ΣΥΝΟΜΙΛΗΤΗΣ

Αν και οι και­ροί των προ­βλη­μα­τι­σμών και της ευθύ­νης
απο­τι­μώ­νται με τη συνέ­πεια λόγων και έργων,
με δόκιμη συναί­νεση και κρι­τική απο­δοχή,
ανέ­στιοι μέντορες,αμνήμονες ταγοί κι επί­δο­ξοι προ­φή­τες,
της πλά­νης πρε­σβευ­τές και της χει­ρα­γώ­γη­σης λει­τουρ­γοί,
τον καλού­σαν μπρο­στάρη σε κάθε τους επι­λογή,
του τόνι­ζαν την υπα­κοή ως συνεί­δηση και αρετή,
του εικό­νι­ζαν ως χρέος και δικαί­ωμα την προ­σαρ­μογή
και τον απο­κα­λού­σαν ισό­τιμο και δημιουρ­γικό συνομιλητή.

Ο δάνειος λόγος τους σύμ­φυρμα και η εμμονή πρω­τείο,
δικαιο­σύνη η προ­βολή και η προ­σφορά αξιο­σύ­νης μέτρο,
φάσμα ιδεών η επί­κληση και δόγ­ματα η πίστη
με σύν­δρομα ορθο­λο­γι­σμού κι αυθε­ντι­κές μονο­φω­νίες
για να ‘ναι η αντί­ληψη κοινή της ιστο­ρίας και της ανά­γκης
γι’ αυτό και δεν δικαί­ω­ναν στο φόβο την κατα­φυγή του,
στο όνειρο την παρόρ­μηση και το δειλό ανα­ρώ­τημά του,
υπο­κρι­τικά του διέ­κρι­ναν υπεύ­θυ­νες ομό­γνω­μες συμ­φω­νίες
κι αυθαί­ρετα τον ενέ­τασ­σαν ομό­λογο συνομιλητή.

Με πρό­κριμα το στο­χα­σμό και στέ­γα­σμα την αλή­θεια,
η προ­τροπή ήταν κλή­τευση και η ένταξη ασυ­λία,
ευπεί­θεια στ’ ανερ­μά­τι­στο κι ασύμ­βατη μικρο­θυ­μία,
της μνή­μης απα­ξί­ωση κι απ’ τα όνειρα απο­στα­σία,
γι’ αυτό και αντι­λό­γησε με θέσμιες κι ευσύ­νο­πτες από­ψεις,
αντέ­τεινε το σχε­τικό στους αφο­ρι­σμούς και τις γενι­κεύ­σεις,
δόμησε την προ­α­γωγή στην αντί­θεση και τη δια­φω­νία
κι αφού οι και­ροί τον στρά­τευαν στην προ­σω­πική ευθύνη,
προσφέρθηκε,ένας από τους πολλούς,ανένταχτος συνομιλητής

 

`

*

ΨΗΛΑ ΣΤΑ ΜΕΤΕΩΡΑ

 

Σιγα­νο­ψι­χά­λιζε κείνο το πρωί στα Μετέ­ωρα.
Ήταν η μέρα της σύνα­ξης των θεών,
η μέρα της σπον­δής των ανθρώ­πων
και είχαμε κινή­σει από τη γη των ασμά­των,
του ουρα­νού των θαυ­μά­των να πάμε.
Ανε­μο­δρό­σιζε κείνο το πρωί στα Μετέ­ωρα.
Ασήμι στα μαλ­λιά σου οι δρο­σο­στα­λιές,
σου στίλ­βω­ναν διά­δημα και πέπλο νυφικό
και τ’ ανέ­μου η ηχό­χρωμη ανάσα
προ­σευχή της ψυχής μας και λύτρω­σης ύμνος.
Και σηκώ­σαμε τα χέρια μας ψηλά.
Εγώ του γάμου φλά­μπουρα με κόκ­κινο μαντήλι
κι εσύ στου έρωτα την έκσταση φτερά,
ανα­πέ­μπο­ντας δέηση εγώ κι εσύ αντι­φω­νώ­ντας,
ομο­λο­γία και ψαλμό το άγιο „σ’ αγαπώ”,
για της ζωής τ’ αγκά­λια­σμα και το γλυ­κα­σμό.
Και πετά­ρι­σαν έκπλη­κτα μικρά που­λιά,
το σφύ­ρι­ξαν με αηδο­νο­λα­λιά στους βρά­χους
και κεί­νοι αντι­λά­λη­σαν ανα­σαμό και ρίγος.
Το έψαλ­λαν συλ­λεί­τουργο στους ανά­ε­ρους ναούς,
κοι­νώ­νη­σαν κι ανά­βλε­ψαν σεπτές μορ­φές
και γαλή­νε­ψαν τα πάθη και οι σταυ­ρώ­σεις.
Σιγα­νο­ψι­χά­λιζε κείνο το πρωί στα Μετέ­ωρα.
Είδα στα μάτια σου το επου­ρά­νιο βλέμμα,
βαθιά παρά­κληση, μνή­μης πομπή και απο­λο­γή­θηκα.
Είδα στα μάτια σου τ’ ανέ­σπερο το φως
το αύριο ν’ ακο­λου­θεί και προ­σευ­χή­θηκα.
Σιγα­νο­ψι­χά­λιζε κείνο το πρωί στα Μετέ­ωρα.
Ήταν η μέρα της σκέ­πης και ευλο­γίας των θεών,
η μέρα του μεγα­λείου της ψυχής των ανθρώ­πων.
Ήταν η δική μας μέρα.

`

*

Η ΑΡΜΟΝΙΑ ΤΟΥ ΤΕΛΟΥΣ

Κάθε αρχή και ψέμα, κάθε τέλος και αλή­θεια
και των ονεί­ρων το δίκαιο και η αρετή,
ψευ­δαί­σθηση υπό­τροπη, ιδέα δηλω­τική,
αρμο­νική η σύζευξη και η εκπλή­ρωση αναμονή.

Συναρ­πα­στικό και ερε­βώ­δες μυστή­ριο η ζωή,
η σύμ­πτωση, η πρό­κληση, η γνω­ρι­μιά και η μαρ­τυ­ρία,
σπά­ταλη γραφή στους ορι­σμούς και τις εκζη­τή­σεις,
ερώ­τημα μέγα οι λογι­σμοί και βεβαιό­τητα η απορία.

Οι υπο­θέ­σεις αμφί­δρο­μοι συνειρ­μοί κι εκτί­μηση,
οι πιθα­νό­τη­τες επι­νό­ηση μέτρου συναλ­λα­γής,
η φαντα­σία γλυ­κό­τροπη και αξία προ­στα­κτική
και η πραγ­μα­τι­κό­τητα αδέ­κα­στη απο­τί­μηση και αποδοχή.

Η αίσθηση του χρό­νου κρυφή ενοχή και φόβος,
η εντρυφή του, μακά­ρια υπέρ­βαση κι επώ­δυνη αυτο­γνω­σία,
ανύ­παρ­κτο το αιώ­νιο, ψηλά­φι­σμα το συμπα­ντικό
και από­λυτη κορύ­φωση, η αρμο­νία και απο­δοχή του τέλους.

Κι εμείς, μετου­σιώ­σαμε την ύπαρξη σε λόγο και ανά­γκη,
κοι­νω­νή­σαμε τη θέωση ως λύτρωση και μεγα­λο­σύνη,
κοινή σπονδή και λει­τουρ­γία η πεμ­πτου­σία της ζωής
κι ο έρω­τας συνείδηση,μεγαλείο κι αφο­ρι­σμός του τέλους.

`

ΠΑΜΦΙΛΗ

Κόκ­κινη ανα­τολή, των ονεί­ρων
το πρώτο της Παμ­φί­λης σκίρ­τημα
κι ανέ­μου γλυ­κο­φύ­σημα οι πει­ρα­σμοί
φυγής στ’ από­κο­σμα και τα ιερά.

Το βλέμμα της το λιό­μορφο, αντι­φέγ­γι­σμα της γης,
τα φτε­ρω­μένα χέρια της η αγκα­λιά του κόσμου
κι αντή­χηση γλυ­κό­φωνη το γέλιο της το γραμμένο.

Χρώ­ματα ανέ­σπε­ρου δει­λι­νού
οι πεθυ­μιές κι οι μυστι­κές λατρείες
και ξάφ­νια­σμα τ’ αμά­θη­του μυα­λού
οι απο­δρά­σεις και οι μαγείες.

Στράτα του φεγ­γα­ριού ο ίσκιος της και τ’ ουρα­νού σεντέφι,
το σώπα­σμά της, επί­γεια μου­σική και γλύ­κα­σμα νυχτω­δίας
κι από­κριση στο κάλε­σμα στων άστρων το χοροστάσι.

Βαθιάς ψυχής απά­ντημα η γητειά,
το γνέ­ψιμο νεύμα του έρωτα θεού,
σπονδή το σάστι­σμα σε κρυφό βωμό
και η αγαλ­λί­αση του πόθου λειτουργία.

Πλατύ σκαλί το λόγιασμα,παράθυρο ανοι­χτό οι αισθή­σεις,
στέ­κει η ζωή αντίκρισμα,ευσέβεια το πάθος κι ευφρο­σύνη
και η Παμ­φίλη πρώτη φορά Ιέρεια στο ναό της αγάπης.

`

*

ΑΕΝΑΗ ΔΙΑΦΥΓΗ

Απόκαμα.Επιστροφή στην κρύ­πτη.
Κομ­μάτι να ξαπο­στάσω
απ’ το κυνη­γητό του χρό­νου,
μια στάλα ν’ ανα­σάνω
απ’ την προ­σμονή και το ονει­ρο­πό­λημα
μιας ξέχω­ρης δικής μου μέρας.
Προ­τρέχω να προ­λάβω
την τόσο κοντινή επό­μενη στιγμή,
πιο πέρα τη συνέ­χεια ν’ αγνα­ντέψω,
μα δεν τα κατα­φέρνω
κι αυτό­μο­λος δικά­ζο­μαι
στη βεβαιό­τητα του απρό­σφο­ρου,
στης μονα­ξιάς το ανέ­φι­κτο
και του αυτο­προσ­διο­ρι­σμού τη δίνη.

Απόκαμα.Αναθάρρηση στην πρό­βλεψη.
Απρο­σπέ­λα­στος ο χρό­νος στη μονι­μό­τητά του,
αδυ­σώ­πη­τος στο άκαμ­πτο μέτρημά του
κι ανε­λέ­η­τος στην ευστά­θεια του ρυθ­μού του.
Και πώς να προ­λάβω μνή­μες να φτιάξω,
θύμη­σες να μαζέψω,
μπρο­στά από το αύριο,
από το χθες πιο κείθε
με μια συναί­σθηση κοντή και γνώση μετρημένη;

Απόκαμα.Ανακύκληση στη ζεύξη.
Στε­ριώνω μια παρα­δοχή στη φυγή,
στην απο­ζή­τηση την άρνηση φτε­ρώνω
κι επι­μένω να επι­σκοπώ και ν’ ανα­ρω­τιέ­μαι
με μια βασα­νι­στική επι­τή­δευση
και πάλι στην ουτο­πία και τα προ­σχή­ματα να σταθώ,
στην ανη­μπό­ρια αντέ­ρει­σμα να θεμε­λιώνω
και ασυγ­χώ­ρητο το ξάφ­νια­σμα στην απο­ρία,
στα ύστερα να αποποιούμαι.

Απόκαμα.Ενσυνείδητη επι­νό­ηση.
Το θέσπι­σμα προ­σή­γορη δοκιμή
τα ανα­πά­ντητα βεβαί­ωση και αρχή,
μετα­νιω­μός η διεκ­δί­κηση
και η συνέ­πεια προ­σφυγή,
σε μια αέναη του χρό­νου και δική μου διαφυγή.

`

*

ΣΤΟ ΠΕΡΙΘΩΡΙΟ

Εκεί­νοι,
με υψω­μένα χέρια,
σημά­δευαν την απε­ρα­ντο­σύνη της μικρό­τη­τας,
με ξέφρε­νους αλα­λαγ­μούς
δια­πό­μπευαν την ορχη­στρω­μένη ανυ­πα­κοή τους
και με αλλό­κοτα βλέμ­ματα
ανί­χνευαν την αντί­σταση της υπο­χώ­ρη­σης
των μπρο­στά­ρη­δων στον αντί­κλητο συμ­βι­βα­σμό
με το δικαί­ωμα της άγνοιας και της πλά­νης
και τη συμ­φι­λί­ωση στην απο­ποί­ηση της ευθύ­νης,
στο αχα­νές περι­θώ­ριο της φυγής και της ανωνυμίας.

Ετού­τοι,
με επι­λεγ­μένη γρα­φίδα,
στη­λί­τευαν αντιλήψεις,αρχές και μακροη­με­ρεύ­σεις,
με συστη­μένο λόγο
εκποιού­σαν τη μεγα­λο­σύνη της προ­σω­πι­κό­τη­τας
και με ανοι­χτές αλλη­λο­κα­λύ­ψεις
μετου­σί­ω­ναν σε και­ρο­σκο­πι­σμό τον ορθο­λο­γι­σμό τους,
ανα­δρο­μά­ρη­δες της προ­βο­λής και υπε­ρο­ψίας
με το σύν­δρομο της απα­ξίας του συναι­σθη­μα­τι­σμού
και την ορθο­δο­ξία του προ­βλη­μα­τι­σμού και της κρι­τι­κής,
στο λευκό περι­θώ­ριο της επι­τα­γής και μεθόδευσης.

Κι εμείς,
αυτό­κλη­τοι ειδή­μο­νες,
να επι­ση­μαί­νουμε αλλό­τριες συνει­δή­σεις και συμπε­ρι­φο­ρές,
αμφί­θυ­μοι παρα­τη­ρη­τές
να παλιν­δρο­μούμε σε προ­σχή­ματα και ανά­γκες
και μακρό­θυ­μοι ορα­μα­τι­στές
να υπε­ρα­σπι­ζό­μα­στε ιδα­νικά και ανα­φο­ρές,
από­μα­κροι της βού­λη­σης κι από­μα­χοι της συμ­με­το­χής,
της θεω­ρίας εύγο­νοι και εύδο­ξοι ζηλω­τές,
ανέ­φε­λοι κι ελεύ­θε­ροι στην ενδο­σκό­πησή μας
κι αυτό­χει­ρες στο στενό περι­θώ­ριο της της σιω­πής.