Ποίηση βαμμένη με τα χρώματα της πολιτικης

Μυθιστορειν, ονομάζεται η τελευταία ποιητικη συλλογη του Ανδρέα Πολυκάρπου

 

Ο ποιητης Ανδρέας Πολυκάρπου είναι προσανατολισμένος προς τη μερια της πολιτικης ποίησης. Θέλω να πω πως η μούσα-του ερεθίζεται και τροφοδοτείται πρώτιστα από θέματα που είναι βαμμένα με τα  χρώματα της πολιτικης. πήγη της έμπνευσής-του, με άλλα λόγια, βρίσκεται στην σφαίρα της πολιτικης (ας μου επιτραπει ο χαρακτηρισμος) όπου συνειδητα πασχίζει, πιστεύω, να ξεχωρίζουν και να διακρίνονται τα κτυπητα χρώματά-της και μέσα στην ποίησή-του. Αυτο τουλάχιστον εξάγεται ή αποκαλύπτεται αβίαστα μέσα από την τελευταία ποιητικη συλλογη-του που τιτλοφορείται Μυθιστορειν και εκδόθηκε το 2019 απο τις εκδόσεις Βακχικον. Τίτλος που είναι, όπως διαπιστώνω, απόλυτα ταυτισμένος με το περιεχόμενο του βιβλίου. Και ομολογω πως είχε να διαβάσω ποίηση με πολιτικο περιεχόμενο, σε τέτοιο βαθμο και με τέτοια ένταση, εδω και αρκετα χρόνια!

Μυθιστορειν, που πάει να πει εξιστορει μύθους και Ιστορία ή συμπλέκει αρμονικα μύθους με τη σύγχρονη πραγματικότητα και Ιστορία, μέθοδος γνωστη και δοκιμασμένη, που την εφάρμοσαν με μεγάλη επιτυχία σπουδαίοι ποιητες, με πρωτομάστορα στον ελληνικο χώρο τον Γιώργο Σεφέρη. Να το πω όμως πιο απλα. Ο Ανδ. Πολυκάρπου επιλέγει πρώτα τους «ζωντανους» μύθους και πάνω σ’ αυτους απλώνει τη σκέψη και τον βαθυ στοχασμο-του για διάφορα κοινωνικα, πολιτικα και γενικα ιστορικα θέματα. Εν ολίγοις, ο στέρεος στοχασμος-του περιστρέφεται εντος της ανθρώπινης εμπειρίας και πραγματικότητας. Με τον τρόπο αυτο όμως, δηλαδη με τον τρόπο που εργάζεται και δημιουργει ο Ανδ. Πολυκάρπου, θυμίζει αρχαίο αφηγηματικο ποιητη πατριωτικων ύμνων ή ραψωδο που εξιστορει με τους στίχους-του βίους σπουδαίων ανθρώπων.

Όπως έκδηλα φαίνεται μέσ’ απο τη νέα δουλεια-του, η έμπνευση και στη συνέχεια η ποίησή-του ανακρατείται και τρέφεται απο την εν γένει ποιητικη παράδοση, την Ιστορία και Αρχαιογνωσία. Ο αναγνώστης και μόνο τους τίτλους των ποιημάτων να διαβάσει, που συγκροτουν την καινούργια συλλογη-του, είμαι σίγουρος πως θ’ αντιληφθει πλήρως τι εννοω. Τίτλους όπως «Οι χρησμοι του Τειρεσία», «Της αιδους ο Λυκούργος», «Τα συντρίμμια του Σεράπειου», «Ο ύπνος του Ενδυμίωνα», «Η προσμονη του Αίαντα», «Το κτίσιμο της Ρώμης», «Η εκστρατεία του Αννίβα», «Ο χαμος της Σινώπης», «Το κυτίον Κίμωνι τω Αθηναίω», «Το φως του Μελέαγρου» κ.ά..

Δεν είναι δύσκολο, λοιπον, να διαπιστώσει κάποιος, από την πρώτη κιόλας ανάγνωση, πως πρόκειται για ποίηση πολυμέτωπη και επάλληλων φορτισμων, πυκνη, βαθυστόχαστη και περιεκτικη, που απαιτει από τον αναγνώστη-της το ανάλογο ευρυμέτωπο και πολυδύνμαο πνευματικο εκτόπισμα. Δηλαδη να κατέχει και να γνωρίζει ο αναγνώστης, πέραν από την Ιστορία, και πολλα άλλα πράγματα για να κατανοήσει πλήρως αυτή την απαιτητικη ποίηση, όπως π.χ. Μυθολογία, Αρχαιογνωσία, σύγχρονη και αρχαία Ιστορία, Φιλοσοφια. Δίνω ένα μικρο ενδεικτικο δείγμα απο το ποίημα «Οι μαινάδες του μονογενους»:

«Οι ύμνοι οι βυζαντινοι ταξιδεύουν τις ψυχες./

Στα κιτάπια του Ρωμανου ιχνογραφήθηκε ολάκερη του κόσμου η ιστορία./

Αυτή που έμελλε να δοξάσει το ρακένδυτο σωτήρα με τον ακέφαλο βαπτιστη./

Μέσα στο σεράι της Πόλης βήματα βαρια ακους/

ζωγραφισμένα στα κιλίμια της ανατολης./

Την ιστορία ακολουθας με τα προγονικα σκαρια./

Αυτα που πελέκησαν οι Ίωνες στα προπύλαια του ουρανου…»

                                                                                                                          Σελ. 13

Τα ποιήματα του Ανδ. Πολυκάρπου, που είναι σχεδον όλα πολύστιχα και πλατύστομα, από την πλευρα του ύφους, τα περισσότερα βρίσκονται κοντα στο ύφος των ποιημάτων του Κωνσταντίνου Καβάφη, ειδικα αυτων που ανήκουν στην κατηγορία των ιστορικων ποιημάτων-του. Τα χωρίζει όμως μία μεγάλη διαφορα: Ο στίχος του Αλεξανδρινου είναι λιτος, απαλλαγμένος απο τα περιττα «μαλάματα»,  ενώ του Ανδ. Πολυκάρπου είναι μακρυς και αναλυτικος, βαρυφορτωμένος με φανταχτερα στολίδια, με το ενδεχόμενο να κουράζει σε κάποια σημεία τον αναγνώστη. Παραθέτω στη συνέχεια ένα απόσπασμα απο το ποίημα «Της αιδους ο Λυκούργος», που ξεχωρίζει για το Καβαφικο ύφος:

«Αυτος ήταν ο Λυκούργος./

Άνδρας ευπρεπης, έχοντας σεμνη την ειμαρμένη και καθαρη τη συνείδηση./

Μεγαλωμένος ευκλεως, διδάχθηκε απο νωρις το απολλώνιο κάλλος,/

τα σεπτα ήθη, το Δήλειο φως και το σεμνο βίο…»

                                                                                                                         Σελ. 15

Ιδιαίτερη εντύπωση όμως προκαλουν στον αναγνώστη οι πλατιες γενικες γνώσεις του ποιητη, γενικα η βαθια και καταπλήσσουσα  παιδεία-του! Θα έλεγα πως μοιάζει με ένα απέραντο «ορυχείων» γνώσεων, τις οποίες επιδιώκει σκόπιμα να περάσει και στους στίχους-του! Προσωπικα με προβλημάτισε έντονα αυτη η τάση-του, με τον φόβο μήπως εξελιχθει σε μανιέρα, αλλα και με τη διερώτηση μήπως τελικα αυτο όλο το πνευματικο φορτίο λειτουργήσει σε βάρος της ποίησής-του; Για να γίνω πιο σαφης, εννοω πως αυτές όλες οι πληροφορίες, που προέρχονται απο τους χώρους της Ιστορίας, της Αρχαιογνωσίας, της Φιλοσοφίας, της Κοινωνιολογίας, της Τέχνης αλλα και τις Επιστήμης, και με τις οποίες τροφοδοτει και εμπλουτίζει τους στίχους-του, μήπως στην πορεία-του λειτουργήσουν αρνητικα, με το ενδεχόμενο να υποσκάψουν ή να καλύψουν την ποιότητα της ποίησής-του, χωρις ν’ αναδεικνύεται απο μέσα-της η γνησιότητά-της, ο λυρισμος και η μαγεία-της. Γιατι εδω διαισθάνομαι πως ελλοχεύει ένας μεγάλος κίνδυνος. Δηλαδη να προκληθουν, απο την πρώτη ματια, αρνητικα συναισθήματα στον απλο αναγνώστη γύρω απο την ποίησή-του, εφόσον αυτος δεν θα είναι σε θέση να παρακολουθήσει τη σκέψη και τον στοχασμο-του. Ενδεικτικο παράδειγμα αποτελουν τα δεκάδες ονόματα, πρωτάκουστα για τους περισσότερους, που παρελαύνουν στην ποίηση που περιέχει το εν λόγω βιβλίο. Ονόματα όπως Αγρίππας, Ροδάμανθυς, Εκαταίος, Ζαγρέας, Καλύκη, Λάχεση, Φαυστύλος, Εύανδρος, Αριοβαρζάνης, Ευρυμέδοντας, Δίφιλος και πολλα άλλα που έχουν καταγραφει στους στίχους-του! Διερωτώμαι όμως, πραγματικα, αν ο απλος αναγνώστης μπορει να γνωρίζει με κάθε λεπτομέρεια ποια είναι, που, πότε έζησαν και έδρασαν αυτα τ’ άτομα, αν φυσικα δεν προτρέξει πρώτα στα διάφορα εξειδικευμένα βιβλία;

Αναλογίζομαι ακόμη και ρωτω, πέραν από τους ειδικα καταρτισμένους αναγνώστες, πόσοι άλλοι γνωρίζουν τη  Λάχεση, που είναι μία από τις τρεις μοίρες και συγκεκριμένα αυτή που τραβα τους κλήρους για ό,τι αυτη τη στιγμη μας συμβαίνει; Αλλα και πόσοι άλλοι γνωρίζουν τις άλλες δύο, που είναι η Κλωθω, δηλαδη αυτή που από πριν έχει πλέξει το νήμα της ζωης-μας και η Άτροπος που είναι η μελλοντικη μοίρα του πεπρωμένου-μας.

Εκθέτω, ειλικρινα, καλόπιστα τις σκέψεις και τους προβληματισμους-μου πάνω σε αυτό το ποιητικο βιβλίο του Ανδ. Πολυκάρπου, γιατι έχω την ισχυρη πεποίθηση και πίστη πως μέσα στην ποίησή-του υπάρχουν ατόφια διαμάντια, μαστορικα επεξεργασμένα, των οποίων όμως η αστραφτερη λάμψη δεν πρέπει να επισκιάζεται απο άλλα υλικα, εντελως άσχετα με τη λειτουργία της αληθινης ποίησης.

Η ιστορία μπορει να είναι η νερομάνα της ποίησης του Ανδ. Πολυκάρπου όμως, όπως διαπιστώνω, ο ποιητης δεν στέκει παθητικα, και ειδικα σε σταση προσοχης, απέναντί-της. Απεναντίας, την αντικρίζει κατάφατσα – πρόσωπο με πρόσωπο και ντόμπρα, τη μελετάει με ψυχραιμία και κυρίως με κριτικη διάθεση, με στόχο ν’ αναδείξει μέσα απο τις σελίδες-της τα τρωτα σημεία-μας. Δηλαδη ν’ αναδείξει τις παραλήψεις και τα λάθη-μας, συνειδητα ή όχι. Δεν θα διστάσω, λοιπον, ν’ αναφέρω πως ο Ανδ. Πολυκάρπου, σε κάποιες ποιητικες στιγμες-του, δίνει την εντύπωση ό,τι προσπαθει να γράψει και ο ίδιος Ιστορία μέσα (ή μέσω) της ποίησής-του. Χαρακτηριστικο παράδειγμα αποτελει το ποίημα «Ο θρόνος του μονοσάνδαλου / 15 Ιουλίου», τ’ οποίο αναφέρεται στο πραξικόπημα που επιχείρησε η Χούντα των Αθηνων, στις 15 Ιουλίου 1974, εναντίον του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου και πρώτου Προέδρου της Κυπριακης Δημοκρατίας. Ένα ποίημα που καταδεικνύει σαφως τη ροπη-του προς την ποίηση με πολιτικο περιεχόμενο. Δίνω μερικους ενδεικτικους στίχους:

«Το θρόνο, πρόσκαιρα, σφετεριστήκατε του μονοσάνδαλου./

«Ο Μακάριος είναι νεκρος»/

Τον έστησαν στο απόσπασμα του γαλάζιου ορμητηρίου./

Εφονεύθη την 15η Ιουλίου ανάμεσα σε τόσους άλλους./

Άγνωστος. Χωρις ταυτότητα, χωρις πατρίδα./

Σαν ένα σύμβολο που παρήκμασε./

Η δημοκρατία χωλαίνει στην ιδέα της Ένωσης./

Όπως τότε που η ιδέα αυτή μάτωσε κάτω απο το βάρος της αγχόνης/

και πυρπολήθηκε στα καρβουνιασμένα κρησφύγετα./

Τότε που ανέβαινε με πόδια γυμνα σε κακοτράχαλα βουνα/

Φωνάζοντας τον καημο των γερμένων κεφαλιων, της αλλοτινης νιότης…»

                                                                                                                       Σελ. 38

Ανάλογης χροιας και κατεύθυνσης είναι και το ποίημα για τους 1619 αγνοούμενους της Κυπριακης Τραγωδίας, που τιτλοφορείται «Τώρα  μπορούμε να σας θάψουμε» και τ’ οποίο θεωρω απο τα καλύτερα της συλλογης, μαζι με αυτα που τιτλοφορούνται «Η προσμονη του Αίαντα» και «Ιδανικος και άχρονος αυτόχειρας». Στο ποίημα «Τώρα μπορούμε να σας θάψουμε», ο Ανδ. Πολυκάρπου μεταφέρει και περιγράφει μ’ ένα έξοχο ποιητικο τρόπο, όχι μόνο το άγος αλλα και το μαρτύριο, την απογοήτευση και την κούραση, ψυχικη και σωματικη, που έχει επιφέρει αυτο το πρόβλημα, εδω και 46 χρόνια, στους συγγενεις αυτων των αγνοουμένων που περιμένουν απο στιγμη σε στιγμη ν’ ακούσουν ένα χαρμόσυνο μήνυμα για τη διακριβωση της τύχης των αγαπημένων προσώπων-τους αλλα, δυστυχως, αυτό δεν φθάνει ποτε. Στο συγκεκριμένο ποίημα, οι στίχοι κυλουν αβίαστα και κυρίως λειτουργικα γιατι είναι απαλλαγμένοι από τα περιττα βαρίδια, με το μήνυμα που στέλνει ο ποιητης να φθάνει ευθύβολο και εύστοχο στην καρδια του αναγνώστη.

«Τώρα μπορούμε να σας θάψουμε./

Να ξεχορταριάσουμε τους ομαδικους τάφους,/

να φυτέψουμε κυπαρίσσια γύρω απο το μνήμα,/

να ανάψουμε με λάδι το μικρο καντήλι/

και να αφήσουμε μωβ στεφάνια στο ασπρισμένο μάρμαρο./

Τώρα η μάνα-σας μπορει να φτιάξει σταρένια κόλλυβα/

και να φιλήσει το χέρι του παπα έπειτα από το τρισάγιο./

Οι συγγενεις μπορουν απο νωρις να μαζευτουν στην εκκλησια./

Όλοι ντυμένοι στα μαύρα./

Ακόμα κι αυτοι που δεν σας γνώρισαν θα μαυροφορεθουν/

και θα κρατάνε ένα μαντήλι στο χέρι…»

                                                                                                    Σελ. 40

Ολοκληρώνοντας, θα έλεγα πως η ποίηση του Ανδ. Πολυκάρπου έχει αρκετες αρετες. Μερικες από τις μεγαλύτερες αρετες-της είναι η ζωντάνια της γλώσσας, η αδέσμευτη έμπνευσή-του, η ένταση του συναισθήματος, η λυρικη διαύγεια, η απλότητα των εικόνων, η ανεξαρτησία των ιδεων κ.ά.. Αν ο ποιητης στρέψει την προσοχη-του προς αυτές τις αρετες, και αν επενδύσει απλόχερα πάνω-τους  χρόνο, κόπο και μόχθο, είμαι βέβαιος πως σύντομα θα μεγαλουργήσει. Εννοω πως θα δει την αξία των μετοχων της ποίησής-του ν’ ανεβαίνει κατακόρυφα στο Χρηματιστήριο της Τέχνης.