Εντός τού 2021 πρόκειται να λήξει η ισχύς των πνευματικών δικαιωμάτων τού έργου τού Άγγελου Σικελιανού. Οποιοσδήποτε θα μπορεί να εκδίδει και να εμπορεύεται το εν λόγω έργο κατά το δοκούν. Θα εμφανιστούν καινούργιες εκδόσεις, νέα «Άπαντα», «χρηστικές» εκδόσεις, μονοτονικές εκδόσεις, με εκσυγχρονισμένη ορθογραφία κ.λπ. Ποια θα είναι όμως η πιο «έγκυρη» έκδοση; Εκείνη τού Ίκαρου, η οποία ξεκίνησε πριν από έξι δεκαετίες και περατώθηκε πριν από τέσσερεις; Αν ισχύει και για τα βιβλία ο δεύτερος θερμοδυναμικός νόμος (όπως διατείνονται οι τελευταίοι επιμελητές τού Σαίξπηρ, G. Taylor και T. Bourous), τότε το σύστημα που ονομάζεται «Άπαντα συγγραφέως» καθίσταται με το πέρας τού χρόνου όλο και λιγότερο αξιόπιστο και αποδοτικό.

Θα επιχειρήσω, με τρόπο περιεκτικό, να μιλήσω για τις σύγχρονες εκδόσεις «κλασικής» ελληνικής ποίησης. Θα αναφερθώ σε εκείνους που θεωρούνται μείζονες ποιητές, είτε επειδή συμφωνούν ως προς αυτό η φιλολογία και (ενίοτε) το κοινό αίσθημα, είτε επειδή τα βιβλία τους αγοράζονται. Με μια ματιά στην Ανεμόσκαλα, την ιστοσελίδα, η οποία συγκεντρώνει σώματα κειμένων ή/και πίνακες λέξεων για «μείζονες Νεοέλληνες ποιητές», αλλά και μια αναφορά στα εκατό πρώτα ευπώλητα ελληνικής ποίησης τού Βιβλιοπωλείου Πολιτεία, σημειώνω τα παρακάτω ονόματα:

Αναγνωστάκης, Βαλαωρίτης, Βάρναλης, Εγγονόπουλος, Ελύτης, Εμπειρίκος, Καβάφης, Κάλβος, Καρυωτάκης, Παλαμάς, Ρίτσος, Σαχτούρης, Σεφέρης, Σικελιανός, Σινόπουλος, Σολωμός. Επίσης: Αγγελάκη-Ρουκ, Ασλάνογλου, Γκανάς, Γκάτσος, Γκόρπας, Γώγου, Δημουλά, Ελευθερίου, Καββαδίας, Καρούζος, Κατσαρός, Λειβαδίτης, Λεοντάρης, Παυλόπουλος, Πατρίκιος, Σιδηρόπουλος, Χατζηλαζάρου, Χιώνης, Χριστιανόπουλος κ.ά.

Ας δούμε πρώτα τι συμβαίνει με τους ποιητές των οποίων το έργο δεν καλύπτεται από πνευματικά δικαιώματα. Σημειώνω ότι λαμβάνω υπ’ όψιν τις όσο το δυνατόν εγκυρότερες, φροντισμένες από φιλολόγους εκδόσεις, στις οποίες και βασίζονται συνήθως όλες οι υπόλοιπες. Αλφαβητικά, λοιπόν:

  • Αριστοτέλης Βαλαωρίτης: Η πιο έγκυρη έκδοση θεωρείται η δίτομη τού Ίκαρου σε επιμέλεια Γ. Π. Σαββίδη, η οποία δηλωμένα όμως δεν συγκεντρώνει το σύνολο τού έργου. Μετράει ήδη σαράντα χρόνια κυκλοφορίας.
  • Κ. Π. Καβάφης: Μία πρόσφατη έκδοση που διαφοροποιείται αισθητά από εκείνη τού Σαββίδη (1963/1991) είναι τού Δημήτρη Δημηρούλη (2015). Παράλληλα, η αγγλική έκδοση τού AnthonyHirst (2007) χαρακτηρίζεται από τη «μέχρι κεραίας» αναπαραγωγή τής τελευταίας ανατύπωσης/αναθεώρησης τού κάθε ποιήματος που έκανε κατά τη διάρκεια της ζωής του ο ποιητής. Τόσο ο Σαββίδης όσο και ο Δημηρούλης παρεμβαίνουν εδώ κι εκεί στη στίξη ή την ορθογραφία για να «βοηθήσουν» το μάτι τού αναγνώστη. Το επόμενο βήμα στις καβαφικές σπουδές θα ήταν οπωσδήποτε μία κριτική ή «γενετική» έκδοση. Έχει εξαγγελθεί εδώ και καιρό, τόσο από τον Hirst όσο και από την επιμελήτρια των «Ατελών», R. Lavagnini.
  • Ανδρέας Κάλβος: Η για χρόνια ισχύουσα κριτική έκδοση σε επιμέλεια F. M. Pontani (1970) έχει πλέον αντικατασταθεί από τη σειρά Απάντων τού Μουσείου Μπενάκη (2016–), τής οποίας όμως ο τόμος που περιέχει τη Λύρα έχει εξαντληθεί. Άρα αναγκαστικά ανατρέχει κανείς σε μία έκδοση πεντηκονταετίας, με ό,τι σημαίνει αυτό. Η (σχετικά) πιο πρόσφατη έκδοση τού Γιάννη Δάλλα (1997) έχει επίσης εξαντληθεί. Η δε έκδοση Δημηρούλη (2009) προβαίνει σε μία αμφιλεγόμενη ενέργεια εκσυγχρονισμού τής ορθογραφίας, παρά τον πλούσιό της σχολιασμό.
  • Κ. Γ. Καρυωτάκης: Οι τρεις εκδόσεις Σαββίδη (1965-66/1972/1992) εξακολουθούν να κυκλοφορούν. Η πιο πρόσφατη και έγκυρη, όμως, διότι παραδίδει πιστότερα το κείμενο τού Καρυωτάκη, είναι εκείνη του Δημηρούλη (2017). Βέβαια, παραλείπει ορισμένα σατιρικά και όλα τα νεανικά ποιήματα, οπότε αναγκάζεται κανείς να «επιστρέψει» στον Σαββίδη.
  • Κωστής Παλαμάς: Η καινούργια έκδοση των Απάντων, η οποία γίνεται από το Ίδρυμα Κωστή Παλαμά (2017–) αλλάζει ριζικά την προσέγγιση τής κλασικής έκδοσης Γ. Κατσίμπαλη και Α. Καραντώνη (1962-69), καθότι παρουσιάζει ένα πιστότερο κείμενο, πλούσιο σχολιασμό, εναλλακτικές γραφές και, για πρώτη φορά, το σύνολο των ανέκδοτων και αθησαύριστων ποιημάτων. Μέχρι στιγμής έχουν εκδοθεί έξι (ογκώδεις) τόμοι.
  • Διονύσιος Σολωμός: Έγκυρη εξακολουθεί να κρίνεται η έκδοση τού Λίνου Πολίτη (1948, 1955,1960), παρ’ ότι έχουν μεσολαβήσει οι εκδόσεις Αλεξίου (1994/2007/2014) και Δημηρούλη (2007). Παράλληλα, η έκδοση Αυτόγραφα Έργα (1964/1998-2012) φωτίζει το σολωμικό πρόβλημα, απευθύνεται όμως σε ένα εξειδικευμένο ακροατήριο.

Τώρα, όσον αφορά στους υπόλοιπους ποιητές που αναφέρθηκαν: Από τη μία έχουμε νέες εκδόσεις, οι οποίες όμως αποτελούν ανατυπώσεις των ισχυουσών (π.χ. Αγγελάκη-Ρουκ, Βάρναλης, Γκανάς, Γκόρπας, Λειβαδίτης, Πατρίκιος, Σαχτούρης, Σεφέρης) με νέο εξώφυλλο, νέα στοιχειοθεσία, σε λιγότερους τόμους, από νέο εκδότη ενίοτε, αλλά χωρίς να προστίθενται αθησαύριστα ή ανέκδοτα ποιήματα. Από την άλλη, συνεχίζουν να αναπαράγονται αυτούσιες οι έως τώρα έγκυρες, γνωστές εκδόσεις (π.χ. Αναγνωστάκης, Ασλάνογλου, Εγγονόπουλος, Χατζηλαζάρου), ακόμη και αν έχουν μεσολαβήσει τέσσερεις, πέντε ή και έξι δεκαετίες από την εμφάνισή τους. Σε αρκετές περιπτώσεις, οι εκδόσεις δεν είναι συγκεντρωτικές. Παράδειγμα: πρόσφατα εμφανίστηκε μία έκδοση με τα «μείζονα ποιητικά» τού Κατσαρού, μόνο δηλαδή τις πρώτες τρεις συλλογές του και ορισμένα πράγματα από το αρχείο του. Οι Εμπειρίκος, Καββαδίας, Καρούζος και Ρίτσος δείχνουν να βρίσκονται σε καλύτερη μοίρα, καθότι συνεχώς εμφανίζονται πράγματα από το αρχείο ή από άλλες πηγές, τα οποία και δημοσιεύονται φροντίδι ορισμένων… χαλκέντερων.

Και για να μιλήσουμε (λίγο) επιστημονικά. Η ανάγκη να συγκεντρωθεί το σύνολο ενός ποιητικού έργου, δημοσιευμένου και αδημοσίευτου, αποκηρυγμένου και αθησαύριστου, αποτελεί αίτημα τής φιλολογίας και τής μελέτης τής λογοτεχνίας. Μπορεί να μην αφορά πάντα με την ίδια ένταση το ευρύτερο ακροατήριο, όμως είναι μια υπαρκτή, επιστημονική ανάγκη. Ταυτόχρονα, η πρόσβαση σε καλές, δηλαδή φροντισμένες εκδόσεις είναι προϋπόθεση τής ανάγνωσης. Ο Καβάφης του Σαββίδη είναι προτιμότερος από μία αναπαραγωγή αναπαραγωγής αμφιβόλου πηγής. Τολμώ όμως να συμπληρώσω ότι ένας ποιητής δεν ανήκει στον επιμελητή του. Γι’ αυτό και έρχομαι στην τρίτη παρατήρησή μου, που έχει να κάνει με την αναθεώρηση. Μια έκδοση πεντηκονταετίας, όσο καλή και να είναι, και όσο έγκυρος και να είναι ο επιμελητής της, υπόκειται στον δεύτερο θερμοδυναμικό νόμο.

Αρκετοί φίλοι μου διαφωνούν έντονα με αυτές τις σκέψεις: «Αφού όποια έκδοση και να πάρεις, η Θεία Κωμωδία είναι η ίδια!» Ποτέ δεν καταφέρνω να τους πείσω να ελέγχουν εισαγωγές, κριτικά υπομνήματα και σχόλια. Μια φορά τσακώθηκα με έναν, επειδή αγόρασε τα Άπαντα τού Κάλβου από τον Μέρμηγκα και όχι από το Μπενάκη. Ορισμένοι τελικά είμαστε τόσο τρελοί. Αλλά εδώ ανοίγει μια άλλη κουβέντα…

Φεβρουάριος 2020