ΟΙ ΝΕΚΡΟΙ

 

Σήμερα έρχομαι να σου μιλήσω, θάλασσα, όπως θα μιλούσα σε μένα.

Όπως παραμιλώ όταν είμαι μονάχος,

όταν αλαργεμένος απ’  τις θλιβερές ημέρες

που μας θωρούν μέσα απ’ τον ανθρώπινο οφθαλμό

ζυγώνω το ζοφερό και μοναχικό κάρβουνο

στην αφετηρία της ύπαρξης, στις ρίζες

όπου γλυκοχαράζει, πρωινό και σκοτεινό

το πρώτο χάδι της γης.

 

Να σου μιλήσω έρχομαι, θάλασσα, όπως θα μιλούσα σε μένα

σε τούτη την μεταλλική και φανταχτερή νυχτιά

ενόσω η σελήνη, από τα ύψη της, εξαπολύει

πάνω στα σύμπαντα ένα φως ασβεστούχο

και στη  λοξή εγκοπή του ορίζοντα λαβώνει

το σκληρό της, αργό και μονήρες οστό της.

 

 

Εδώ κι αιώνες χωρίς να υποχωρήσεις δονείς

την απαλή σου  καρδιά σου πάνω στα βράχια

που μπρος στην όχθη σου, για πάντα ακούγοντας σε

λούζονται γαλήνια ή κατακρημνίζονται

παριστάνοντας τον βάλτο, όπου μονάχα υπάρχουν

κόψεις θυμού για τα σπλάχνα σου.

 

Σήμερα έρχομαι να σου μιλήσω, γιατί εσύ, μαζί μου

γεννήθηκες  και χωρίς να κάνουμε πίσω μεγαλώσαμε

όταν στο ρόδισμα  της πρώτης αυγής

με  εσπερινό και μυθικό μάτι

πίσω απ’  τις φτέρες παραμόνευε

ο βηματισμός  των ζαρκαδιών και το αίμα,

ποτίζοντας το χώμα, με καλούσε

προς τα δάση, όπως η πυρά που καίει

ενός μακρινού και τυφλού αστεριού.

 

 

Σε τούτη τη νύχτα που η ιστορία μου εκπνέει,

όπου οι αιώνες υπόκωφα ηχούνε

κάτω απ’  τα πέλματα των γυμνών ποδιών μου,

κάτω από τη γη όπου τα δέντρα αναπτύσσονται

και τα περιστέρια και τα άνθη ίπτανται

δίπλα στα όμορφα γαμψά, νύχια του αετού…

Σε σένα προστρέχω, θάλασσα, ετούτη την ώρα

γιατί η ερημιά της φωνής σου με καλεί

και στα τρίσβαθα των σπλάχνων νοιώθω

να ανακατεύεται  άλλο νερό, θορυβώδες.

Εσύ μόνη, θάλασσα και θάλασσα, γογγύζοντας

τη φοβερή μοναξιά εκείνου που σε  κανέναν

δεν μπορεί να ομολογήσει την μοναξιά του. Ο κόσμος,

τ’ αλαργινά άστρα που μπορούσαν

ν’ ακούσουν την οδύνη σου ή να την προαισθανθούν,

βρισκόταν μακριά, γιατί ο Θεός ήθελε

τη  μοναξιά σου μόνο, μόνο τον πόνο σου

σαν έναν   φριχτό ύμνο  να τον δοξάζει.

 

 

Ήσυχη και βουβή, η γη, με σκληρότητα

έβαζε αναχώματα στον  τρόπο που εισβάλεις

αναπαριστώντας  τη ζωή των πετάλων

ή τη βοστρυχώδη όργητα της ζούγκλας.

Δεν γνωριστήκαμε ποτέ μας. Δεν γνωρίζαμε.

Διαφορετικά τα αίματα μας αγνοούνταν μεταξύ τους:

το δικό σου πράσινο, διάφανο και μοναδικό ∙

το δικό μου κόκκινο, υπόκωφα πολλαπλό.

 

 

Ετούτη τη νύχτα, θάλασσα, ετούτη τη νύχτα

όταν η σελήνη από τα ύψη της εκτοξεύει

πάνω στα σύμπαντα ένα φως ασβεστούχο

και στη λοξή εγκοπή του ορίζοντα λαβώνει

το σκληρό, αργό και μοναχικό οστό της,

εγώ σε ρωτάω  τι ειν’ αυτό  που γυρεύουν

ετούτος ο  γλυκύτατος πάταγος των χεριών,

ετούτα  τα πελώρια δάκρυα που συγκρούονται,

η ατέλειωτη αντήχηση των υδάτων

που σαν σώματα πάνω σου ενώνονται.

 

Τι ειν’ αυτό που γυρεύεις πες μου,  θάλασσα, τι ειν’ αυτό που γυρεύω

όταν τρέμοντας απ’  την όχθη το σκας,

όταν τρέμοντας απ’  την αγάπη υψώνομαι,

όταν το χέρι βυθίζω στα σπλάχνα μου μέσα

και χτυπάω επάνω τους σαν ένα μαστίγιο

όταν ροκανίζοντας το ερεβώδες σπήλαιο

κομματιάζεσαι με τρόμο πάνω στον βράχο

και πλέον στη  νηνεμία ενός θλιμμένου σούρουπου

χαϊδολογάς, ενώ ονειρεύεσαι, γιαλούς πανάρχαιους.

 

 

Σε τούτη τη νύχτα, θάλασσα, σε τούτη τη νύχτα

που η μοναχική μου ειμαρμένη απλώνει

το αρχέγονο  σώμα της στ’  ακρογιάλια σου

ενώ τα  παλιά βρύα και οι λειχήνες

ανάβουν γκρίζες φωτιές στην όχθη σου

όπου καίνε την οξείδωση από ίσκιο

οι αόρατες χειμωνιάτικες φυλές

που κάποια μέρα φύγανε απ’  τη γη

εγώ ρωτάω για τον προορισμό των νεκρών

που πριν από μένανε γεννήθηκαν και στενάξανε

για να με φέρουν στον κόσμο, εκείνων που σ’ αιώνες

κι αιώνες,  εξαπλώθηκαν σαν σπέρματα

έτσι που η ζωντανή πυρά του σώματος μου

να τους εμφυσάει ψυχή σαν τους θυμάται.

Εγώ ρωτώ για τον προορισμό  του αίματος σου

διατρέχοντας  όπως ένα ποτάμι χωρίς όχθες

το ανήσυχο βασίλειο όπου τα πάντα

-η σάρκα με τη  σάρκα, το υγρό δέρμα,

το χώμα μες  στην αφή να αποσυντίθεται-

σχηματίζουν σύντομα στέμματα  διαλυμένα,

διάφανες τέφρες που παραιτούνται.

 

 

Ψάχνω στη  σκιά. Εκεί πέρα, στα σύνορα

του χεριού που υψώνω σαν ένα πουλί

απ’  το μέτωπο μου ψηλότερο. Εδώ τελειώνει

πλέρια η ύπαρξη μου όλη, η σάρκα τελειώνει

κι αρχινά η στήλη των άστρων ,

το  ηχηρό φως των αστεριών.

Εδώ αρχινά η θάλασσα. Εγώ είμαι ο μοναδικός

στο πλάι εκείνου που κατοικεί μονάχος, ανέκαθεν,

την περιπλανώμενη αιωνιότητα της γης.

Εδώ αρχινά η θάλασσα, εδώ τελειώνω.

Η ανθρώπινη λαλιά μου,  το μόνο  μετά από μένα,   ,

μια  ανάμνηση γαλήνια μες στο κενό.

 

Κάτω από μένανε οι ενταφιασμένοι

σαν παγωμένα ιστία, πλέοντας

σε άλλη θάλασσα σκοτεινή, εκείνη του θανάτου,

όπου ένας αγέρας, που είναι γη, τα σπρώχνει

ως το φλεγόμενο όριο της ζωής μου.

Ο Θεός δεν ρωτά γιατί ο Θεός είναι αυτάρκης.

Η γη σιωπά, γιατί δεν προσμένει τίποτα.

Η όμορφη θάλασσα, κάτω απ’  τα φώτα,

ο  άνθρωπος μονάχος, κάτω από τους πλανήτες,

τον  ανώφελο θάνατο τους, χωρίς να πεθαίνουν, αποδιώχνουν

πάνω στον τυφλό βράχο του μέλλοντος.

 

 

`

****************************************************************************

Ισπανός ποιητής και ζωγράφος. Εκπρόσωπος της υπαρξιακής ποίησης. To έργο του είναι βαθιά σημαδεμένο  από έναν μεταφυσικό χαρακτήρα και το βιβλίο με τίτλο Οι νεκροί (1947), που κάνει την εμφάνιση του, μετά τον θάνατο του, θεωρείται ένα από τα κορυφαία έργα της υπαρξιακής ποίησης της μεταπολεμικής περιόδου. Πέθανε πολύ νέος, πριν κλείσει 28 χρόνια ζωής, από πνευμονία.