ΣΑΝ ΠΡΟΒΑΤΟ ΣΤΗ ΣΦΑΓΗ

Ειδήσεις…
Στεγνή Πλύση Εγκεφάλου
Σε χρόνο δευτερολέπτων και εικόνων
Μελετημένα πριν ανοιγοκλείσεις τα βλέφαρα
Θα καρφωθούν μέσα στην ίριδα των ματιών.
Πίσω από μια μελετημένη είδηση
Που θέλουν Αυτοί να ακούς
Υπάρχει κάτι Μεγάλο που πρέπει να κρύψουν.
Πρόσεχε, πίσω από την οθόνη είναι η αλήθεια
Μπροστά δεν θα μάθεις
Τα λερωμένα χέρια τους, με την βρώμα απ’ τα λεφτά και το αίμα
Θέλουν να κρύψουν
Και θα σε βομβαρδίσουν με ψέματα, αρρώστιες, και θλίψη.
Μην τους αφήνεις ..
Ένας ψεύτικος πόλεμος κρύβεται από πίσω
Ένας ψεύτικος κόσμος που τον ετοίμασαν Αυτοί
Για τις αχόρταγες τις τσέπες και τα μεγαλεία τους
Καθώς πάνω σε πτώματα πατάνε
Καθαρίζοντας το δρόμο τους με υποκρισίες και υποταγές
Για να ανέβουν ακόμα πιο ψηλά.
Θρησκείες, καλυμμένες δικαιολογίες για να ταΐζουν ψέμα
Μα σαν είδαν πώς αυτό πιά δεν πιάνει
Βρήκαν καινούργιους τρόπους
Την σκέψη σου να ορίζουν
Κι εσύ σαν Πρόβατο στη Σφαγή
Ακολουθείς τον όχλο..
Πάνω στην ταμειακή τους μηχανή
Με τα σκισμένα ρούχα σου, τρεκλίζεις
Και ενώ οι παρωπίδες, σου σφίγγουν τον εγκέφαλο
Σε μια οθόνη, τα μάτια σου σαπίζουν

ΟΛΟ ΚΑΙ ΠΙΟ ΜΑΚΡΙΑ

Και με ρωτάς συνέχεια αν άξιζε να φύγω
Και με ρωτάς ξανά το πότε θα γυρίσω
Μα δεν κατάλαβες πιά
Πως πατρίδα δεν έχω να φιλήσω
Πως κάθε φορά που έρχομαι έστω για λίγο να σε δω
φεύγω όλο και πιο μακριά από μέσα μου
φεύγω όλο και πιο μακριά στο μέσα μου
Αυτός ο τόπος δε με χωράει πιά
δε με κρατάει ρίζα καμιά
και κανένα κλαδί να πιαστώ
Κι αυτό είναι που με τρομάζει
Πως κάθε φορά που έρχομαι
ακόμα πιο μακριά από ‘σενα φεύγω

ΣΤΗ ΘΑΛΑΣΣΑ ΤΩΝ ΔΕΝΤΡΩΝ

Μια πράσινη θάλασσα σαν κύμα απαλό
Με λίγο καφέ και με το κόκκινο των ψυχών
Ψυχές που εγκλωβίστηκαν
κάτω από την πρωινή πάχνη των σιωπών
Κρέμονται με σχοινιά ματωμένα και ξεχαρβαλωμένα
που μούχλα έχουν πιάσει
Από κλαδιά τρεμάμενα
Τρεμάμενα από τη δύναμη των μαύρων πέπλων
Που σκεπάζουν σαν κουβέρτα υγρή
Βρεγμένη από τις ανάσες των κορμιών που χάθηκαν
Σαν τη λάβα, που σκλήρυνε και ζητάει εκδίκηση
Ένα ακόμη πρωινό στα κρυμμένα μυστικά του Αοκιγκαχάρα
Μέσα στις σπηλιές, αντίλαλοι πνιγμένης κραυγής
Σκοτεινή υπόσχεση και θυσία
Από ζωντανούς νεκρούς που κάποτε γλιτώσαν.
Μα πάλι κάποιος περαστικός, κοιτά ψηλά
τα κεντημένα δέντρα τα πυκνά
που χορεύουν το βαλς της μοναξιάς.
Τα κλαδιά που θέλουν στην αγκαλιά τους κάποιον να σφίξουν.
Ξεκλείδωτο άφησε το αμάξι στην άκρη του δρόμου
Πλησίασε, σαν άκουσε τη φωνή των σκιών
Μα δεν κοίταξε πίσω ξανά…
Το όνειρό του φοβήθηκε το ξημέρωμα
μα ο δρόμος
τον έφερε στον εφιάλτη το σωστό
Σαν χάθηκε μέσα στης σκληρής λάβας τη σιωπή
Βρέθηκε να χορεύει με ρυθμό επιληπτικό
Ώσπου να σιωπήσει για πάντα εκεί…

ΓΙΑ ‘ΣΕΝΑ

Για ‘σενα που δε σ’ άγγιξε η ποίηση
Δε με πειράζει… κακία δε θα σου κρατήσω
Μα σε λυπάμαι κατά βάθος
Έμαθες να βλέπεις χωρίς να κοιτάς
Δε σήκωσες τα βλέφαρα
τα σύννεφα να νιώσεις
πώς ταξιδεύουν…
Μονάχα είδες ψηλά και είπες πως θα βρέξει…
Κι ύστερα φοβήθηκες μη μουσκέψεις
Και μπήκες μέσα…
Σου ‘δωσα το χέρι μου κι εσύ το άφησες
Γιατί δεν κατάλαβες
πως τον κόσμο αλλιώς μπορώ να σου δείξω..
Προσπάθησα να σου μάθω ψιθυριστά
Στα δέντρα κρύβονται τα μυστικά
Το σώμα, κορμός γερός και ανάταση ψηλά
Κλαδιά που τεντώνονται
και φύλλα που διψάνε για ζωή
αναζητώντας τις χρυσόσκονες του ήλιου.
Τα πόδια ρίζες να πατάνε γερά
μα να μη βουλιάζουν προς τα μέσα
Και το βλέμμα να κοιτά… Όχι απλά να βλέπει….