Terra proculvastis colitur Mavortia campis,

Thraces arant,acri quondam regnata Lycurgo;

 

 

Α’.Μέλισσες και Κεράσια

 

Τόσα χρόνια πάνε από τότε,που στη σκιά του μεγάλου δέντρου,

Γνώρισα το αίμα που έδωσε

Κεράσια δροσάτα,κεράσια παιδωμής

Και το σκυλί στα ερείπια,που αλυχτούσε τ’όνομά μου.

Εδώ,η ψυχή ενός ανθρώπου

Που πέρασε κάτω απ’την σιδεριά με τον κισσό,

Να μπει στο παλιό αρχοντικό

Που τώρα είναι άδειο.

Κανείς και συνάμα όλοι,

Σκληρές κ’αδύναμες γενιές·

Δολοφόνοι,κλέφτες,

Ενάρετοι κ’εξαίσιοι,

Ευεργέτες της λησμονιάς,

Όλοι σ’αυτό το σπίτι.

Τόσο ανόητοι που την ζωή τη ζούσαμε σαν μια παρτίδα σκάκι·

Θα κάτσουμε στο μπαλκόνι το απόγευμα,

Με τον καφέ μας να κρυώνει

Και ανάμεσα στην κουβέντα για τον καιρό και τις τιμές,

Θα παίξουμε μια παρτίδα σκάκι.

Δεν καταλαβαίνεις,πως για αυτές τις ρωγμές στους τοίχους

Φταίει η σιωπή;

Δεν καταλαβαίνεις,πωςγι’αυτή την παγωνιά

Φταίει το σούρσιμο του πιονιού;

Δεν έχουμε τίποτε να πούμε

Και παίζουμε μια παρτίδα σκάκι.

Ως πότε;

Πότε πια θα βάλω τις μέρες μου σε τάξη;

Ξεκινάω εδώ και αιώνες και δεν αρχίζω ποτέ,

Και για να τελειώσω,

Είμαι σίγουρος,ω ναι,

Θα πρέπει να χω αρχίσει.

Στο παλιό αρχοντικό μπερδεύω τις ώρες με τις εποχές,

Παγιδευμένος σε μια αιώνια αφετηρία

Και ο καφές δεν κρυώνει.

Απ’όλα όσα βίωσα,

Απών!Ήμουν απών!

Remember!Souviens-toi!prodigue!Estomemor!

Το βουητό των τρελών μελισσών μεσ’το κεφάλι μου,

Που με τάισαν κάθε ακαθαρσία και εκλεκτό έδεσμα,

Αυτού του κόσμου.

Μέλισσες,κεράσια,ταιριαστή κληρονομιά

Για ταξιδιώτη χωρίς ταξίδι·

Ή θα μπορούσε το ταξίδι να ναι αυτό;

Στην εσχατιά του μυαλού,

Ή στου νου το κατώφλι;

 

 

`

Β’.Τρύγος

 

Στις βροχές που έρχονται

Υψώνουμε τους κρατήρες με

Κρασί από άγουρα σταφύλια,

Όντα και μη όντα·

Το κρασί,το ον και μη ον.

Βακχική ορχήστρα

Και οι συμφορές τόσο μακριά

Όσο και οι βροχές,

Μια ανάσα μακριά.

Η ελπίδα μόνο

Άδειων ανθρώπων·

Δεν ξέρουμε,θελουμε να μη ξέρουμε.

Τα μεσάνυχτα με κεφάλι κουντουρντισμένο,

Εδώ,ίσως όλα γίνανε σωστά·

Περήφανοι για τις μάχες που περάσαν,

Στο τραπέζι του Πυρήνα

Με κυνήγια,και ότι άλλο μας δόθηκε·

Ευοίευάν.

 

`

Γ’.Αλκυονίδα

 

SUN AND SEA!

Όταν ο πόλεμος ξεκίνησε,θυμάμαι

Την βασιλεία των ουρανών να γελά·

Δειπνούσε στον Φάρο,

Από κάτω θνητοί πεθαίναν και

Η βασιλεία των ουρανών να γελά·

Που πήγε κείνος ο ψαράς,που όργωνε βυθούς και

Την ψαριά του δεν μοιραζόταν;

Η αλήθεια είναι πως θα πλήρωνα καλά λεφτά

Να μάθω τι απέγινε

Και πόσες Ερινύες γίναν Ευμενίδες,

Όταν ο Άρειος Πάγος συγκλήθηκε

Εκείνη τη μέρα·

Θάψτε τους νεκρούς σας,πρόσταζε η βασιλεία,

Αποκτήστε τα αγαθά με κόπο,

Τελείωσα την κούρσα μου άραγε;

Ή έσπασε ο άξονας και σκοτώθηκα;

Ο χορηγός θα είπε λόγια,

Λόγια σημαντικά και πομπώδη,

Σαν τα χέρια της ενώ κρατούσε το δίσκο

Στις ακτές του πελάγους,όπου σέρβιρε·

Τα μπλε χαρτονομίσματα με αίσθηση πνιγμού,

Τα μάτια της,αμυγδαλωτά,νόμιζα

Με έβλεπαν από το κουπάκι των ξηρών καρπών ενώ

Δίπλα ξεκουραζόταν ένα ουίσκι·

Μόλις είχε νικήσει και

Πανηγύριζε με ζωνάρι καμωμένο

Απ’τα δέρματα των εχθρών·

SUN AND SEA!

Αντηχούσε μια φωνή απ’το λιμάνι,

Αγκαζέ με κείνη,δίνοντας

Αδιάκριτα φιλιά και γω ατένιζα

Την ευπλόκαμη νύμφη-σερβιτόρα·

Εγώ της το πα,δεν τα μάσησα τα λόγια μου,

Εγώ της το πα,

Καληνύχτα είπα,καληνύχτα

Καληνύχτα και ας μην ήρθε φέτος ο χειμώνας,

Ας μην ήρθε φέτος το παγερό ηλιοστάσι,

Πρέπει να ξεχειμωνιάσεις νότια,ο βορράς δεν προσφέρεται πια,

Για γυναίκες σαν εσένα.

Οι μέρες κυλούσαν αργά στις ξέρες μου,

Βαφτιζόμουν στη σκόνη,στην ανελέητη σκόνη

Και αποφάσιζα πως δεν χρειαζόμουν πια μύθους

Για να πω την ιστορία μου.

Πες μου γέρο,εκείνη η ελιά που φυτέψαμε

Στην βορινή άκρη του χωραφιού,ακόμη ανθίζει;

Και να χάθηκε,εγώ θα την ακούω να θροΐζει

Δίδοντας στον άνεμο τα δικά σου λόγια.

Μόνο που τώρα γέροντα,αλλάζειςμορφές,και

Τα αμύγδαλα βυθίστηκαν στον πάτο,

Η φωνή ξεμάκρυνε

Και γω δεν μπορώ να βρω στο σκοτάδι

Τα λόγια,να κάνω ένα αξιοπρεπές επικήδειο,

Στις νεκρές μου ώρες·

Η καταιγίδα έρχεται,

Ο κεραυνός μιλά,μα δεν ακούω πια·

Μάλλον φέτος θα συνεχίσω βόρεια

Και το καλοκαίρι θα φύγω,

Πάνω στην αχτίδα,

SUN AND SEA!

 

`

Δ΄.Ξεροβόρι

 

Σαν βρέθηκα σε κλίματα

Ζεστά και ασφαλή,

Έφτασε η ώρα να γκρεμίσω όσα έχτισα.

Η τελευταία παιδωμή,

Το σύντομο κελί,

Η πρωινή κρεμάλα,

Ένα τσιγάρο,ένα ποτήρι κρασί.

Στο μπακάλικο πουλάν ψυχές,

Στο μπαρμπέρικο κόβουν την περηφάνεια,

Την πάσα ελπίδα αφήστε,όσοι περνάτε.

Το πλήθος παραταγμένο,τλήμον,

Ο ένας πίσω απ’τον άλλο,

Μπροστά μου Διομήδης,

Πίσω μου Ρήσσος,

Ποτέ δεν είχα φανταστεί πως ο θάνατος ξέκανε τόσους πολλούς.

Περιμένουμε την κρίση,

Ενός αμαρτωλού την κρίση,

Με τα παχιά λόγια σιωπηρά και τους επίνικους βουβούς.

Διαβαίνοντας τους δρόμους,το κρύο πλακόστρωτο της μοίρας

Που οδηγεί στο παρελθόν,

Σπάζοντας τένοντες και κόκκαλα,

Χωρίς προσευχή στα χείλη,

Όλα καταλήγουν στο χώμα.

Ξέρεις,εδώ,σαν βρέξει το χώμα γίνεται πηλός

Και η σοδειά ανέφτικτη.

Προσευχόμαστε στο Θεό ο κόσμος να μη πλημμυρίσει Ποσειδώνα.

Στον δικό μας Ελικώνα,άγρια άλογα

Και βάτα και έτσι μάθαμε να ζούμε.

Εδώ φάγαμε,ήπιαμε,πλαγιάσαμε,κάναμε τον έρωτα

Και χορταριάσαμε την γη.

Το ρολόι,μετρά ακόμη ώρες και στις καρδιές μας το αίμα παγωμένο,

Δίνει ζωή στο ξεροβόρι.

Ο ήλιος μας θα δύσει,

Άσε με εδώ,μέχρι την κρίση.

`

Ε’.Χιονιάς

 

Είναι εύκολη η κατεβασιά στον Άδη·

Στην δημοσιά της λήθης σαν περπατώ,

Είναι δύσκολη και άδικη η επιστροφή.

Ο μαυροντυμένος λογιστής

Σε καιρό θερισμού,

Είναι σκληρός παζαρτζής·

Εκείνη τη μέρα,διάλεξε να ευδοκιμήσει.

Η ακραιφνής του ύδατος εποπτεία

Είναι δίκαιη ξεκούραση,ελευθερία,

Λένε κάποιοι,

Μα και κόλαση σαν απομεσημερίσει.

Επιλογή στα σταυροδρόμια,πένθος,

Για τον άσκοπο διαβάτη,

Που δεν θα σταθεί πάροιθε επιγραφής,

Ούτε θα θρηνήσει για την χαμένη βραγιά.

Δεν χρειαζόμαστε Ερινύες,

Όταν οι τύψεις κουβαλούν ρεβόλβερ.

Εκείνη,η παράξενη ταξιδιώτισσα,

Διέλυσε κάθε νόημα και σταθερή δοξασία

αιώνων

Σε μια σταθερή τροχιά,σε αυτό το καθαρτήρι,

Που αποκαλώ σπίτι.

Καν μη ωσικαλοί,μη σοι μελέτω·

Είπε και πλήγιαζε το μέτωπο μου.

Σημάδια για να μείνουν

Να θυμίζουν,

Πως μετά τη μάχη

Μένει μόνο δίκη.

Αέναα,ένας ανίερος εθνικός και

Τίποτε άλλο.

Πάλι τρελός,φανατικός,δοσίλογος·

Ξανά,γελασμένοςαπ’τις Μοίρες.

Ορών φάοςηελίοιο,ποτέ πια·

Κύδοςουδ’ηβαιόν·

Ενθάδε κείται

Κύδοςουδ’ηβαιόν.

Σαν ο άξονας σπάσει

Πια υπογράφει,

Ο τύμβος μου.