Περιλαμβάνει τη μελέτη:  Αγγέλα Καστρινάκη: Έρως νάρκισσος, έρως θείος: όψεις του έρωτα στο έργο του Παπαδιαμάντη

`

ΟΛΟΓΥΡΑ ΣΤΗ ΛΙΜΝΗ
ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΠΡΟΣ ΦΙΛΟΝ [Απόσπασμα]

Όταν επανήλθες μετά επτά έτη εις την ωραίαν τοποθεσίαν, την προσφιλή εις τας αναμνήσεις σου, δεν ήτο Φεβρουάριος ο μην και δεν υπήρχον πλέον ίτσια να μυρώνωσι την ατμόσφαιραν με τας μεθυστικάς ευωδίας των. Αλλά δεν ήτο πλέον και η Πολύμνια εκεί, άλλο έμψυχον ίον, η μεθύσκουσα ποτέ την παιδικήν φαντασίαν σου με μόνον της λευκής λινομετάξου εσθήτος της τον θρουν. Δεν εσώζετο πλέον ούτε ο σικυών του αγαθού Παρρήση, ο περιβάλλων ποτέ με χλοερόν πλαίσιον την γαλινιώσαν λίμνην, την αντανακλώσαν εις τα νερά της το αίθριον κυανούν, ούτε καν η καλύβα του Λούκα του Θανασούλα, η βρεχομένη από το κύμα παρά το στόμιον της λίμνης, όπου ουδείς αλιεύς ετόλμα εντός βολής να πλησιάσει, διότι και κοιμωμένου του Λούκα, η καραβίνα ηγρύπνει παρά το πλευρόν του, και ήκουες τότε έξαφνα, εν τω μέσω της νυκτός, ξηρόν κρότον ουδέν καλόν υποσχόμενον εις τον τολμητίαν όστις θα εδοκίμαζε να πλησιάσει ποτέ. Αν ηδύνατό τις να πιστεύσει τα λεγόμενα, η καραβίνα αύτη ήτο το αληθές ξυπνητήρι του ενοικιαστού της λίμνης, ειδοποιούσα αυτόν μυστηριωδώς διά κτύπου εις τον δεξιόν του ώμον περί της λαθραίας προσεγγίσεως βάρκας τινός εκ του λιμένος διά νυκτός. Διότι οι όροι του συμβολαίου έλεγαν ότι όλα τα κεφαλόπουλα και τα καβούρια, όσα επλησίαζαν εις την λίμνην, ήσαν της λίμνης, ενώ όσα ετόλμων να εξέλθωσιν αυτής, δεν ήσαν του λιμένος. Εφηρμόζετο δ’ενταύθα κατά πλάτος το αξίωμα τα εμά εμά, και τα σα εμά.

Άλλοτε κατήρχετο εκεί βόσκων τας ολίγας αμνάδας και τα αρνία του, ο μπαρμπα-Γιωργός, Θεός σχωρέσ’ τον, ο Κοψιδάκης, όστις δεν εφείδετο να διηγείται εις πάντας όσας οπτασίας έβλεπε (αγίους, αγγέλους, δαίμονας, την κατάστασιν των ψυχών, και αυτήν την τελευταίαν κρίσιν, όλα τα έβλεπεν ο μακαρίτης) και άπαξ μάλιστα ηλήθευσε περιφανώς, όταν έπεισε τους πολίτας και «τον δήμαρχο με όλη τη δωδεκάδα», ότι ήτο επάναγκες ν’ ανακαινίσωσιν εκ βάθρων τον ναΐσκον του Αγίου Γεωργίου. Και προείπεν αυτοίς ότι, άμα ανέσκαπτον τα θεμέλια, ο Άγιος θα ήρχετο βοηθός. Και πράγματι, ως ήρχισεν η σκαπάνη να ξεκοιλιάζει μετά δούπου την γην και να στομούται πλήττουσα λίθους και χάλικας, προέκυψαν εις το φως δίδυμοι τάφοι μετά κιτρίνων σκελετών, τις οίδεν από ποίου λοιμού, κατά τους παρελθόντας αιώνας εκεί θαμμένων, και μεταξύ αδελφωμένων κοκκάλων και χώματος, ευρέθησαν περί τα εκατόν ενετικά φλωρία. Άλλοι επίστευσαν τότε το θαύμα και άλλοι εξεπλάγησαν διά την σύμπτωσιν, αλλά το ορατόν αποτέλεσμα είναι ότι ο ναΐσκος ευπρεπής οπωσούν εκτίσθη. Εις τον ναΐσκον εκείνον, όταν ήτο ακόμη παλαιός και στενός και μικρούτσικος, εκλείεσο το πάλαι, όταν ήθελες να επικαλεσθείς την βοήθειαν του Αγίου διά τους πρωίμους πόνους της καρδίας σου. Και δεν ηδύνατό τις να σε ονομάσει βέβηλον, καθόσον δεν εζήτεις από τον Άγιον εγκόσμιον ευτυχίαν, αλλά παρηγορίαν διά τας θλίψεις σου. Και συ έπλεες τότε εις ψευδή ασφάλειαν, πεποιθώς ότι κανείς άλλος δεν σε έβλεπεν από τον Θεόν και από τον Αγιον· αλλ’ ο νέος εκείνος όστις εφύλαγε τότε τα πρόβατα του μπαρμπα-Γιωργού, Θεός σχωρέσ’ τον, του Κοψιδάκη, αν και δεν ήτο προικισμένος με το χάρισμα της προφητείας και των οπτασιών ως ο αφέντης του, όταν σ’ έβλεπεν αντικρύ από τον λόφον, κι έκλειες την θύραν άμα έμβαινες εις το εξωκκλήσιον, κατήρχετο γοργά-γοργά από τον λόφον με τα τσαρουχάκια του, πατών εις την γην τόσον μαλακά ως να ήτο ελαφρός ατμός διολισθαίνων επί της χλόης, και συνέχων την αναπνοήν του, επλησίαζε σιγά-σιγά εις την μικράν, μισοασβεστωμένην και λαδωμένην από την υπερβολικήν ευλάβειαν των προσκυνητριών, υαλόφρακτον θυρίδα του ναΐσκου, κι έβλεπε, χωρίς να τον βλέπεις, τας μετανοίας και τας προσευχάς σου, και ήκουε, χωρίς να τον ακούεις, τους ψιθυρισμούς σου και τους στενεγμούς σου. Ω! πόσα έτη παρήλθον έκτοτε!

Εχωρίζετο η λίμνη από της θαλάσσης διά πλατείας λωρίδος γης αμμώδους και κισηρώδους, της οποίας μέρος ήτο το ναυπηγείον της πόλεως και μέρος ήτο ο σικυών του Παρρήση. Κατά την δυτικήν όμως γωνίαν της λωρίδος αυτής, όπου ήρχιζε ν’ απλούται το μήκος του λιμένος, η λωρίς αύτη έβαινε στενουμένη έως του Αργύρη του Μπαρμπαπαναγιώτη τον ανεμόμυλον, όστις με την αενάως στροφοδινουμένην κυκλοτερή πτέρυγά του με τα τριγωνικά ιστία, εφαίνετο ως να προεκάλει τα εν τω λιμένι ηγκυροβολημένα πλοία, λέγων προς αυτά: «Να, εγώ αρμενίζω και στη στεριά!» Πόσας και πόσας φοράς ηναγκάσθης να θαλασσώσεις, αφαιρών κάλτσες και πέδιλα, ανασηκώνων έως το γόνυ την περισκελίδα, επιμένων πεισμόνως να διαβείς το ποτάμιον, όταν πολύ συχνά επήρχετο πλημμύρα και η θάλασσα εγίνετο έν με τον βάλτον! Και διατί δεν απεφάσιζες ν’ ανακόψεις τον δρόμον σου και να επιστρέψεις εις την πόλιν; Διότι σου εφαίνετο ότι κάτι έβλεπες, κάτι απήλαυες εις το τοπίον αυτό, ενώ εκείνη ήτις το εζωντάνευεν, είχε γίνει άφαντος προ πολλού. Και πότε πάλιν επροτίμας να λάβεις την βορειοτέραν οδόν, την περιφερή, εκείθεν της λίμνης, διατρέχων όλον το Κ’βούλι με τους αγρούς και με τους αμπελώνας του. Εκεί επάτεις επί παχείας χλόης, υπό την οποίαν δεν ήξευρες πάντοτε αν υπήρχε στερεά γη. Και εχώνεσο έως τους αστραγάλους εις τον βάλτον, αλλ’ ενόμιζες τούτο ευτυχίαν σου, διότι εφαντάζεσο πάντοτε ότι έτρεχες να κόψεις ίτσια δι’ εκείνην. Και όταν έφθανες τέλος, με τα υποδήματα βαλτωμένα και τα περιπόδια υγρά, εις τον λευκόν οικίσκον του μπαρμπα-Κωνσταντή του Μιτζέλου, και τον εχαιρέτας, εκεί που εσκάλιζε τα κουκιά, φωνάζων μακρόθεν, «Καλησπέρα, μπαρμπα-Κωνσταντή!» κι εκείνος σου απήντα μειλιχίως, «Καλώς το παιδί μου!», τότε ηγάπας να φαντάζεσαι σεαυτόν ως μπαρμπα-Κωνσταντήν, και την Πολύμνιαν ως θεια-Σινιώραν, και τους δύο κατά σαράντα έτη νεωτέρους, και ανεμέτρεις οποία θα ήτον ευτυχία διά σε, αν ήτο δυνατόν να συζήσεις με την αγαπητήν σου εις τον πάλλευκον εκείνον οικίσκον (του οποίου όμως η υπερβάλλουσα λευκότης ωφείλετο εις τα ακατάπαυστα ασβεστώματα της θεια-Σινιώρας), και οποία θα ήτο εντρύφησις αισθήματος και ρωμαντισμού, εάν διήγετε τας ημέρας μετά της αγαπητής εν μέσω του ευώδους και χλοερού εκείνου κήπου με τας ροιάς, με τας ροδωνιάς, με τας αμυγδαλέας και πασχαλέας, με όλα τα εκλεκτότερα φυτά και άνθη (τα οποία όμως ωφείλοντο εις τους ενδελεχείς κόπους του μπαρμπα-Κωνσταντή), παρά την όχθην της ωραίας λίμνης, όπου υπήρχεν είς ουρανός επάνω, και άλλος ουρανός εφαίνετο κάτω, λεύκαι και κυπάρισσοι ανέτεινον τας υψηλάς κορυφάς των άνω, και άλλαι λεύκαι και κυπάρισσοι εκρέμαντο ανάποδα κάτω. Και όσαι μυριάδες άστρα εκόσμουν την νύκτα λάμποντα το στερέωμα, άλλαι τόσαι μυριάδες έλαμπαν τρεμοσβήνοντα κάτω εις τον πυθμένα. Και καλαμώνες σειόμενοι υπό του ανέμου ύψωναν τους ασθενείς καυλούς των δύο οργυιάς υπέρ το κύμα, και βρύα και λύγοι και ασφόδελοι απέζων εκ του ελέους της λίμνης και εκ του λίπους του βάλτου, κλίνοντα τας χθαμαλάς κορυφάς των προς το ύδωρ, ως ν’ απέδιδον εις την λίμνην την οφειλομένην ευγνώμονα υπόκλισιν. Και αντικρύ υψούτο ο λιμήν με τας χλοεράς όχθας του ολόγυρα, τας εξαπλούσας εις τον ήλιον τας πρασινιζούσας κλιτύς των, ως εύκολπα στήθη παρθένου αναδίδοντα ζωήν και σφρίγος εις την πλάσιν. Δένδρα εκόσμουν ευπαρύφως τας όχθας τας ορεινάς και τας αμμώδεις, και άλλα δένδρα φυτευμένα εν τη θαλάσση εστόλιζον το κύμα και τους αιγιαλούς, τα ιστία με τα εξάρτιά των. Και εις το βάθος εφαίνοντο προς βορράν τεμνόμεναι αι δύο των λόφων σειραί, αι περιβάλλουσαι ένθεν και ένθεν τον μακρόν αλλ’ ευσύνοπτον εις το βλέμμα κάμπον, η μία η ανατολική, υψηλή, εγγυτέρα εις τον θεατήν, επιστεφομένη από το καλύβι του μπαρμπα-Γιωργιού, Θεός σχωρέσ’ τον, του Κοψιδάκη, όπου όχι άπαξ εώρτασες την Πρωτομαγιάν, παιδίον, με γάλα και με οβελίαν αμνόν και με στεφάνους και με λούλουδα, όταν έζη ο προς μητρός πάππος σου, ο μπαρμπα-Αλέξανδρος, Θεός σχωρέσ’ τον, ο Καρονιάρης, όστις ηγάπα να εορτάζει μεγαλοπρεπώς την Πρωτομαγιάν, χορηγός αυτός όχι μόνον δι’ όλους τους υιούς, τας θυγατέρας και τα εγγόνια του, αλλά και διά τα αναδεξίμια του και τους κουμπάρους του και διά τας κόρας των κολληγισσών του ακόμη, τας οποίας επταετής ήδη δεν ώκνεις να ερωτεύεσαι, φανταζόμενος ότι τρέχεις κατόπιν αυτών εις τους ορμίσκους, εκεί όπου ελεύκαιναν τας οθόνας, και ότι κρύπτεσαι μαζί των εις τα άντρα, τα πατούμενα υπό της θαλάσσης, αφριζούσης υπό την πνοήν του Βορρά, ονειροπολών την ευτυχίαν εις τους λευκούς και γλαφυρούς κόλπους, με τας ολοβροχίνους και βυσσινόχρους τραχηλιάς, και εις τας κυανόφλεβας και τορνευτάς ωλένας με τας μακράς και κεντητάς χειρίδας των. Πρώιμα όνειρα νεότητος ανυπομόνου, ως η αμυγδαλή η ανθούσα τον Ιανουάριον!

Η άλλη, η δυτική λοφιά, ήτο η Πλατάνα, απωτέρα εις τον θεατήν, υπτία, ανακεκλιμένη, βαθμηδόν ανέρπουσα προς τας υψηλοτέρας κορυφάς, ης την υπώρειαν περικαλλώς κοσμεί ο Πύργος του Μετοχίου, με τον ωραίον ναΐσκον του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου. Όλα αυτά τα έβλεπες αντικρύ σου ως τελείαν εικόνα αριστοτέχνου αληθώς, εκείθεν της λίμνης από τον λευκόν οικίσκον του μπαρμπα-Κωνσταντή του Μιτζέλου, καθώς και από το ναυπηγείον, το οποίον εφαίνετο απέναντι, εντεύθεν της λίμνης.

`
************************************************************
`

Στον Παπαδιαμάντη σίγουρα άρεσε να γράφει για τον έρωτα. Ερχόταν κι επανερχόταν με επιμονή στο θέμα. Το εξέταζε στις πολλές και ποικίλες εκδοχές του: καταβύθιση στο πάθος, απάρνηση του έρωτα, εξιδανίκευση, καταδίκη της ερωτικής επαφής, ανάδειξη της φιλίας στη θέση του πάθους. Είναι φανερό πως ο έρωτας τον βασάνιζε, κι εκείνος με τη σειρά του βασάνιζε τα κείμενά του για να αποδώσει στην εντέλεια αυτό το βάσανο. Υπάρχει ένα αίνιγμα γύρω από τον ερωτικό Παπαδιαμάντη, κι οι αναγνώστες του το συνέλαβαν ευθύς εξαρχής: πώς άραγε ο λεγόμενος «κοσμοκαλόγερος» γνώριζε τόσο πολλά για το συγκεκριμένο πάθος; Ήδη οι σύγχρονοί του προσπαθούσαν να του εκμαιεύσουν πληροφορίες. Ο φίλος του Μιλτιάδης Μαλακάσης του απέσπασε το 1906 μια καλή ατάκα: «Τι χριστιανός είμαι να ’χω δυο αμαρτήματα; Δεν φτάνει που πίνω;»· και μια εξομολόγηση ή (το πιθανότερο) τάχα εξομολόγηση, ότι κρυφοκοίταξε, λέει, κάποτε μια μακρινή ξαδέλφη του να γδύνεται κι έπειτα απέσυρε το βλέμμα κάνοντας τον σταυρό του. Φαίνεται ακόμα ότι οι συμπότες του σε φιλολογική παρέα τον πίεζαν να απαγγέλλει ερωτικά του ποιήματα και, καθώς τα σχολίαζαν ως δικές του εμπειρίες, ο Παπαδιαμάντης εξανέστη λέγοντας (η δεύτερη γνωστή ατάκα): «Εγώ δεν έχω έρωτες! Ο ήρωάς μου έχει!» […] Προφανώς η αντίθεση ανάμεσα στον ασκητικό άνθρωπο και αυστηρό χριστιανό αφενός, στον ερωτικό παλμό του έργου του αφετέρου, γοητεύει. «Είναι περίεργο», γράφει χαρακτηριστικά ο Παύλος Νιρβάνας, «πως ο ίδιος συγγραφεύς που περιγράφει τους αγώνες των χριστιανικών ψυχών, τα θαύματα της πίστεως και τα κάλλη των χλωμών αγίων, μας δίνει τις πλέον οργιαστικές εικόνες της φύσεως και περιγράφει μ’ ένα φλογερό σενσουαλισμό τους εναγκαλισμούς και τα φιλήματα, και ζωγραφίζει με ρίγη τα γυμνά σώματα των γυναικών, όνειρα μέσα στο κύμα.  Και ο Μουλλάς: «αν υπάρχει στα νεοελληνικά μας γράμματα ένας πεζογράφος κατεξοχήν ερωτικός […], αυτός είναι αναμφισβήτητα ο ανέραστος, ο σεμνότυφος Παπαδιαμάντης». Ο Παπαδιαμάντης μάλλον συνέβαλε συνειδητά στην ένταση της αντίφασης και στη συνακόλουθη γοητεία, στήνοντας επί τούτου τον προσωπικό του γρίφο. Γιατί ο ερωτικότερος των πεζογράφων της εποχής του σίγουρα είναι και από τους αινιγματικότερους. Το «Όνειρο στο κύμα» ή η «Φαρμακολύτρια» είναι τόσο περίπλοκα δομημένα κείμενα και με τέτοιες ασάφειες, κενά, ηθελημένες παραλείψεις […]

`

Αγγέλα Καστρινάκη: Έρως νάρκισσος, έρως θείος: όψεις του έρωτα στο έργο του Παπαδιαμάντη

`

`

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΒΙΒΛΙΟΥ

*************************************

Τα ερωτικά διηγήματα του Παπαδιαμάντη, κείμενα εξαιρετικής αφηγηματικής τέχνης, περιγράφουν με ένταση, πυκνότητα, μυστικό παλμό και χάρη ταυτόχρονα, τον έρωτα που πυρπολεί τον άνθρωπο και τον τρελαίνει, καθώς και την απάρνηση του πάθους, με το μεγαλείο και τη μελαγχολία της. Μιλούν για το πόσο ηρωικό είναι να σκοτώσει κανείς μέσα του τον δράκο του πόθου, αλλά και για την «αγρία χαρά» εκείνου που επιλέγει να ζει μέσα στο βάσανό του. Ο Νοσταλγός τού επέκεινα, ο αθεράπευτα μελαγχολικός Παπαδιαμάντης, βλέπει τον γήινο έρωτα ως συγκαλυμμένο ναρκισσισμό, ενώ θεωρεί πως οι μόνες στιγμές αληθινής ευτυχίας για τον άνθρωπο γεννιούνται από τον έρωτα προς το θείο. Είναι αυτές οι μυστικές στιγμές, ωστόσο, που αποδίδονται από τον μεγάλο τεχνίτη με εξόχως γήινο και αισθησιακό τρόπο.

Στη μελέτη της η Αγγέλα Καστρινάκη επιχειρεί να φωτίσει τα αινιγματικά παπαδιαμαντικά κείμενα, με οδηγό τα πανανθρώπινα και τα χριστιανικά σύμβολα. Όμορφες κόρες, κάτω από τη γοητευτική τους όψη αποκαλύπτονται επικίνδυνα στοιχειά του νερού, και νεαροί άντρες κρύβουν κάποτε μέσα τους τη βία του αρπακτικού, ακόμα και τον ίδιο τον διάβολο. Η θάλασσα και η λίμνη, η φωτιά, τα λουλούδια, οι σπηλιές, τα άστρα κι η σελήνη δεν είναι μονάχα διάκοσμος του φυσικού κόσμου, παρά αποτελούν σημεία που οδηγούν βαθύτερα στο νόημά του. Παρακολουθώντας τον τρόπο με τον οποίο ο Παπαδιαμάντης χειρίζεται το θέμα του προπατορικού αμαρτήματος, η μελετήτρια υποστηρίζει ότι ο συγγραφέας έμμεσα αλλά επίμονα υποβάλλει την ανάγκη αποφυγής του σαρκικού έρωτα και της τεκνογονίας, που μόνο δεινά προσθέτουν στον κόσμο, κινούμενος έτσι στα όρια της αποδεκτής χριστιανικής πίστης.

*************************
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης
Ὁλόγυρα στὴ λίμνη
Ἡ νοσταλγός
Ἔρως-ἥρως
Ὄνειρο στὸ κῦμα
Ἡ Φαρμακολύτρια

Αγγέλα Καστρινάκη
Έρως νάρκισσος, έρως θείος: όψεις του έρωτα στο έργο του Παπαδιαμάντη
Εισαγωγικά
Έρως-θερισμός
Ολόγυρα στην Πολύμνια
Η νοσταλγία της Νοσταλγού
Έρως-ήρως δρακοντοκτόνος
Το Όνειρο στο κύμα και ο εφιάλτης της Πτώσης
Η Φαρμακολύτρια και η Φαρμακίδα
Ο ήχος μιας γλυκιάς καμπάνας και η φωνή του δράκου
Συμπόσιο στα Ρόδιν’ ακρογιάλια
Συμπεράσματα και προεκτάσεις
Α.    Ο κόσμος των συμβόλων
Β.    Ο έρως ως καπρίτσιο και ως ναρκισσισμός
Γ.    Ο χριστιανικός και ο θείος έρως. Ο αισθησιασμός του Παπαδιαμάντη
Δ.    Ο «θεμελιώδης θεσμός» και τα προβλήματά του
Ε.    Μια θεολογία λίαν ιδιόρρυθμη
Επίλογος
Εκδοτικά, απολογητικά, ευχαριστίες