσουμε ποτέ.

Όλα αυτά τα ξέρουμε. Και γι αυτά είναι που παίζουμε.

Κάθε καλός ντι τζει, όπως καλή ώρα ο μάστορας Τρι Λα Λο, ξέρει πως ένα καλό πρόγραμμα δεν σχετίζεται ούτε με τη γνώση της μουσικής ούτε και με τα μέσα που έχει κανείς στη διάθεσή του· αλλά κυρίως, με την μουσικότητα των ψυχών που παρευρίσκονται.   Επειδή το χάρισμα που διαθέτουν τέτοιες περιπτώσεις ανθρώπων, είναι να νιώθουν από τα «μέσα»  τούς γύρω, οι ντι τζει, είναι κατά βάση άνθρωποι,  ευαίσθητοι,  μελαγχολικοί κι απόμακροι. Σιωπηλοί. Φωνή, είναι η μουσική τους.  Όπως επίσης αποτελεί κοινό μυστικό, το γεγονός, ότι κάθε πάρτι που σέβεται τον εαυτό του, διαθέτει και μια έκπληξη. Ένα οργανωμένο απρόοπτο. Κάτι σαν Μπουμ ας πούμε.

Σ’ εκείνο το πάρτι λοιπόν, η έκπληξη ήταν καλά  κρυμμένη  μέσα σ’ ένα κελί, στη μέση της αυλής.  Γύρω απ’ το μοναδικό δέντρο, υπήρχε ένα μεγάλο κελί καλυμμένο μ’ ένα λευκό πέπλο. Και πιο δίπλα μια κρήνη, απ’ όπου το νερό έρεε, σχεδόν ανεξέλεγκτα. Στην καλή στιγμή της βραδιάς, ήρθε η ώρα της αποκάλυψης: Ο  διοργανωτής της βραδιάς, περιστοιχιζόμενος από επτά ελαφροντυμένες Ντισκογκόμενες, στάθηκε στη μέση της αυλής, και με μια κίνηση, τράβηξε το λευκό πέπλο που κάλυπτε το περιεχόμενο του σιδερένιου κελιού. Απότομη ανάσα βγήκε από το στόμα όλων. Ένας Γύπας έστεκε κυρίαρχος στη μέση   πάνω σ’ ένα κλαδί,  και με  τα φτερά του   κτυπούσε πότε δεξιά και πότε αριστερά τα κάγκελα, προκαλώντας δέος στους παρευρισκόμενους   με   κρώξιμο αφόρητο.

Σε όλα τα πάρτι που δεν αυτοπεριορίζονται από την ύπαρξη καλοπροαίρετων θείων, τεράστιων γλυκών, και ευτραφών συγγενών, δηλαδή υλικών και ψυχικών θεσμών ελέγχου και κατευνασμού της παρόρμησης, υπάρχει κάτι από τη τελετουργία της φυλής, κάτι, από την ιερουργία της κάστας. Κάτι, που μέσα από την αίσθηση της εκλεκτικής συμμετοχής, ξυπνά, οξύνει την αίσθηση, και απελευθερώνει το συναίσθημα. Όλα αυτά συμβαίνουν όταν είσαι «εκεί μέσα», και ο «άλλος», ο κόσμος, βρίσκεται  «απ’ έξω».  Γι αυτό και η «επιστροφή», είναι αργή και κατά βάση δύσκολη.

Σιγά-σιγά, έρχονται και σου ζητάνε: Ο ντροπαλός, θέλει να επιβάλει τη μουσικότητά του στον δισκοθέτη,  ο ρομαντικός να  ταξιδέψει ερωτικά, ο «πιασμένος» να μην σκέπτεται, ο άλλος  «Οπωσδήποτε Λάτιν!!»,  ο διάσημος να τα καταφέρει να τη ξελογιάσει και να την πηδήξει και πάλι τη Ρουφιάνα, ο ανισόρροπος να απογειωθεί σ’ επίπεδα  τρέλας και παραφοράς, φτάνοντας τη  παραζάλη σ’ επίπεδο προσωπικής παράστασης: «Γιατί δε βάζεις απ’ αυτό;; Γιατί δε βάζεις από κείνο;; Βάλε κάτι πιο δυνατό να χορέψουμε, άντε! γιατί κοντεύουμε να κοιμηθούμε εδώ μέσα…»  Και πάει λέγοντας.

Κοινώς το μακρύ τους και το κοντό τους. Κι επειδή το κάθε τι σ’ αυτή τη ζωή θέλει και το χρόνο του για να εκδηλωθεί, όσο περνά η ώρα, τόσο η μουσική αναλαμβάνει να υφάνει τον ιστό της μετάβασης. Τότε φθάνει η στιγμή που όλοι και όλα μοιάζουν να είναι «αλλιώς».  Γινόμαστε, «Άλλοι».  Τότε όμως  έρχεται και  η στιγμή που οι γειτονιές ξυπνούν τρομαγμένες από τους ήχους και τους θορύβους του απερίσκεπτου γείτονα, ελπίζοντας πως θα ξαναβρεθεί  και πάλι αυτός ο κρυφός και ξεχασμένος σύμμαχος, και δε θα αργήσει  να κάνει τη καταγγελία  πρώτος και να ξορκίσει  το κακό. Να το στραγγαλίσει, την ώρα που όλοι σχεδόν οι περίοικοι, καταδικασμένοι στην αϋπνία,  νιώθουν ήδη την αναστάτωση να έχει διαβρώσει το πετσί τους.

Έτσι έγινε και σ’ αυτή τη περίπτωση: Τα αστυνομικά μέτρα τέθηκαν σ’ εφαρμογή αμέσως μετά τη καταγγελία.  Τα όργανα της τάξης  κατέφθασαν ως όφειλαν και βάλθηκαν να κυνηγούν τους ήχους. Όμως οι ήχοι ξέφευγαν!! Άλλοι όρμησαν με  ένταση στο διαμέρισμα να κρυφτούν κι άλλοι  σκόρπισαν απ’ άκρη σ’ άκρη στις χαραμάδες της γειτονιάς.  Οι αστυνομικοί  έστηναν ενέδρες, έβαζαν παγίδες για να τους συλλάβουν, τη στιγμή που κάποιοι «συνεργάτες» βάλθηκαν να κυνηγούν τους ήχους στα σπίτια, στις αυλές και στα στενά τριγύρω. Πολλές γυναίκες ήταν από πορσελάνη. Σαν προσπαθούσαν να τις πιάσουν, εκείνες έσπαγαν  στο πάτωμα, αφήνοντας ένα μικρό καπνό άχνης μπροστά στα μάτια των έκπληκτων οργάνων της τάξης.  Κάποιος, έσπρωξε ένα αστυνομικό μέσα στο κελί την ώρα που ο Γύπας αγρίευε θορυβημένος.

 

{…}

 

Όταν ξημέρωσε, δεν υπήρχε τίποτα απ’ όλα όσα συνέβησαν το προηγούμενο βράδυ. Ούτε και μάρτυρες. Το πουλί κείτονταν νεκρό, πυροβολημένο από το χέρι κάποιου  άτυχου «συναδέλφου» που θυσιάστηκε στο καθήκον. Μοναδικοί παρόντες, τα τσιμεντένια κλουβιά, έστεκαν μουγκά στο πρώτο πρωινό ξύπνημα της αυγής, σιωπηλοί θεατές των όσων είχαν συμβεί το προηγούμενο βράδυ. Ένα ταξί πέρασε βιαστικά μπροστά από την είσοδο του σπιτιού, αφήνοντας  για επίλογο τον τελευταίο θόρυβο της εξάτμισης  μπροστά από τη σκούπα μιας γυναίκας, που από νωρίς τα χαράματα  έστεκε  με τη σφουγγαρίστρα της όρθια έξω από στην μπαλκονόπορτα της αυλής της, χαζεύοντας τα πεπραγμένα με το στόμα ανοιχτό. Αφού είδε το ταξί να χάνεται από μπροστά της, γύρισε σκεπτική και κουνώντας το κεφάλι  δύσπιστα πέρα-δώθε, κοίταξε κατάματα το καναρίνι της στο κλουβί που μόλις τώρα είχε  ξεκινήσει δειλά το πρώτο του κελάηδισμα. Ένα άλλο, ελεύθερο αυτή τη φορά   -κανείς δεν ξέρει πώς, ήρθε να καθίσει πάνω στο μεγάλο δέντρο της αυλής,  και βάλθηκε από ψηλά  να  συνοδεύει τον φυλακισμένο του φίλο,  στο πρώτο κελαίδισμα του.

Από μακριά, ο θόρυβος της πόλης άρχισε ν’ απλώνεται  σιγά-σιγά και ο ήλιος  να κυματίζει και πάλι, μεσίστιος πια,  στην τάξη της ημέρας.

`

**********************

 

Έργα του ίδιου:  
Ο Κήπος Της Γης Θνητής, Διηγήματα (Εκδόσεις, Poema, 2015)
 Το παραγκωνισμένο Διαυγές, Ποίηση  (Υπό Έκδοση, Κουκούτσι, 2020)