Δυϊκό

Υπάρχουν οι νεκροί∙
υπάρχουν κι οι πεθαμένοι
Αν με ρωτάτε,
ήμουνα πάντα με τους πεθαμένους.

Γενέθλια

Θέλω πολλές φορές ν’ αγγίξω
το γρατζούνισμα του καιρού
πάνω στο θαλασσινό ατσάλι
της σκέψης σου
και να με βρεις
να ξανανάβω μια μικρή,
ευδιάκριτη φωτιά
στην ακτή των μικρών αιωνίων.

Ψηλορείτης

Ακούς τον προφήτη;
Ακούς το βουνό;
Άκου τη χορδή της πλαγιάς του
καθώς τεντώνεται από μια λύπη περίεργη.
Άκου το δάκτυλο της γης
που υψώνεται.
Άκου τα μεγάλα πρωινά
και τ’ άδεια απομεσήμερα.
Ακούς τον προφήτη;
Ακούς το βουνό;

Ακούς τον καβαλάρη;
Ακούς το βουνό;
Άκου την σκόνη πώς παίρνει άκοπα
την εκδίκησή της.
Άκου το σκίνο πώς μεγαλώνει
σαν λογισμός σε ανηφόρα.
Άκου τον βουητό λογισμό της μέλισσας
που ψάχνει συνείδηση.
Άκου το σύννεφο πώς προσπαθεί
να κρατηθεί απ’ την κορυφή.
Άκου την κορυφή πώς χτυπιούνται πάνω της
τα έντομα
Ακούς τον καβαλάρη;
Ακούς το βουνό;

Ακούς αυτόν που ήρθε;
Ακούς το βουνό;
Άκου πώς γδέρνει τον βράχο το νερό.
Άκου πώς σκίζει την πέτρα ο άνεμος.
Άκου πώς κουνιέται η γη καθώς πέφτουν πάνω
της τα φύλλα
Ακούς την Ρέα που στύβει μες στα χέρια την
ντροπή.
Ακούς αυτόν που ήρθε;
Ακούς το βουνό;
Ακούς το βουνό
Ακούς το βουνό
Ακούς το βουνό