Ἡ ὁμιλία αὐτὴ ἐκφωνήθηκε στὶς 18. 6. 2016 στὴ Στοὰ τοῦ Βιβλίου σὲ ἐκδήλωση πρὸς τιμὴν τῆς Ποιήτριας διοργανωμένη ἀπὸ τὴν Πανελλήνια Ἕνωση Φιλολόγων. Πρωτοδημοσιεύθηκε στὸ περιοδικὸ Νέο Πλανόδιον, τχ. 3, καλοκαίρι-φθινόπωρο 2015.

`

 

Στὴ Σαλονίκη
ξέρω κάποιονε
ποὺ μὲ διαβάζει·
κι ἕναν ἀκόμη
στὸ Μπὰντ Νάουχαϊμ.

Κι ἔτσι ἔχω ἤδη δυό.

Αὐτὰ ἔγραφε πολλὲς δεκαετίες πρὶν ἕνας σπουδαῖος ποιητὴς τῆς Μεσευρώπης, ἀπὸ τοὺς σημαντικότερους γερμανόφωνους τοῦ προηγούμενου αἰώνα, ὁ Γκύντερ Ἄιχ. Τίτλος τοῦ ποιήματός του: «Αἰσιοδοξία». Τίτλος εἰρωνικός, θὰ νόμιζε κανείς. Κι ὅμως, εἰρωνικὴ ἐδῶ εἶναι ἡ ἀπουσία τῆς εἰρωνείας. Ὁ ποιητὴς δηλώνει εἰλικρινὰ αἰσιόδοξος, χαρούμενος γιὰ τοὺς ἀναγνῶστες του, εὐτυχὴς ποὺ τοὺς ἔχει – κι ἃς εἶναι μόνο δυό. Τὸ ἄγχος τῆς μόνωσης ποὺ ἀπ’ τοὺς καιροὺς τοῦ Χαίλντερλιν φαρμακώνει τοὺς λυρικοὺς λάρυγγες ἀνὰ τὸν κόσμο, στὸν Ἄιχ λείπει ὁλότελα. Σὲ πεῖσμα τῶν «μικρόψυχων καιρῶν», λοιπόν, ὁ ποιητὴς αἰσιοδοξεῖ.

Θὰ παρακάμψω πρὸς στιγμὴν τὸ γεγονὸς ὅτι οἱ ἀναγνῶστες τοῦ Ἄιχ δὲν ἦταν ποτὲ τόσο ὀλίγιστοι, ὅσο μᾶς τοὺς παρουσιάζει. Θὰ ξεχάσω μάλιστα ὅτι ὁ ἴδιος ἀνῆκε στοὺς πιὸ προβεβλημένους καὶ πολυβραβευμένους συγγραφεῖς τῆς γενιᾶς του. Καὶ θὰ ρωτήσω εὐθέως: Ἂν τὰ realia τῆς δηλώσεως εὐσταθοῦν –ὁ ἀριθμὸς τῶν διαθέσιμων ἀναγνωστῶν δηλαδή–, δὲν εἶναι αὐτὴ ἡ αἰσιοδοξία τοῦ τίτλου ἡ πιὸ γελοία αὐταπάτη; Δὲν εἶναι μία εὔκολη, κοινότοπη παρηγοριά, σὰν ἐκείνη λ.χ. ποῦ σερβίρει ὁ καβαφικὸς Θεόκριτος στὸν δυστυχῆ Εὐμένη γιὰ νὰ τοῦ χρυσώσει τὸ χάπι; Θυμάστε τώρα «τὸ σκαλὶ τὸ πρώτον» κτλ., κτλ. Ὡσὰν ἡ μετριότης νὰ ἦταν ποτὲ τίτλος τιμῆς…

Ἂν ὁ Ἄιχ δραπετεύει γενναία ἀπὸ τὸ ἕνα δόκανο τῆς μοντέρνας ποίησης –τὴ γκρίνια, τὴ διαρκῆ μεμψιμοιρία, τὴν κρεβατομουρμούρα παρὰ τῷ πλευρῷ τοῦ ἀπίστου ἀναγνώστη…–, δὲν πιάνεται ἄδοξα στὸ ἄλλο της δόκανο, αὐτὸ τῆς ὑπόκρισης, τῆς πολυτέλειας δῆθεν νὰ κάνεις πὼς δὲν βλέπεις αὐτὸ ποὺ βγάζει μάτι: ὅτι τὸ κοινὸ σὲ ἀγνοεῖ; Σᾶς θυμίζω τὴ διάσημη περιγραφὴ ἐνὸς ξένου κριτικοῦ γιὰ τὸν σύγχρονο ποιητή: «τόσο αὐτάρεσκος καὶ τόσο ἀπελπισμένος τὴν ἴδια στιγμή»… Ἀπὸ τὴ Σκύλα στὴ Χάρυβδη λοιπόν;

Τὸ ἐρώτημά μου εἶναι ρητορικό. Ἡ ἀπάντηση ποὺ ἔχω νὰ σᾶς δώσω εἶναι γιὰ μένα αὐτονόητη, καὶ καταφατική. Γιατὶ ναί, ἂν τὸ μόνο ποὺ κατάφερες ὡς συγγραφέας εἶναι νὰ κερδίσεις δυὸ μονάκριβους ἀναγνῶστες καὶ δηλώνεις ἀπὸ πάνω καὶ αἰσιόδοξος, τότε εἴτε αὐταπατᾶσαι εἴτε εἶσαι τόσο αὐτάρεσκος ποὺ ἀδιαφορεῖς γιὰ τὴν πραγματικότητα, εἴτε τὸ πιθανότερο καὶ τὰ δυό: ἔχεις ἀδυναμία ἠθικὴ νὰ ὁμολογήσεις τὴν ἀποτυχία, νὰ δεχτεῖς τὴν ἀλήθεια.

Μ’ αὐτὸ τὸ κριτήριο, σύμπασα σχεδὸν ἡ ἱστορία τῆς συγχρόνου ποιήσεως, αὐτῆς ποὺ διαδέχτηκε τοὺς ἀποθεωμένους πατέρες τοῦ Μοντέρνου τουλάχιστον, εἶναι ἡ ἱστορία μιᾶς αὐτάρεσκης ἀποτυχίας – ἡ δική μας ἱστορία. Κάθε ἄλλη ἀποτίμηση συνιστᾶ ἐξωραϊσμό. Ἀποκομμένοι ἀπὸ τὸν λοιπὸ κόσμο, κοινωνικὰ ἀνυπόληπτοι, παραγωγοὶ ἐνὸς ἀδιάφορου καὶ πληκτικοῦ προϊόντος οἱ ποιητὲς σήμερα –πόσο δύσκολο εἶναι κανεὶς νὰ τὸ δεῖ;– ἀδυνατοῦν νὰ συγκινήσουν τὸν ὁποιοδήποτε πέρα ἀπὸ τὸν ἑαυτό τους.

Πλὴν ἐξαιρέσεων.

Γιὰ μιὰ τέτοια ἐξαίρεση ὁ λόγος ἐδῶ. Ἀκριβοθώρητη καὶ δακτυλοδεικτούμενη ἐξαίρεση, σχεδὸν σκανδαλώδη θὰ ἔλεγε κανείς: τὴν Κικὴ Δημουλᾶ.

Τὰ νούμερα, οἱ ἀριθμοί, τὰ ποσοτικὰ στοιχεῖα –καὶ σᾶς παρακινῶ νὰ μὴ λάβετε ὑπ’ όψιν σας τίποτε ἄλλο– δείχνουν ὅτι ἡ Κικὴ Δημουλᾶ ἀνήκει στὴ χορεία τῶν ἐλάχιστων σημερινῶν ποιητῶν, ὄχι μόνο στὴν Ἑλλάδα ἀλλὰ καὶ στὴν Εὐρώπη καὶ τὴν Ἀμερική, ποὺ καταλαμβάνει στὴ δημόσια σφαίρα τῆς χώρας της θέση ἀνάλογη μ’ ἐκείνη τῶν poeti illustri τῶν παλιῶν καλῶν ἐποχῶν, ὅταν ἡ τέχνη τους ἔχαιρε ἀκόμη ὑπολήψεως καὶ οἱ λειτουργοί της ἔβρισκαν θιασῶτες καὶ θαυμαστές. Ὅπως τὸ διατύπωσε ὁ Τζόζεφ Ἐπστάιν στὸ «Ποιὸς σκότωσε τὴν ποίηση», τὸ ἴδιο ἐκεῖνο πολύκροτο δοκίμιο ποὺ μνημόνευσα καὶ πιὸ πάνω:

«Πλήθη Λονδρέζων κάποτε σηκώνονταν στὶς μύτες τῶν ποδιῶν γιὰ νὰ δοῦν τὸν Τέννυσον νὰ περνᾶ. Σήμερα κάποιος σὰν τὸν Τέννυσον τὸ πιθανότερο εἶναι ὅτι δὲν θὰ ἔγραφε ποίηση καὶ μᾶλλον οὔτε θὰ διάβαζε κἄν. Ἡ ποίηση ἔχει ἀποσυρθεῖ –ἔχει αὐτοαποσυρθεῖ;– ἀπὸ τὴν κεντρικὴ σκηνή. Κυριολεκτικά, ἡ ποίηση δὲν φαίνεται πουθενὰ παροῦσα στὰ πεδία τῆς δράσης. Στὴν πραγματικότητα ἀρχίζει νὰ μοιάζει μὲ περιθωριακὴ ἐνασχόληση, ὅπως ἡ χειροπρακτικὴ ἢ ὁ βελονισμὸς ἀπέναντι στὴν ἐπίσημη ἰατρική – εἶναι παράξενη, ἰδιότροπη, περιτριγυρίζεται ὅμως ἀπὸ μιὰ μικρὴ σέκτα ἀκολούθων ποὺ ὁρκίζονται στὸ ὄνομά της.»

Ἐδῶ σὲ μᾶς σήμερα, πρὶν ἀπὸ τὴ Δημουλᾶ, ὁ ἔσχατος ποὺ εὐτύχησε νὰ κατέχει θέση ἀνάλογη, στὸ ἐπίκεντρπ τῆς δημόσιας σφαίρας, ἦταν ὁ Ὀδυσσέας Ἐλύτης. Ἑξαιρουμένης τῆς Στοκχόλμης μάλιστα, ἡ Δημουλᾶ εἶναι ἴσως πιὸ περίοπτη καὶ ἀπὸ τὸν Ἐλύτη τὴν ἐποχή του. Γιὰ τὸν λόγο αὐτὸν ἡ ἐπιτυχία στὴν περίπτωσή της εἶναι λέξη χλωμή: θρίαμβος εἶναι ἡ ὀρθὴ δήλωση. Ὁ ποιητικὸς θρίαμβος λοιπὸν τῆς Κικῆς Δημουλᾶ.

* * *

Τί κάνει ἐκείνη καλά, τί κάνουμε ἐμεῖς λάθος; Τί ἔχει αὐτὴ καὶ δὲν τὸ ἔχουν ὅλοι οἱ ἄλλοι; Αὐτὰ εἶναι τὰ πράγματι ἐνδιαφέροντα ἐρωτήματα. Γιατὶ τὰ τετριμμένα ἐκεῖνα περὶ ταλέντου καὶ ἐργατικότητος, περὶ ὕψους καὶ βάθους καὶ πλάτους κ.τ.τ. ὅσο ὀρθὰ καὶ ἂν εἶναι, ἐν προκειμένῳ δὲν ἐπαρκοῦν. Γιὰ τὸν σοβαρὸ συγγραφέα οἱ ἀρέτες αὐτὲς εἶναι ἐκ τῶν ὧν οὐ ἄνευ, προαπαιτούμενα, ὄχι τελικὰ κριτήρια της ἐπιτυχίας. Κι ἐκεῖνοι ποὺ τὶς διαθέτουν εἶναι πάντα πολλαπλάσιοι αὐτῶν ποὺ ἐντέλει ἐπιτυγχάνουν. Ὡστόσο ἡ τέχνη ὅταν ἔχει ἀπήχηση (καὶ μόνο αὐτὴ ἡ τέχνη στὴν πραγματικότητα ὑπάρχει καὶ ζεῖ) ἔρχεται νὰ ἱκανοποιήσει ἀνάγκες γενικότερες, συλλογικές, ἐνίοτε καὶ καθολικές. Ἂν θέλουμε νὰ συλλάβουμε τὴν ἰδιαιτερότητα ἐνὸς ποιητή, αὐτὴ τὴν ἰδιαιτερότητα δὲν θὰ τὴ βροῦμε ψηλαφώντας στὰ μισοσκότεινα τὸ κρυφὸ πρόσωπό του, ποὺ στὸ κάτω κάτω δὲν ἀφορᾶ παρὰ τὸν ἴδιο· ἀλλὰ μελετώντας το ἔξω, στὸ φῶς, στὰ πολλαπλὰ κάτοπτρα ποὺ τὸ ἀντανακλοῦν. Τί βλέπουν οἱ ἄλλοι ἐπάνω τους, αὐτὸ εἶναι ποὺ μετράει.

Μὲ μίτο λοιπὸν αὐτὰ τὰ ἐρωτήματα, καὶ μὲ τὸ μάτι στραμμένο σ’ αὐτοὺς τοὺς καθρέφτες, θ’ ἀποπειραθῶ νὰ σᾶς ἐκθέσω ἐδῶ, ἐν εἴδει ὑποθέσεων ἐργασίας, δυὸ διαπιστώσεις. Πρώτη διαπίστωση. Ἡ Δημουλᾶ, ἀνεξαρτήτως τοῦ ἂν τὸ ἐπεδίωξε ποτὲ συνειδητὰ ἢ ἂν τῆς προέκυψε στὴν πράξη, ἀσχέτως τοῦ ἂν τὸ κάνει ἐνστικτωδῶς ἢ ἀπὸ ζυγισμένη ἀνάγκη, κατόρθωσε, διότι περὶ κατορθώματος πρόκειται, νὰ μὴν ἀπευθύνεται μόνο στὸ σινάφι, τὴ στενή, ἐσωστρεφῆ καὶ ἀγοραφοβικὴ συντεχνία. Μαζὶ μὲ ἐλάχιστους ἄλλους, ποὺ ὁ ἀριθμός τους δὲν ξεπερνᾶ τὰ ἁπλωμένα δάχτυλα τοῦ ἱερομόναχου Διονυσίου πάνω ἀπ’ τὸ φιλιατρὸ (σκέφτομαι ἐδῶ ἰδίως τὴν περίπτωση τοῦ Μιχάλη Γκανᾶ), ἡ Δημουλᾶ ἔχει πετύχει νὰ γράψει ποιήματα κατὰ γενικὴ ὁμολογία ἀλησμόνητα – ποὺ διαβάστηκαν, ποὺ συζητήθηκαν, ποὺ ἀγαπήθηκαν καὶ ἀπὸ ἀναγνῶστες κοινούς, μὴ ἀνήκοντες στὴ φάρα τῶν ποιητῶν καὶ τῶν λοιπῶν εἰδημόνων. Ἀπὸ ἀνθρώπους πεπαιδευμένους μέν, καθ’ ὅλα κανονικοὺς δέ, ἀπ’ αὐτοὺς δηλαδὴ πού, ὅπως θὰ ἔλεγε ὁ Ντ. Τζόια, τοὺς ἀρέσει ἡ καλὴ μουσικὴ ἢ τὸ καλὸ θέατρο, συχνάζουν στὰ μουσεῖα καὶ τὶς ἐκθέσεις, παρακολουθοῦν τὴ σύγχρονη πεζογραφία καὶ ἔχουν στὸ προσκέφαλο τοὺς κορυφαίους ποιητές μας τοῦ παρελθόντος. Ἀλλὰ ποὺ ὅταν πρόκειται γιὰ τοὺς νῦν συναδέλφους τοῦ Ὁμήρου, καὶ ἔχοντας πολὺ καλοὺς λόγους γι’ αὐτό, ἀπαντοῦν στὶς προσκλήσεις μ’ ἕνα «εὐχαριστῶ, δὲν θὰ πάρω». Πόσοι εἶναι αὐτοί; Πολλοί, πάρα πολλοὶ καὶ αὐξάνουν διαρκῶς. Μαζὶ μὲ τὴν ἀδιαφορία τους γιὰ τὴ σύγχρονη ἑλληνικὴ ποίηση.

Διαπίστωση δεύτερη. Ἡ ἐπιτυχία αὐτὴ τῆς Δημουλᾶ, καθότι γνήσια, δείχνει ἤδη ἀπὸ μόνη της ὅτι τὸ ἔργο μὲ τὸ ὁποῖο ἔχουμε νὰ κάνουμε εἶναι πολυστρώματο καὶ πρισματικό. Ἐξηγοῦμαι. Μορφὲς ἐπιτυχίας ὑπάρχουν τρεῖς. Τὴν πρώτη ἀπ’ αὐτὲς μποροῦμε νὰ τὴν ἀποκαλέσουμε «ἐνδοσυντεχνιακή». Πρόκειται ἀσφαλῶς γιὰ τὸ κατώτερο εἶδος της. Ἀντίθετα μὲ τὰ θρυλούμενα, ὁ «εἰδικός» –τουλάχιστον ὁ σημερινὸς ἐπαΐων: ὁ ὁμότεχνος, ὁ θεωρητικός, ὁ κριτικός– ἀξιώνει ἀπὸ τὰ διαβάσματά του καὶ πράγματα εἰδικά: περιορισμένα τουτέστιν, στενά. Θαμπώνεται ἀπὸ τὶς αἰσθητικὲς ἰδεοληψίες του, ἀναζητᾶ ἐπιβεβαιώση γιὰ τὸ καθεστωτικὸ ἢ τὸ αἱρετικό του πιστεύω, κολακεύεται νὰ ἀνακαλύπτει διακειμενισμοὺς καὶ νὰ λύνει ἑρμητικοὺς γρίφους, ὀπτασιάζεται ὅτι στέκει τόσο ψηλότερα ἀπὸ τὸν κοινὸ ἀναγνώστη ὥστε ἂν κάτι ἀρέσει σ’ ἐκεῖνον, ὁ ἴδιος δὲν γίνεται παρὰ νὰ τὸ ἀπορρίπτει, καὶ τούμπαλιν. Κοινῶς, εἶναι ὡς ἀναγνώστης ναρκισσευόμενος καὶ φυγόκοσμος. Καὶ ἐπιπλέον, ὡς ἄμεσα ἐμπλεκόμενος, δὲν εἶναι δὰ καὶ ἄκρως ἀνιδιοτελής.

Ἀπέναντί του τὸ εὐρύτερο κοινό, ὅπως τὸ περιέγραψα, εἶναι ἂν μὴ τί ἄλλο εἰλικρινές. Ὅταν κάτι τοῦ ἀρέσει, τὸ δείχνει· καὶ ὅταν ὄχι, ἐπίσης. Ἡ ἀδιαφορία του πάντα κάτι σημαίνει, ποὺ πάει πολὺ πιὸ πέρα ἀπὸ τὴν προκατάληψη καὶ τὴν ἔλλειψη ἐνημέρωσης ποὺ οἱ εἰδήμονες τοῦ προσάπτουν. Τὸ εὐρὺ κοινὸ ἀναζητᾶ τὴν τέρψη, ὅπως ὅλοι μας βέβαια. Μόνο ποὺ ἐκεῖνο δὲν ντρέπεται νὰ τὸ ὁμολογήσει, ὅποτε ἐμεῖς οἱ εἰδήμονες τοῦ τὸ ἐπιτρέπουμε τουλάχιστον καὶ δὲν τὸ τρομοκρατοῦμε κουνώντας του δασκαλίστικα τὸ δάχτυλό μας. Φυσικά, ἀπ’ τὸν κοινὸ ἀναγνώστη λείπει ἡ ἐκλέπτυνση, τὸ ἀσκημένο βλέμμα, ἕνα πιὸ ἱστορικὸ αἰσθητήριο – γι’ αὐτὸ καὶ διαγιγνώσκει ἐνίοτε ἀξία μεγαλύτερη στὸ ἀντίγραφο παρὰ στὸ πρωτότυπο καὶ παραενθουσιάζεται ποὺ καὶ ποὺ μὲ τὸ πρόσκαιρο. Ὡστόσο ἔχει ἔνστικτο, καὶ αὐτὸ τὸ ἔνστικτο, ἰδίως στὶς μέρες μας, εἶναι ὁδηγὸς συχνὰ ἀκριβέστερος ἀπὸ τὶς ρετσέτες τῶν εἰδημόνων. «Ἀγάλλομαι ὅταν συμπίπτω μὲ τὸν κοινὸ ἀναγνώστη», ἔγραφε ὁ Σάμιουελ Τζόνσον τὸν 18ο αἰώνα,

«γιατί ἀπὸ τὸν κοινὸ ἀναγνωστικὸ νοῦ, τὸν ἀδιάφθορο ἀπὸ τὶς προκαταλήψεις τῶν λογίων, τὸν πέρα ἀπ’ ὅλα τὰ λεπτεπίλεπτα κατεβατὰ καὶ τοὺς δογματισμοὺς τῆς πολυμάθειας, πρέπει νὰ ἀπονέμεται ἐντέλει κάθε ποιητικὴ τιμή.»

Ἀπέναντι σ’ αὐτὰ τὰ δυὸ εἴδη ἐπιτυχίας, τὰ νόθα καὶ ἀτελῆ ὅπως θὰ τὰ ὀνόμαζα –τὴν ἀπήχηση μόνο στὸ εὐρὺ κοινὸ καὶ τὴν ἀναγνώριση μόνο ἀπὸ τοὺς κύκλους τῶν εἰδημόνων–, ἡ γνήσια ἐπιτυχία προϋποθέτει καὶ τὰ δυό. Μὲ τὰ λόγια του Οὖγκο φὸν Χόφμαννσταλ:

«Μιὰ πραγματικὴ καὶ διαρκὴς ἐπιτυχία προϋποθέτει τὴν ἱκανότητα νὰ προσεγγίσουμε τόσο τὸ λιγότερο καλλιεργημένο ὅσο καὶ τὸ πλέον λεπταίσθητο τμῆμα τοῦ κοινοῦ. Αὐτὸ τὸ τελευταῖο δημιουργεῖ τὸ πρεστίζ, δίχως τὸ ὁποῖο θὰ ἤμασταν χαμένοι, ὅπως ἀκριβῶς καὶ ἂν στερηθοῦμε τὴν ἀγάπη τῶν πολλῶν.»

Ἡ ἐπιτυχία τῆς Κικῆς Δημουλᾶ εἶναι τέτοια, ἑδραία, ἐπειδὴ βασίζεται σὲ διπλὰ θεμέλια, ἔχει πίσω της καὶ τὸν Δῆμο καὶ τοὺς Σοφιστές. Καὶ εἶναι αὐτὴ ἡ παράλληλη, ἡ διπλὴ ἀρέσκεια ποὺ ἐπιβεβαιώνει τὸ μοναδικὸ χάρισμά της νὰ ἀγγίζει τοὺς πιὸ ἀποκλείνοντες τύπους ἀναγνώστη – ἀπὸ τὸν λεγόμενο ἐπαρκῆ, γιὰ τὸν ὁποῖο μας μίλησε κάποτε ὁ Μονταίνιος, ὡς τὸν κοινό, τὸν common reader, τὸ ἐγκώμιο τοῦ ὁποίου πλέκει ὁ δρ Τζόνσον.

Φυσικά, ὁ ὀπαδὸς τῶν λογικῶν ἀποκλεισμῶν μπορεῖ νὰ ἐντοπίσει ἐδῶ μιὰν ἀντίφαση. Ὅ,τι ἐπαινοῦν οἱ εἰδήμονες στὸ ἔργο τῆς Δημουλᾶ, γιὰ τὸν μέσο ἀναγνώστη τῶν ποιημάτων της πολλὲς φορὲς εἶναι ἀθέατο, ἐνῶ αὐτὸ ποὺ τέρπει τοῦτον τὸν τελευταῖο μπορεῖ νὰ εἶναι γιὰ τὸν εἰδήμονα δευτερεῦον. Ὡστόσο, ἀντιφατικὴ εἶναι ἡ ἴδια ἡ ἀνθρώπινη φύση· καὶ στὴν ποίηση, ἀντίθετα ἀπ’ ὅτι στὴ φιλοσοφία ἢ στὴν ἐπιστήμη, ἡ ἔκθεση, τὸ φανέρωμα τῶν ἀντιφάσεων εἶναι πλοῦτος, ὄχι ἐλάττωμα.

* * *

Θέλω νὰ δώσω ἐδῶ τρία παραδείγματα τῆς ἐσωτερικῆς πολυμέρειας, τοῦ πλούτου αὐτοῦ τοῦ ἔργου, τὰ ὁποία ἐξηγοῦν τὴ γοητεία ποὺ ἀσκεῖ στοὺς πιὸ διαφορετικοὺς τύπους ἀναγνώστη. Δίπλα στὰ βαριὰ ἰδεοφόρα ποιήματά της ποὺ θεματίζουν τὸν χρόνο ἢ τὸν θάνατο, ἀναδιφοῦν τὰ μυστήρια της μνήμης ἢ εὐθέως θεολογοῦν, δίπλα δηλαδὴ στὰ ποιήματα ποὺ κατ’ ἐξοχὴν θέλγουν σχολιογράφους καὶ κριτικούς, ἡ Δημουλᾶ εὐτύχησε νὰ γράψει ἤδη νωρὶς μερικὰ ἀπὸ τὰ πιὸ γοητευτικά, τὰ πιὸ σπινθηροβόλα, τὰ πιὸ ἐθιστικὰ ποιήματα τῆς γλώσσας μας. Ἐννοῶ ποιήματα ὅπως «Ὁ Πληθυντικὸς ἀριθμός», ἡ «Φωτογραφία 1948», «Τὰ Πάθη τῆς βροχῆς», «Τὸ διαζευτικὸν ἤ», γιὰ νὰ σταθῶ μόνο στὸ Λίγο του κόσμου. Τὰ ποιήματα αὐτά, μολονότι δύσκολα μποροῦν νὰ θεωρηθοῦν τὰ καλύτερά της, γιὰ τὴ σχέση της μὲ τὸ εὐρὺ κοινὸ εἶναι ἴσως τὰ σπουδαιότερα, τὰ πλέον κρίσιμα. Κι αὐτὸ διότι σχηματίζουν τρόπον τινὰ τὴν πύλη, τὴν εἴσοδο στὸ ἔργο της, ἢ ἀκόμα καλύτερα, τὸ δόλωμα ποὺ παρακινεῖ τὸν νωθρὸ ἐπισκέπτη νὰ προχωρήσει πιὸ πέρα. Μὲ τὴ συμμετρία καὶ τὴν ἐπαναληπτικότητα τῆς δομῆς τους, μὲ τὴ ἐπωδική τους μετρονομία εἶναι ἴσως ὅτι πλησιέστερο δημιούργησε ἡ ἐλευθερόστιχη ποίηση μεταπολεμικὰ στὸ τραγούδι – εἶδος μὲ τὸ ὁποῖο ὡς γνωστὸν δὲν τὰ εἶχε ποτὲ ἰδιαίτερα καλά.

Στὸ σημεῖο αὐτὸ ἡ Δημουλᾶ ὑπερτερεῖ ἀπὸ τοὺς περισσότερους ὁμοτέχνους της. Εἶναι ἐλάχιστοι οἱ σύγχρονοί μας ποιητὲς ποὺ ἔχουν καταφέρει νὰ γράψουν ποιήματα τόσο ἄμεσα καὶ δραστικά, ἱκανὰ νὰ διασκεδάσουν τὴν ἀμηχανία τοῦ μέσου ἀναγνώστη ἀπέναντι στὴ σύγχρονη ποίηση καὶ νὰ ἀποκαταστήσουν τὴν κλονισμένη του ἐμπιστοσύνη. Ἀπεναντίας, κι εἶναι αὐτὸ χαρακτηριστικό, ποιήματα τέτοια ἔχουν ὅλοι σχεδὸν οἱ κορυφαῖοι μας ποιητὲς τοῦ παρελθόντος.

Τὸ δεύτερο σημεῖο στὸ ὁποῖο ὑπερέχει ἡ Δημουλᾶ ἀπὸ τοὺς περισσότερους ὁμοτέχνους της ἔχει νὰ κάνει μὲ τὴν πληρότητα τοῦ αἰσθητικοῦ της ὀργάνου, μὲ τὸν ἀριθμὸ τῶν πλήκτρων, ἂν θέλετε, τοῦ ἐκφραστικοῦ της κλαβιέ. Μέσες ἄκρες, τρεῖς εἶναι οἱ τρόποι ποὺ ἔχει στὴ διάθεσή του ἕνας ποιητὴς γιὰ νὰ αἰχμαλωτίσει τὴν προσοχὴ τοῦ ἀναγνώστη του: ἡ γενικὴ διάθεση ποὺ δημιουργεῖ μὲ τὸ ἔργο του· τὸ μεμονωμένο, κατορθωμένο ποίημα· ὁ ἐντυπωτικὸς στίχος. Οἱ περισσότεροι ποιητὲς σήμερα εἶναι ποιητές της γενικῆς διάθεσης, ποιητὲς ἀτμοσφαιρικοὶ θὰ λέγαμε. Δημουργοῦν ἕνα κλίμα, μιὰ ἀπροσδιόριστη ἀχλύ, μιὰ συγκινησιακὴ ἔνταση, ποὺ λειτουργεῖ στὸν ἕνα ἢ στὸν ἄλλο βαθμὸ ὅσο ἔχουμε τὰ βιβλία τους μπροστά μας, ἀλλὰ συνήθως σκορπάει σὰν τὴν πρωινὴ πάχνη εὐθὺς μόλις τὰ ἐγκαταλείψουμε.

Πολὺ λιγότεροι εἶναι οἱ ποιητὲς ποὺ χειρίζονται ἱκανοποιητικὰ τὸν ἐντυπωτικὸ στίχο, τουτέστιν τὴ λεκτική, ἐπιγραμματικὴ συμπύκνωση ποὺ αἰφνιδιάζει τὸν ἀναγνώστη καὶ τοῦ χαράσσεται μονιμότερα στὴ μνήμη. Ὅμως αὐτοὶ οἱ στίχοι καταλήγουν συνήθως ἀδέσποτοι, στρεβλώνονται στὸ στόμα τοῦ ἑρμηνευτῆ τους καὶ ἀπὸ τὴν πολυχρησία ἀποκτοῦν ἄλλο, κάποτε κούφιο νόημα.

Ἀκόμη λιγότεροι, γιὰ τὴν ἀκρίβεια: ἐλάχιστοι, εἶναι οἱ ποιητὲς πού μας ἔχουν δώσει κατορθωμένα, ὁλοκληρωμένα ποιήματα – ποὺ εἶναι καὶ ἡ ἀνώτατη μορφὴ τῆς ποιητικῆς ὁλοκλήρωσης. Γιατὶ κατορθωμένο εἶναι τὸ ποίημα τὸ συμπαγές, τὸ ὁλότμητο, τὸ αὐτοτελές, αὐτὸ ποὺ δὲν ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν περιρρέουσα ἀτμόσφαιρα τοῦ λοιποῦ ἔργου τοῦ δημιουργοῦ του οὔτε μπορεῖ νὰ διαμελιστεῖ κατὰ τὸ δοκοῦν στὸ στόμα ἐκείνων ποὺ τὸ μνημονεύουν. Τὸ ποίημα αὐτό, ποὺ κατὰ κάποιο τρόπο, μᾶς ἐπιβάλλει ὡς ὅλον τὴν παρουσία του.

Τώρα, ὑπάρχουν ποιητὲς γνωστοὶ ποὺ εἶναι ποιητὲς κυρίως τῆς γενικῆς διάθεσης, ὅταν ἐπιχειρεῖ κανεὶς νὰ τοὺς ἀνθολογήσει τὸ ἀποτέλεσμα μᾶλλον ἀπογοητεύει. Ἄλλοι πάλι διαβάζονται καλύτερα κατ’ ἀποσπάσματα. Ἡ Δημουλᾶ ἀνήκει στὴ σπάνια κατηγορία τῶν
ποιητῶν ποὺ διακρίνονται καὶ στοὺς τρεῖς αὐτοὺς τρόπους. Στὸ ἔργο της βρίσκει κανεὶς τόσο τὴ διάχυτη, γενικὴ ἀτμόσφαιρα, τὸ σκηνικὸ ποὺ τὸ περιβάλλει θὰ λέγαμε, ὅσο καὶ τὸν πυκνὸ ἐντυπωτικὸ στίχο ποὺ μπορεῖ νὰ γίνει ἀπόφθεγμα ἢ ἔπος πτερόεν στὰ χείλια τῶν ἄλλων – αὐτὸν δὲ κατὰ κόρον. Τὸ πιὸ σπουδαῖο ὅμως – βρίσκει τὸ συμπαγές, τὸ κατορθωμένο ποίημα. Ποιήματα ὅπως «Τὸ τελευταῖο σῶμα μου», τὸ «Κονιὰκ μηδὲν ἀστέρων», τὸ «Ἀθῶο τὸ ἀναπόδεικτο», οἱ «Ἀπροσδοκίες», τὸ «Πάλι σὲ συγχωρῶ», τὸ «Λάθος διάταξη» καὶ τόσα ἄλλα.

Ὁ Γκόττφρηντ Μπὲν ἔλεγε ὅτι ἕνας ποιητὴς δουλεύει μιὰ ὁλόκληρη ζωή, τριάντα ἢ σαράντα χρόνια γι’ αὐτὰ ἀκριβῶς τὰ ποιήματα· μάλιστα προσδιόρισε καὶ τὸν ἀριθμό τους: ἕξι ὡς ὀχτώ. Τὸ νούμερο μπορεῖ νὰ μᾶς πέφτει στενό, στὸ ποιὰ εἶναι αὐτὰ τὰ ποιήματα ἴσως δὲν τὰ βροῦμε, ἀλλὰ ὅτι ἡ Δημουλᾶ ἔχει τέτοια ποιήματα, εἶναι κάτι παραπάνω ἀπὸ προφανές. Γιὰ πόσους ἄλλους μποροῦμε νὰ ἰσχυριστοῦμε τὸ ἴδιο;

Τὸ τρίτο σημεῖο στὸ ὁποῖο ἐπιθυμῶ νὰ σταθῶ εἶναι ἄλλης ὑφῆς, ἔχει νὰ κάνει μὲ τὸ βιωματικό, τὸ πραγματικὸ εὖρος αὐτῆς τῆς ποίησης, γιὰ τὴ στενὴ σχέση της μὲ τὸν ἀντικειμενικὸ καὶ συναισθηματικό μας κόσμο. Ἂν πάρει κανεὶς τὰ περισσότερα ἀπὸ τὰ ποιήματα ποὺ γράφονται ἐδῶ σὲ μᾶς τὶς τελευταῖες δεκαετίες, τί θὰ δεῖ; Ὡς ἐπὶ τὸ πολύ, πρόκειται γιὰ ἔργα αἰωρούμενα, ἀνεύρετα, ἀνεντόπιστα στὸν ἱστορικὸ καὶ τὸν γεωγραφικὸ χάρτη. Ἀκόμα καὶ οἱ πιὸ κοινοὶ δεῖκτες, οἱ χρονολογίες καὶ τὰ τοπωνύμια, ἐκεῖνα τὰ στοιχεῖα δηλαδὴ πού, ὅπως θά ’λεγε ὁ Γιῶργος Χειμωνάς, «καρφώνουν» ἕνα κείμενο στὸ ἐδῶ καὶ στὸ τώρα, τοῦ δίνουν ἀνυπέρθετο στίγμα, ἀκόμη καὶ αὐτὰ στὴν τρέχουσα ποίηση σπανίζουν – ἢ ὅπου προσφέρονται λειτουργοῦν, ἀπὸ τὴν πλευρὰ τὴν συναισθηματική, σὰν μπαταρία ἐξαντλημένη – δὲν μεταδίδουν σπινθήρα ἢ ἔνταση.

Τὰ περισσότερα σημερινὰ ποιήματα εἶναι ἀφαιρέσεις. Λὲς καὶ οἱ ἐμπνευστές τους τὰ ἔχουν συλλάβει σὲ ἕνα εἶδος δοκιμαστικοῦ σωλήνα τῆς φαντασίας, σὲ συνθῆκες αὐστηρῆς ἀποστείρωσης, μακριὰ ἀπὸ κάθε τριβή, ἀπὸ κάθε δοσοληψία μὲ τὸ πραγματικό. Ἀπουσιάζει ὄχι μόνο τὸ ἴχνος τῆς ἐντοπιότητας ἢ τῆς συγκυρίας, τὸ παραμικρὸ couleur local ἢ temporal, ἀλλὰ καὶ ὁ ὑπαινιγμός τους. Αὐτὰ τὰ ποιήματα θὰ μποροῦσαν νὰ εἶχαν γραφεῖ τὸ ἴδιο καλὰ στὴ Βόρεια Εὐρώπη ἢ τὴν Νότιο Ἀμερική, πρὶν ἢ μετὰ ἀπὸ ἕναν αἰώνα. Ἀκόμη καὶ στὴ γλωσσική τους σκευὴ εἶναι ὅσο γίνεται οὐδέτερα, μετέρχονται τὸ πιὸ ἐπίκαιρο καὶ συγχρονισμένο ἰδίωμα – δὲν ὑπάρχει τίποτε τὸ παρεκκλῖνον, τὸ ἰδιόλεκτο ἐπάνω τους, τίποτα ποὺ νὰ ὑπαινίσσεται τὸν ἄνθρωπο ἢ τὸν περίγυρο ἢ τὴν ἐποχὴ ποὺ τὰ γέννησε. Μόνη ταυτότητά τους, ἂν ἔχουν, εἶναι ἡ ἀτομικότητα τοῦ συγγραφέα τους.

Μὲ τὴ Δημουλᾶ αὐτὸ δὲν συμβαίνει. Τὰ ποιήματά της δὲν εἶναι ἀόριστα. Πρῶτα πρῶτα βρίθουν ἀπὸ τόπους καὶ ὀνόματα: Κυψέλη, Μετέωρα, Σπάρτη, Δελφοί, ἡ Σταδίου, ἡ Πλατεία Κλαυθμῶνος. Βρίθουν ἀπὸ πράγματα ἁπτὰ τοῦ ἄμεσού μας βιόκοσμου: δαχτυλίδια, σκοῦπες, κουμπότρυπες, ξυραφάκια, χαρτόσημα, χάπια, φωτογραφίες, κεριά. Βρίθουν ἀπὸ σήματα τοῦ οἰκείου μας χρόνου: κηδεῖες, ταξίδια, ἀσθένειες, εὐχὲς καὶ ἑορτασμούς, τὸ 1948, ἡ παρέλαση τῆς 25ης Μαρτίου, ἡ Κυριακὴ τοῦ Νυμφίου, ἡ Μεγάλη Ἑβδομάδα. Ἡ γλώσσα τῆς Δημουλᾶ εἶναι κι αὐτὴ γλώσσα ὁρισμένη. Μὲ στοιχεῖα ἀντλημένα ἀπὸ τὴν ἀστικὴ κοινὴ τοῦ Μεταπολέμου, τὰ βιβλικὰ καὶ λειτουργικὰ κείμενα, τὴν ὑπηρεσιακὴ καθαρεύουσα, τὸ δημοσιογραφικὸ ζαργκόν, ὡς μεῖγμα, ὡς κράμα λεκτικὸ ἀνασυστήνει στὸ χαρτὶ γιὰ λογαριασμό μας τὴν αἴσθηση ἐνὸς τόπου ἀπαραγνώριστου, μιᾶς ἐποχῆς συγκεκριμένης.

Δὲν εἴμαστε, βέβαια, συνηθισμένοι νὰ βλέπουμε στὴ Δημουλᾶ τὴν ποιήτρια ἐνὸς κοινοῦ αἰσθήματος, μιᾶς ταυτότητας διυποκειμενικῆς, συλλογικῆς. Κι ὅμως, μ’ ὅλη τὴν ἰδιοφωνία της, αὐτὴ ἡ διάσταση εἶναι ἔντονη στὸ ἔργο της. Ὅπως ὁ Παπαδιαμάντης διασώζει τὴ ματιὰ τοῦ νησιώτη τοῦ ἐκτοπισμένου ὁλοζωῆς στὴν πρωτεύουσα· ὅπως ὁ Καρυωτάκης περιγράφει στὰ γραπτά του τὴν ἀσφυκτικὴ ἀτμόσφαιρα τοῦ δημοσιοϋπαλληλικοῦ βίου· ὅπως ὁ Τέλλος Ἄγρας συνθέτει μὲ τοὺς στίχους του τὸ ἐγκώμιο τῆς χαμοζωῆς καὶ τῶν ἡρώων της, ἔτσι καὶ ἡ Κικὴ Δημουλᾶ στὰ ποιήματά της διανοίγει γιὰ λογαριασμό μας μιὰ ὁλόκληρη ἤπειρο: αὐτὴ τοῦ μεσοαστικοῦ ἀθηναϊκοῦ βίου τῶν τελευταίων πενήντα ἐτῶν. Στὰ ποιήματά της συναντᾶ κανεὶς τὸν οἰκειακὸ μικρόκοσμο καὶ τὶς τελετές του, τὰ ψυχικὰ γεγονότα τοῦ ἔγγαμου βίου καὶ τῆς χηρείας, τοὺς ἑορτασμοὺς καὶ τὰ πένθη τῶν κοινωνικῶν συνευρέσεων· ἀκούει τὸν βόμβο τῆς βροχῆς ὅπως ἠχεῖ πίσω ἀπ’ τὸ συνοικιακὸ τζάμι· βλέπει τὴ φύση ἢ τὴ θάλασσα μὲ τὴ ματιὰ τοῦ ἐκδρομέα τῆς πόλης.

Τέλος συναντᾶ αὐτὸ ποὺ θὰ ’λεγα γυναικεία ματιά. Ὁ ὅρος «γυναικεία ποίηση», ὅπως ξέρουμε, δὲν γεννάει ἐνθουσιασμὸ γιὰ λόγους γνωστούς. Καθὼς δὲν συνηθίζεται ὁ ἀντίστοιχός του, ἡ «ἀνδρικὴ ποίηση», θεωρεῖται συγκαταβατικὸς ἂν ὄχι εὐθέως ὑποτιμητικός. Καὶ ἡ σύγχρονη κριτικὴ δὲν ἀποτόλμησε ποτὲ νὰ τοῦ προσδώσει ἕνα νέο, λιγότερο παρεξηγήσιμο περιεχόμενο. Ἡ κατανοητὴ αὐτὴ ἐπιφύλαξη ὡστόσο, ὑπερτονιζόμενη συσκοτίζει, δὲν διαυγάζει τὰ πράγματα. Κι αὐτὸ γιατὶ δίπλα στὴν καταγωγὴ καὶ τὴ γλώσσα, πρὶν ἀκόμη ἀπὸ τὴν κοινωνικὴ τάξη καὶ τὶς θρησκευτικὲς ἢ ἰδεολογικὲς παραστάσεις, τὸ φύλο παραμένει ὁ κορυφαῖος ἐπικαθοριστὴς τῆς ἀτομικότητάς μας. Ἀπ’ τοὺς πιὸ ἀνεξέλεγκτους βιολογικοὺς αὐτοματισμοὺς ὣς τὶς λεπτεπίλεπτες αἰσθητικὲς ἐξωτερίκευσεις ὅλα περνοῦν, ὅλα διηθοῦνται μέσα ἀπὸ τοὺς πόρους του.

Μὲ τὴν ἔννοια αὐτή, ἡ ποίηση τῆς Δημουλᾶ εἶναι τόσο αὐτονόητα «γυναικεία», ὅσο αὐτονόητα «ἀνδρική» εἶναι ἡ ποίηση ἐνὸς Ἄγγελου Σικελιανοὺ λ.χ. ἢ ἐνὸς Νίκου Καρούζου – δὲν θὰ μποροῦσε νὰ ἔχει γραφτεῖ παρὰ ἀπὸ γυναίκα. Μὲ τὴν εὐφρόσυνη διαφορὰ ὅτι σὲ ἀντίθεση μὲ τὶς περισσότερες ποιήτριες σήμερα, ἡ Δημουλᾶ δὲν πέφτει στὴν παγίδα τοῦ «ρόλου», δὲν ὑποδύεται δηλαδὴ ἕναν δοσμένο ἀπὸ τὰ πρὶν χαρακτήρα τοῦ τυπικοῦ ρεπερτορίου τοῦ προορισμένου ἀποκλειστικὰ γιὰ τὶς γυναῖκες. Ἔτσι, δὲν εἶναι μία ἀκόμη «εὐαίσθητη γραφή», οὔτε κραδαίνει τὰ πλακὰτ τῆς χειραφέτησης, δὲν θὰ τὴ βρεῖ κανεὶς στοὺς μύθους τῶν maudits ἢ στὶς νευρωτικὲς περιπάθειες – ἡ πούδρα τοῦ ἀναμενόμενου δὲν εἶναι δική της δουλειά. Ὁ ρεαλισμὸς τῆς Δημουλᾶ εἶναι βιωματικὰ μεστότερος γιατί ἀρδεύεται ἀπὸ τὴν πείρα τοῦ ἀνθρώπου τοῦ τριμμένου σ’ ὅλες τὶς τροπὲς τῆς ζωῆς, καὶ ὄχι ἁπλῶς ἀπὸ τὶς ἐξάρσεις τοῦ ἀκτιβιστῆ ἢ τοῦ ἀρτίστα. Πράγμα ποὺ μὲ τὴ σειρά του ἐξηγεῖ γιατί βρίσκει ἀπήχηση καὶ σὲ εὐρύτερους κύκλους ἀναγνωστῶν, πολὺ πιὸ πέρα ἀπ’ τὸν περίβολο τῆς ὅποιας κλειστῆς μποεμίας.

* * *

Θέλω νὰ κλείσω μὲ ὁρισμένες παρατηρήσεις ποὺ ἴσως ξενίσουν. Τύχη ἀγαθή, ἡ Κικὴ Δημουλᾶ, εἶναι ποιήτρια ποὺ τὴν ἀμφισβητοῦν. Μερίδα τῆς κριτικῆς ἔχει ἀπέναντί της ἐνστάσεις. Σὲ μιὰ ἐποχὴ ὅπου τὸ 99% τῶν κριτικῶν σημειώματων ἀποτελεῖται ἀπὸ θωπευτικὰ καλοπιάσματα καὶ πλάγιες, μεγαλόφωνες ἢ ντροπαλές, διαφημίσεις, ἡ Κικὴ Δημουλᾶ ἔχει τὸ προνόμιο νὰ γράφονται ἐναντίον της κείμενα ἐκτενῆ, κάποτε καὶ ἐπιθετικά, κάποτε καὶ ἄξια λόγου. Ἔχει τὸ προνόμιο, ἔγραψα, καὶ κυριολεκτῶ. Διότι ἡ ἀπορριπτικὴ κριτικὴ ἀκριβῶς εἶναι ποὺ ἀποδεικνύει τὴ ζωτικὴ θέση ποὺ τὸ ἔργο της κατέχει στὰ λογοτεχνικά μας πράγματα. Τὸ γεγονὸς δηλαδὴ ὅτι κι ἐκεῖνοι ποὺ τὸ ἀπαξιώνουν, ὄχι μόνο δὲν μποροῦν νὰ προσποιηθοῦν ὅτι τὸ ἀγνοοῦν ἀλλὰ εἶναι ἀναγκασμένοι ἐκ τῶν πραγμάτων νὰ τὸ πολεμήσουν.

Τώρα, ἀνεξαρτήτως τοῦ τί γνώμη τρέφει κανεὶς γιὰ τὴν κριτικογραφία αὐτῆς τῆς γραμμῆς, γιὰ τὴν ποιότητα καὶ τὴν εὐστάθεια τῶν ἐπιχειρημάτων ποὺ τὴν ὑποστυλώνουν καὶ τὰ κίνητρα ποὺ τῆς δίνουν ζωή, δὲν χωρεῖ ἀμφιβολία ὅτι ἔχει θέσει στὸ τραπέζι ζητήματα οὐσιώδη, ποὺ δὲν ἀφοροῦν μόνο τὴ Δημουλᾶ, ἀλλὰ ὅλη τὴ λογοτεχνία μας. Ἐρωτήματα κρίσιμα ὅπως: Ποιὰ εἶναι ἡ λειτουργία τῆς πρωτοτυπίας σ’ ἕνα ἔργο λόγου; Τί σημαίνει μανιέρα καὶ μέχρι ποίου βαθμοῦ ἐπιτρέπεται; Εἶναι ἡ ἀποφυγὴ τῆς ἐπανάληψης ἐκ τῶν ὧν οὐκ ἄνευ; Ποιὰ εἶναι ἡ σχέση τοῦ ποιητῆ μὲ τὴ δημοσιότητα, τὴν προβολὴ καὶ τοὺς προβολεῖς της; Ὁδηγεῖ ἡ εὐρεία ἀποδοχὴ ἐνὸς ἔργου στὴ φθορὰ καὶ στὴν ἀποδυνάμωσή του ἥ, ἀντιθέτως, στὴν ἐμπέδωσή του στὴν κοινὴ συνείδηση; Εἶναι κὰν συγγνωστὸ γιὰ ἕναν ποιητή, γιὰ ἕναν συγγραφέα νὰ εἶναι δημοφιλής;

Δὲν μπορῶ νὰ ὑπεισέλθω ἐδῶ στὰ ἐρωτήματα αὐτὰ ἕνα πρὸς ἕνα. Νομίζω πάντως ὅτι ἕλκουν ὅλα τους τὴν καταγωγὴ ἀπὸ ἐκεῖνον τὸν βαθὺ κλονισμὸ τῶν σχέσεων τῆς ποίησης μὲ τὸ κοινό της ποὺ διατρέχει ὅλο τὸν 20ό αἰώνα καὶ μᾶς ἔχει ὁδηγήσει στὸ τωρινὸ ἀδιέξοδο. Μὲ τὸν τρόπο τους, οἱ ἐπικριτὲς τῆς Δημουλᾶ εἴτε ἀναμασοῦν τὶς περὶ καινοτομίας κοινοτοπίες τοῦ μοντερνισμοῦ, εἴτε ἐπαναλαμβάνουν τὸ τροπάρι τοῦ ἀγνοημένου πλὴν ὑπερήφανου καλλιτέχνη, τὸν μύθο τοῦ «καταραμένου» δηλαδὴ ποὺ μ’ αὐταπάρνηση ἀντιστέκεται στὸν βάρβαρο ὄχλο. Αὐτὸν τὸν μύθο τὸν ἐξιδανικεύουν δὲ τόσο, ὥστε εὐκαιρίας δοθείσης τὸν καταφέρουν ὡς ρόπαλο πειθαρχικὸ ἐπὶ τῆς κεφαλῆς ὅσων τολμοῦν νὰ τρέφουν ἄλλη γνώμη.

Προκειμένου γιὰ τὴ Δημουλᾶ, αὐτὸ δὲν εἶναι οὔτε ἠθελημένο οὔτε τυχαῖο – εἶναι ἀναπόφευκτο. Γιατὶ ἀκριβῶς τὸ ἔργο της εἶναι ποὺ διαψεύδει ὅλη αὐτὴ τὴν αὐτάρεσκη πλὴν τόσο ἀπελπισμένη μυθολογία. Ἐκείνη εἶναι ποὺ ἐγείρει τὸ ἐρώτημα ποὺ ὅλοι οἱ μοντερνιστὲς τοῦ κόσμου αὐτοῦ ἀποφεύγουν νὰ ἀπαντήσουν:

Πόσο καινούργιο τάχα
πόσο ξαφνιαστικὰ ποικίλο
εἶναι δυνατὸν νὰ ρέει στὶς ἀναλλοίωτες
φλέβες αὐτοῦ τοῦ κόσμου

καὶ πὼς νὰ τοῦ στερήσεις νὰ πεθαίνει
κατ’ ἐπανάληψιν πάλι καὶ πάλι πάλι
στερώντας ἔτσι ἀπὸ τὸ θάνατο
τὴν ἀνανέωσή του.

Ψιλόβροχο εἶναι τὸ κάθε καινούργιο
στάζει ἀπὸ τὴν τρύπια στέγη τῆς ἐκπλήξεως
καὶ τὸ μαζεύουμε σὲ κάποιας ἐπανάληψης
τὴν πλαστικὴ λεκάνη.

Καὶ ἐκείνη εἶναι ποὺ μᾶς παρέχει διὰ ζώσης τὴν ἀπόδειξη ὅτι ἡ δοξασία ἐκείνη πὼς ἡ ποίηση σήμερα δὲν γίνεται λέει νὰ ἔχει ἀναγνῶστες, δὲν εἶναι παρὰ –ἐπιεικῶς– ἀνοησία. Σὲ πεῖσμα τῶν ἀπελπισμένων θεωριῶν τοῦ συρμοῦ, ποὺ παραδέχονται ὡς μόνο λόγο ποιητικὸ σήμερα τὸν μονόλογο, τὴν ἐσωστρέφεια, τὴν αὐταναφορά, ἡ Δημουλᾶ ἐπιμένει στὴν πρωταρχική, τὴν παραμυθητικὴ καὶ γι’ αὐτὸ βαθιὰ κοινωνικὴ καὶ διαλογική του διάσταση:

πάλι θὰ σοῦ τὸ ξαναπῶ
πάλι θὰ μοῦ ζητήσεις
λογικὴ ἐξήγηση
πάλι θὰ σοῦ ἀπαντήσω ὅτι
ν’ ἀντέξεις εἶναι τὸ ζητούμενο
ὄχι νὰ καταλάβεις

«Ut melius, quicquid erit, pati!» Ἕνα μακρὺ νῆμα, τανυόμενο πάνω ἀπὸ δυὸ χιλιετίες, ἑνώνει αὐτοὺς τοὺς στίχους μὲ τὸν Ὀράτιο τῶν Ὠδῶν:

Νὰ μάθεις μὴ ζητᾶς τί τέλος ὅρισαν γιὰ μένα ἢ γιὰ σένα
οἱ Θεοί. Καὶ πάψε πιὰ μὲ τὰ ὡροσκόπια νὰ παίζεις.
Ἕνα εἶναι τὸ καλύτερο, κανεὶς ν’ ἀντέχει ὅσα τοῦ τύχουν!

Καὶ τοὺς ἑνώνει ἀκόμη μὲ τὸν σημαδιακὸ στίχο τοῦ Ρίλκε ἀπὸ τὸ Ρέκβιεμ: «Ποιός λέει γιὰ νίκες; Ἡ ἀντοχὴ εἶν’ τὸ πᾶν!» «Ὁ στίχος ποὺ ἡ γενιά μου δὲν θὰ ξεχάσει ποτέ», εἶχε γράψει γι’ αὐτὸν ὁ Μπέν. Καὶ στὰ δικά του Στατικὰ ποιήματα τὸν εἶχε παραλλάξει μ’ ἕναν ἄλλο, τώρα πιὰ σχεδὸν τὸ ἴδιο διάσημο: «ἕνα εἶναι ποὺ μετράει: ν’ ἀντέξεις».

Σὲ πεῖσμα ὅλων τῶν Make it new! τοῦ ριζοσπαστισμοῦ μας – ἀπ’ τὸν Ὀράτιο ὣς τὸν Ρίλκε, κι ἀπὸ τὸν Γκόττφρηντ Μπὲν ὣς τὴν Κικὴ Δημουλᾶ, ἡ ποίηση στὶς κορυφώσεις της ζεῖ τελικὰ ἀνακυκλώνοντας διαρκῶς τὰ ἴδια πάντοτε ἀναλλοίωτα ἐλάχιστα. Ἡ φύση αὐτῆς τῆς ἀναζήτησης εἶναι, δὲν μπορεῖ παρὰ νὰ εἶναι «ἐπανάληψη»:

Ἄχ, μεταμφιεσμένη ἀναζήτηση εἶναι
τὸ ἀποδιοπομπάιο ἐκεῖνο ἴδιο.
Ἀναζήτηση ἐνὸς ἐκ νέου πάλι.

* * *

Ξαναπιάνω τὸ νῆμα. Ἀπ’ ὅποια πάντα ἀφετηρία κι ἂν ξεκινοῦν, οἱ αἰτιάσεις κατὰ τῆς Δημουλᾶ εἶναι πολύτιμες. Δείχνουν πόσο βαθιά, παρότι ἀνομολόγητα ἢ καὶ ἀνεπίγνωστα κάποτε, μᾶς θορυβεῖ αὐτὸ τὸ ἔργο καὶ ἡ ἀπήχησή του στοὺς ὁμοτέχνους καὶ τοὺς κριτικούς. Ἐμπρός τους, ὅσοι ὁμότεχνοι τῆς Δημουλᾶ θέλουμε νὰ εἴμαστε εἰλικρινεῖς καὶ δὲν μᾶς ἀρέσει νὰ κρυβόμαστε πίσω ἀπὸ προσχήματα καὶ δικαιολογίες ὀφείλουμε νὰ θέσουμε στὸν ἑαυτό μας τὰ ἐρωτήματα αὐτὰ γιὰ τὰ ὁποία μίλησα στὴν ἀρχή: Γιατί ἐκείνη καὶ ὄχι ἐμεῖς; Τί κάνει ἐκείνη σωστά, καὶ τί ἐμεῖς λάθος; Ὅμως τέτοια εἰλικρίνεια, τέτοια
αὐτογνωσία ἂν θέλετε, τὸ σινάφι δὲν διαθέτει. Δὲν διαθέτει ἀκόμη, θέλω νὰ ἐλπίζω. Καὶ ἕως ὅτου τὴν ἀποκτήσει, ἡ ὑπεκφυγή, ἐδῶ διὰ τῆς ἄρνησης τοῦ προφανοῦς, εἶναι μιὰ κάποια λύση.

Ἂν ἀπαλλαγοῦμε πρὸς στιγμὴν ἀπὸ τὴν παμπάλαιη πλάνη ὅτι ἡ ἀξία τοῦ λογοτεχνικοῦ ἔργου εἶναι τάχα ἐγγενὴς καὶ ἐνδιάθετη, ὅτι εἶναι πάγια καὶ δεδομένη καὶ ὅτι ἀρκεῖ ἡ δίκαιη καὶ ἀμερόληπτη ματιὰ γιὰ νὰ τὴν ἀναγνωρίσει, ἂν ἀπαλλαγοῦμε λέω ἀπ’ ὅλα αὐτά, θὰ δοῦμε ὅτι ἡ ἀξία τοῦ ἔργου εἶναι πρὸ πάντων συνάρτηση τῶν ἰδεῶν καὶ τῶν ἀναγκῶν ποὺ συλλογικὰ προβάλλουμε πάνω του.

Μὲ αὐτὴ τὴν ἔννοια, τὸ ἔργο δὲν εἶναι μιὰ ἀπόμακρη κορυφὴ ποὺ τὴν ἀτενίζουμε ἀποσβολωμένοι ἀπὸ τοὺς ταπεινούς μας πρόποδες, ἀλλὰ ἕνα διαρκὲς πεδίο μάχης. Συλλογικὲς παραστάσεις καὶ ἀτομικὲς ἐπιλογές, ἰδεολογικὲς καὶ κοινωνικὲς ἐπιδιώξεις, πάθη καὶ διαθέσεις θυμικές, ἔκδηλες καὶ καταπιεσμένες ἐπιθυμίες, ὑψηλὰ ἰδεώδη καὶ χθαμαλὲς ματαιοδοξίες, τὸ σύνολο δηλαδὴ τῶν ἀντίρροπων καὶ ἀλληλοσυγκρουόμενων δυνάμεων ποὺ συγκροτοῦν ὅ,τι κάποτε ὀνομάζαμε Πνεῦμα, δίνουν τὸ παρὼν σ’ αὐτὸ τὸ πεδίο τῆς μάχης.

Γιὰ νὰ παραφράσω τὸν Παναγιώτη Κονδύλη: οἱ καλλιτεχνικὲς μορφὲς εἶναι καὶ αὐτὲς ἰδέες, τουτέστιν ὅπλα στὰ χέρια αὐτῶν ποὺ τὶς ἐπικαλοῦνται. Ἡ αἰσθητικὴ ἀρέσκεια καὶ ἡ ἀπαρέσκεια τοῦ καθενὸς ἀπὸ ἐμᾶς δὲν εἶναι μιὰ δήλωση ἰδιωτικὴ ἢ οὐδέτερη, ἀλλὰ ἀπόφαση κρίσιμη ποὺ παίρνει ὑπαρξιακὲς διαστάσεις – σὲ τελικὴ ἀνάλυση συγκαθορίζει τὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο ζοῦμε καὶ κινούμαστε πάνω στὸν κόσμο, τοὺς πόθους πού μας παρακινοῦν καὶ τοὺς φόβους ποὺ μᾶς καθηλώνουν. Τὸ τί προτάσσει καὶ τὸ τί ἀπορρίπτει κάθε ἐποχή, κάθε ἄτομο καὶ κάθε ὁμάδα κοινωνική, δὲν ἀντανακλᾶ ἁπλῶς ἕνα κάποιο γοῦστο, ὑπαγορεύει στὴ συλλογική μας εὐαισθησία τὴν κατεύθυνση πρὸς τὴν ὁποία θὰ κινηθεῖ. Οἱ δὲ μετατοπίσεις αὐτὲς τῆς συλλογικῆς εὐαισθησίας εἶναι πάντα σημαίνουσες – ἀντανακλοῦν ἢ προιωνίζονται βιοτικὲς καὶ κοσμοθεωρητικὲς μετατοπίσεις καθολικότερες. Ὅσο γιὰ τὴ διαπάλη ἀνάμεσα στὶς αἰσθητικὲς μορφές, ἀνάμεσα στὰ ρεύματα καὶ τὶς τάσεις καὶ –ἐξυπακούεται– ἀνάμεσα στὰ πρόσωπα ποὺ τὶς προβάλλουν καὶ τὶς καλλιεργοῦν (τί ἄλλο εἶναι ἡ διαπάλη τῶν ἰδεῶν παρὰ διαπάλη ἀνθρώπων;), αὐτὴ ἡ διαπάλη εἶναι ἀέναη, ἐπίμονη καὶ ἀμφίρροπη ἀκριβῶς ἐπειδὴ τὸ διακύβευμά της εἶναι σπουδαῖο καὶ κρίσιμο.

Ποιός ἐπικρατεῖ σ’ αὐτὸν τὸν ἀγώνα; Στὴ διαχρονία αὐτὸ εἶναι πάντοτε ἄδηλο, δὲν ὑπάρχουν ἐδῶ βεβαιότητες. Στὸ τώρα, ποὺ εἶναι καὶ τὸ μόνο ποὺ μᾶς ἀφορᾶ καὶ γιὰ τὸ ὁποῖο μᾶς ἐπιτρέπεται νὰ ἀποφανθοῦμε, ἡ ἀπάντηση εἶναι ἁπλή: αὐτὸς ποὺ ὁρίζει τὸ πεδίο τῆς μάχης. Χθὲς τὸ πεδίο τῆς μάχης ἔφερε τὸ ὄνομα τοῦ Σολωμοῦ, τοῦ Κάλβου, τοῦ Παπαδιαμάντη, τοῦ Παλαμᾶ· ἔφερε τ’ ὄνομα τοῦ Καβάφη, τοῦ Καζαντζάκη, τοῦ Σεφέρη, τοῦ Ἐλύτη, τοῦ Ρίτσου – συγγραφεῖς ὅλοι τους, σᾶς θυμίζω, ποὺ ἀμφισβητήθηκαν καὶ ἀκόμη ἀμφισβητοῦνται. (Ἢ ποὺ πάντως, ὅταν δὲν ἀμφισβητοῦνται οἱ ἴδιοι προσωπικά, ἀμφισβητεῖται ἡ ἑκάστοτε κυρίαρχη ἑρμηνεία τους, πράγμα ποὺ ἐν ὀλίγοις εἶναι τὸ ἴδιο.) Ἀκούγεται σὰν παραδοξολόγημα ἴσως, ὅμως μόνο οἱ σημαντικοὶ συγγραφεῖς εἶναι δυνατὸν νὰ ἀμφισβητηθοῦν. Γιὰ τοὺς ὑπόλοιπους, περιττεύει ὁ κόπος.

Σήμερα, τὴν παροῦσα στιγμή, τὸ πεδίο τῆς μάχης ἀκούει πρωτίστως στ’ ὄνομα τῆς Κικῆς Δημουλᾶ. Ἐξ οὖ καὶ οἱ κριτικὲς ἀντιπαραθέσεις, καὶ οἱ ἀντεγκλήσεις, καὶ οἱ ἔριδες. Ἐξ οὖ καὶ οἱ σοφιστεῖες ποὺ ἀκούγονται ἐνίοτε ἤ, ἀκόμη ἀκόμη, τὰ χτυπήματα κάτω ἀπ’ τὴ ζώνη. Ὅμως ὅλα αὐτὰ εἶναι πράγματα φυσικά, ἀναμενόμενα. Ὁ αἰσθητικὸς προσανατολισμὸς μιᾶς ἐποχῆς εἶναι ὑπόθεση κρίσιμη, δὲν ἀποφασίζεται μὲ χαμόγελα καὶ φιλοφρονήσεις. Οἱ τρόποι τοῦ διαλέγεσθαι δὲν μπορεῖ νά ’ναι πάντοτε ἁβροί. Τώρα, φιλήσυχοι ἀναγνῶστες ὅλοι ἐμεῖς, εἶναι λογικὸ νὰ προτιμοῦμε τοὺς στρογγυλοὺς ἐπαίνους καὶ τὰ ἀναίμακτα ἐγκώμια. Ἔχουν κι αὐτὰ τὴν ἀξία τους. Μεταξύ μας ὡστόσο: ἀναγνώριση πιὸ καίρια ἀπ’ αὐτὴ ποὺ σοῦ προσφέρει ὁ ἄλλος, ὁ ἀρνητής, ὁ ἀπέναντι, δὲν ὑπάρχει!