Poema para ser leído y cantado

Sé que hay una persona
que me busca en su mano, día y noche,
encontrándome, a cada minuto, en su calzado.
¿Ignora que la noche está enterrada
con espuelas detrás de la cocina?
Sé que hay una persona compuesta de mis partes,
a la que integro cuando va mi talle
cabalgando en su exacta piedrecilla.
¿Ignora que a su cofre
no volverá moneda que salió con su retrato?
Sé el día,
pero el sol se me ha escapado;
sé el acto universal que hizo en su cama
con ajeno valor y esa agua tibia, cuya
superficial frecuencia es una mina.
¿Tan pequeña es, acaso, esa persona,
que hasta sus propios pies así la pisan?
Un gato es el lindero entre ella y yo,
al lado mismo de su tasa de agua.
La veo en las esquinas, se abre y cierra
su veste, antes palmera interrogante…
¿Qué podrá hacer sino cambiar de llanto?
Pero me busca y busca. ¡Es una historia!

ΘΕΣ ΔΙΑΒΑΣΕ ΤΟ, ΘΕΣ ΤΡΑΓΟΥΔΑ ΤΟ

Υπάρχει το ξέρω, κάποιος που μερόνυχτα με ψάχνει στην παλάμη του ενώ κάθε λεπτό πατάει πάνω μου.
Δεν έχει ιδέα πως στρίμωξαν την νύχτα καθώς κάλπαζε και όλο την φλογίζουν;
Τα σπασμένα μου κομμάτια, το ξέρω, φτιάχνουν κάποιον που είναι ακέριος μου εαυτός όταν μπαίνω μέσα στο μονάκριβο κοχύλι του.
Αγνοεί πως είναι η τελευταία φορά που θα καθρεφτιστεί μέσα του η ομορφιά;
Μου το σκάει ο ήλιος. Ναι, το ξέρω, μέρα είναι.
Στο κρεβάτι του επάνω ο κόσμος όλος με κουράγιο δανεικό και ζεστό υγρό να κυλάει αμέριμνα σε υπόγεια βάθη.
Πως μπορεί κάποιος να είναι τόσο μικρός ώστε ακόμα και τα ίδια του τα πόδια να τον πατούν;
Ο γάτος που πνίγεται μπροστά στα μάτια του, το μόνο εμπόδιο ανάμεσα μας.
Τον βλέπω στις γωνιές, δεν χωράει στα ρούχα του, φοίνικας λες που τον λυγίζει η απορία:
Με τι να αλλάξεις το κλάμα σου για να γλιτώσεις;
Μα η ιστορία δεν αλλάζει. Κάποιος με ψάχνει και θα με βρει. Έτσι έχει η ιστορία.

 

`

*

Espergesia

Yo nací un día
que Dios estuvo enfermo.
Todos saben que vivo,
que soy malo; y no saben
del diciembre de ese enero.
Pues yo nací un día
que Dios estuvo enfermo.
Hay un vacío
en mi aire metafísico
que nadie ha de palpar:
el claustro de un silencio
que habló a flor de fuego.
Yo nací un día
que Dios estuvo enfermo.
Hermano, escucha, escucha…
Bueno. Y que no me vaya
sin llevar diciembres,
sin dejar eneros.
Pues yo nací un día
que Dios estuvo enfermo.
Todos saben que vivo,
que mastico… Y no saben
por qué en mi verso chirrían,
oscuro sinsabor de féretro,
luyidos vientos
desenroscados de la Esfinge
preguntona del Desierto.
Todos saben… Y no saben
que la luz es tísica,
y la Sombra gorda…
Y no saben que el Misterio sintetiza…
que él es la joroba
musical y triste que a distancia denuncia
el paso meridiano de las lindes a las Lindes.
Yo nací un día
que Dios estuvo enfermo,
grave.

`

Πώς να το πω να το εξηγήσω

Γεννήθηκα μια μέρα που ο Θεός ήταν άρρωστος.
Όλοι γνωρίζουν πως είμαι ζωντανός,
ξέρουν πως είμαι ένα λάθος
και δεν ξέρουν τον Δεκέμβρη
που έρχεται από τον φετινό Γενάρη.
Γεννήθηκα το λοιπόν μια μέρα που ο Θεός αρρώστησε.
Κανένας δεν χρειάζεται να νιώσει
το τίποτα που υπάρχει στην πνοή μου,
την σιωπή που γίνομαι όταν μιλώ
στα πάθη μου που καίγονται.
Κι αν γεννήθηκα μια μέρα που ήταν άρρωστος ο Θεός,
άκουσε με αδελφέ, άκου!
Όλα καλά.
Δεν μπορώ να φτάσω μακριά χωρίς
να φέρω τους Δεκέμβρηδες,
χωρίς τους Γενάρηδες να αφήσω.
Αφού ο Θεός αρρώστησε την μέρα που γεννήθηκα.
Όλοι ξέρουν ότι ζω, ότι μπορώ να καταπίνω
μασημένη την τροφή μου.
Και δεν ξέρουν γιατί τρίζουν οι στίχοι μου,
την στυφή γεύση που έχει το σκοτάδι στο φέρετρο
ούτε για το μυστήριο που τύλιξε τους ανέμους
όταν πήραν και σήκωσαν την Σφίγγα στην έρημο.
Μα οι πάντες γνωρίζουν.
Αλλά δεν γνωρίζουν για το φως που καθώς λιώνει
τυφλώνει την σκιά.
Δεν γνωρίζουν την ουσία του ακατάληπτου
που έχουμε φορτωθεί.
Με μουσικές και θλίψη φτάνει το παράπονο του
από μακριά.
Λέει για κείνο το πέρασμα που συθέμελα
μας οδηγεί από άκρο σε άκρο.
Έπεσε του θανατά ο Θεός την μέρα που γεννήθηκα.