Ο Μάνος Ελευθερίου  γεννήθηκε στην Ερμούπολη, στις 12 Μαρτίου του 1938 

`

«Ήταν άρρωστος πια και μεγάλης ηλικίας. Και όσα έγραψε ήταν όσα μπόρεσε. Ας βρεθούν άλλοι να τα γράψουν καλύτερα. Κι όμως τα ‘γραψα με αίμα, σκεφτόταν, δεν ξέρω αν αξίζουν και αν με πιστέψουν, έκανα το χρέος μου», αναφέρει στις τελευταίες σελίδες του βιβλίου ο ήρωας του έργου δικαιολογώντας ενδοκειμενικά τον τίτλο «κύκνειο άσμα» για αυτό, το τελευταίο έργο, για το οποίο χτυπώντας δυνατά το χέρι του πάνω στο πακέτο με τα χειρόγραφα ο Μάνος Ελευθερίου έδωσε τη συγκατάθεσή του στην αδελφή του ζωγράφο Λιλή Ελευθερίου να επιμεληθεί τη διαδικασία έκδοσής του σε περίπτωση που ο ίδιος δεν προλάβει, μπαίνοντας στο νοσοκομείο. Όπως και έγινε.
Από την αρχή, όμως, το μυθιστόρημα διαγράφει μια πορεία που αισθάνεσαι πως γίνεται εν είδει απολογισμού: «Θυμάμαι καμιά φορά και κλαίω» είναι τα πρώτα λόγια του ήρωα περιγράφοντας ένα σκηνικό ελιοτικής έρημης χώρας με τη διαφορά ότι πρόκειται για μια «μακρινή, σαν εξόριστη, ξεχασμένη επαρχία».

Η εξέλιξή του περιέχει όλα εκείνα τα στοιχεία που θα μπορούσαν να το χαρακτηρίσουν ως ένα σύγχρονο καφκικό μυθιστόρημα. Μέσα από την παραδοξότητα και το συνειδητό παραλογισμό περιεχομένου και μορφής –ο τρόπος που δομεί τις παραγράφους, τις περιόδους λόγου, τη στίξη, έχει το δικό του λειτουργικό νόημα– ο Ελευθερίου επιτυγχάνει να μιλήσει για την αγωνία, τις ενοχές, τα πάθη και την αλλοτρίωση, τη διάψευση και το φόβο, τον εφιάλτη, το «τέρας», δηλαδή, μιας ολόκληρης εποχής με εργαλειακά του βοηθήματα μια αξιοθαύμαστη διακειμενικότητα συμβόλων και συμβολισμών από την εκκλησιαστική, ιστορική, κοινωνικοπολιτική και λογοτεχνική ιστορία. Θεοί και σατανάδες, ήρωες και καθάρματα, μύθοι και άνθρωποι της διπλανής πόρτας συνυπάρχουν και συνθέτουν όλοι μαζί τη μαρτυρία του «μοναχικού ανώνυμου ανθρώπου, τον τελευταίο που θα μπορούσε να εμπιστευτεί η επίσημη ιστορία για τη διάσωση και τη διαιώνισή της», που όμως «γίνεται τελικά ο αψευδέστερος μάρτυρας αυτής της εποχής – της εποχής μας», όπως γράφει εύστοχα στο επίμετρο του βιβλίου ο Θανάσης Νιάρχος.

Οι «Άντρες του αίματος», όπως αντίστοιχα σημείωνε ο Κάρλος Φουέντες για το εμβληματικό «Κουτσό» του Κορτάζαρ, «δεν είναι απλώς ένα μυθιστόρημα, αλλά το κουτί της Πανδώρας». Ο αναγνώστης του δεν είναι ο παθητικός αποδέκτης μηνυμάτων, αλλά αυτός που είτε θα γνωρίσει είτε θα αναγνωρίσει τον εαυτό του μέσα σε αυτό, σε αυτήν την ιστορία όπου οι πρωταγωνιστές και οι κομπάρσοι, οι θύτες και τα θύματα, οι ένοχοι και οι αθώοι αποτυπώνονται δι’ ελέου και φόβου. Αυτοί, δηλαδή, οι ξένοι και ταυτόχρονα τόσο οικείοι χαρακτήρες των ανθρώπων που προσωπογραφεί χωρίς να κατονομάζει ο Ελευθερίου, καθώς ο στόχος του πάντα ήταν να αναζητά μέσω επαγωγικών συλλογισμών, τις αιτίες της ανθρώπινης έκ-πτωσης και όχι τη χυδαιότητα της σημερινής στοχευμένης ανθρωποφαγίας.

Ταυτόχρονα, στο δεύτερο μισό, κλείνει το μάτι στη νιτσεϊκή γραφή, προκρίνοντας τη διαλογική (Διδάσκαλος – Ευδόκιμος) μεταφορά έναντι της έννοιας, ως μια φιλοσοφική αποτύπωση της συλλογικής τραγικότητας της ανθρωπότητας: «Και μη ξεχνάς: μονάχος σου ούτε στον Παράδεισο», γράφει στο βιβλίο. Η ενσωμάτωση στην ιστορία των Πατερικών Κειμένων, με τα οποία ήρθε σε επαφή από την παιδική του ηλικία θαυμάζοντας το περιεχόμενό τους, γίνεται κατά τον τρόπο που είχε ερμηνεύσει την αγάπη του Ελευθερίου για αυτά ο επιστήθιος φίλος του, εκλιπών πια και αυτός, Γιάννης Βαρβέρης: «Τον βοηθάει ένα από την πρώτη νεότητα επισημασμένο θρησκευτικό συναίσθημα που όμως περισσότερο θεολογεί παρά θρησκεύεται. Και τούτο επειδή το “θεολογείν” έχει, αντίθετα προς το “θρησκεύεσθαι”, μια πλατιά ελευθερία και μια αφειδώλευτη διαθεσιμότητα που τόσο του ταιριάζουν». Και φυσικά δεν μπορεί να απουσιάζουν από το βιβλίο όλη αυτή η αναγνωρισμένη του ποιητικότητα, τα κοφτά βασανιστικά ερωτήματα, οι αγαπημένες του λέξεις- σύμβολα, οι λεπτόχρωμες παρομοιώσεις, η μεταφυσική αφηγηματικότητα και η ζωντανή περιγραφή των αντικειμένων.

Οδεύοντας δε προς το τέλος του έργου, αισθάνεσαι ότι συνοδοιπορείς πια απολύτως με την αληθινή ζωή του συγγραφέα του. Σαν να λιγοστεύει ολοένα το ζωντανό του αίμα όσο και οι χάρτινες σελίδες λιγοστεύουν Σαν να βιάζεται να εκφραστεί μέσα από μια αγωνιώδη παραληρηματικότητα, να προλάβει να καταγράψει μνήμες και εμπειρίες, διαπιστώσεις και οράματα, έχοντας απέναντί του ένα ρολόι που ολοένα και οι δείκτες του εξασθενούν. Αλλά ποια άλλη καλύτερη διαθήκη στον κόσμο θα μπορούσε να αφήσει ένας άνθρωπος βαπτισμένος στις λέξεις -γράφει: «Πολλά είναι αρρώστια. Ιδίως όταν γράφω. Χάνω τον κόσμο από τους πόνους. Εκείνες τις ώρες μού χρειάζονται οι άνθρωποι. Να μιλήσω κάπου. Να τους αγγίξω. Αν γίνει όμως κάτι τέτοιο, θα ‘ναι αδύνατο να συνεχίσω. Έτσι, υπομένω τη συντριβή μου» – από τα κρυπτογραφημένα μηνύματα των τελευταίων σελίδων του βιβλίου;

Το έργο αυτό, εν ολίγοις, εμπεριέχει και σωματοποιεί όσα ο Ελευθερίου διέσπειρε στα τραγούδια, στα ποιήματα, στα πεζά κείμενα, στα χρονογραφήματα, στα παραμύθια του καταθέτοντας έτσι τα δικά του πια ανάλεκτα υπό τη μορφή ενός μυθιστορήματος πέρα ως πέρα αληθινού. Κι ας έχει όλες τις προδιαγραφές να χαρακτηριστεί αλληγορικό. Υπάρχει, όμως, άραγε, χαρακτηριστικότερη αλληγορία από την ίδια την πραγματικότητα, αυτήν την αφηρημένη έννοια που πάσχισε να κάνει ορατή και μέσα στην οποία έζησε, έδρασε και δημιούργησε επί ογδόντα χρόνια ο Μάνος Ελευθερίου;

*Α΄Δημοσίευση, εφ. «η εποχή»