*

Απαγορευτικό
Σα φουντώνουν τα κύματα
Πλανάται η ματιά
Στο βαθύ μπλε σα χάνεται
Μα ο νους δε διχάζεται
Μόνο γαληνεύει, αρμενίζει
Καθώς τον αέρα αναπνέει
Και ανάλαφρα στοχάζεται.

*

Άνθρωπος της διπλανής πόρτας
Κι όμως κανείς δεν θέλει σχέσεις μαζί του
Μοιράζεται στιγμές
Αφουγκράζεται όλους τους προβληματισμούς τους
Στέκει στη σκιά και προβάλει
και πάλι στο φως
Σα δει το κάλεσμα, ένα σημάδι
Κοντά τους να βρεθεί
Αχ πόσο το ‘χει ανάγκη
Πράγματι ίσως κι ίδιος
ποτέ να μην το ‘χει αντιληφθεί
Καθώς στέκει εκεί
Άφωνος ασήμαντος για τους άλλους
Μα είναι πάντα εκεί
Ο άνθρωπος της διπλανής πόρτας.

*

Υφαίνει η νύχτα το μαύρο της πέπλο
Στεφάνι φορεί τ αστέρια
Σα το φεγγάρι προβάλει μες στην ομίχλη
Ειδυλλιακό τοπίο φτιάχνει
Μαγεύει το βλέμμα της
Ο νους χαζεύει της νιότης της το φως
Σε άλλους κόσμους μεταβαίνει
Ανασαίνει κι ανασταίνει
Κι εγώ σα σε βλέπω δραπετεύω
Με φεγγαρόλουστη ανεμόσκαλα.