ΦΛΑΜΠΟΥΡΟ

Στην κορφή του γκρεμού

το χάος δαμάσαμε στη γλώσσα

γοερά μωρά χωρίς τροφό

μ’ έκθετα δάχτυλα

τρατάραμε στο σώμα τους ιλίγγους

 

Μια νύχτα ο ορειβάτης δράκοντας

μας κάρφωσε φλάμπουρο στο όρος

Τη γλώσσα γυρίσαμε κουβέρτα

Κι έκτοτε κυματίζουμε βουβοί

 

`

BANNER

Auf dem Gipfel des Abgrundes

bändigten wir das Chaos auf der Zunge

klagende Kleinkinder ohne Amme

mit ausgesetzten Fingern

haben dem Körper Schwindelgefühle angeboten.

 

In einer Nacht stach uns der Bergsteiger Drache

als Banner aufs Gebirge

Die Zunge wendeten wir als Decke

Und seither flattern wir verstummt

 `

`

 

*****

ΤΟ ΚΟΥΜΠΙ

Μας περιμένουν ώρες οι νεκροί στα ξύλινα κρεβάτια

με το χαμόγελο του λύκου Τη δαντέλα της φωτιάς

Απέριττοι Αυτάρκεις στη ζέση του εσχάτου ασπασμού

Την προδοσία σαν άχνη ξεφυσούν απ’ τα ρουθούνια

 

Λάζαροι πλαστικοί μ’ ένα κουμπί στα χείλη αιωρούνται

ραμμένο νήμα σ’ αυταπάτες Ξηλώσανε οι λέξεις

 

Άδικα οι προδότες δεν αναστήθηκαν στη γη

 

`

DER KNOPF

Stundenlang warten die Toten in ihren hölzernen Betten

mit dem Lächeln des Wolfes Die gehäkelte Spitze des Feuers

Schlicht Autarkisch im Eifer des letzten Kusses

Schnaufen den Verrat wie Puderzucker aus den Nasenlöchern

 

Lazaris aus Plastik schweben mit einem Knopf auf dem Mund

wie genähter Faden in Illusionen Die Wörter haben sich aufgetrennt

 

Vergeblich sind die Verräter auf Erde nicht auferstanden

`

 

`

******

ΜΟΝΟΣΑΝΔΑΛΟΣ

Ο θόρυβος μίας μικρής πυγολαμπίδας

το σώμα στην αποσύνθεση αναδεύει

Από έλλειψη πίστης στην απώλεια

ίσως από υπερβολική ελπίδα

στην επιστροφή του απωθημένου

την κάσα κουβαλάει μονοσάνδαλος

Εκλιπαρεί για το άλλο του σανδάλι

Να βρει γυαλιά, καθρέφτες και νυστέρια

π’ αστράφτουνε μονάχα σκάβει

 

Πως ακονίζουνε τις γάγγραινες θυμάται

 

`

MONOSANDAL

Der Lärm eines kleinen Glühwürmchens

wälzt den Körper in den Verfall

Vom Unglauben zum Verlust

vielleicht aus übertreibender Hoffnung

bei der Rückkehr des Verdrängten

schleppt den Sarg jemand mit einer Sandale

Bittet flehend um seine andere  

findet Glastrümmer, Spiegel und Skalpellen

grabt nur die Glitzernden aus

 

Erinnert sich wie man Gangränen schleift

`

`

*****

ΣΚΑΝΤΖΟΧΟΙΡΟΣ ΜΕ ΠΑΠΙΓΙΟΝ

Αόρατος στο μπαλκόνι αιωρείται ο φραμπαλάς της δεσποινίδος Φαίδρας Με καμουτσίκι δαμάζει την κυκλοφορία αόρατη κι αυτή Ένας αέρας κρεμάει τα πύρινα μαλλιά της στο σύρμα της βεράντας Στο πρώτο φανάρι αριστερά καλπάζει πλέον φαλακρή, χωρίς κανένα δισταγμό, επάνω στο μηρό μιας τσουκνίδας Ακούει, αλλά δεν βλέπει τη μητέρα να σέρνει μια κουρελού, μια επανάσταση, μια κουτάλα, σιρόπι από μανταρίνι και μια λέξη εντελώς συρρικνωμένη, που κάνει τη δεσποινίδα Φαίδρα να μυρίζει λευκό νεκροτομείο, αλλά να σκέφτεται τη λέξη «κήπος». Πίσω από τους λόφους ο ήλιος χτυπάει γκέμια και χρεμετίζει πορτοκαλένιο το τοπίο Στον κήπο με τις κολοκύθες η δεσποινίς Φαίδρα έκανε πάντα προσευχή Γλιστράνε τότε μεσ’ απ’ τα πόδια της ένας ποντικός, ένα σπουργίτι, ένα καρύδι, αίμα, κι ένα πλαστικό μάτι με κόρη από κιμωλία ζωγραφίζει στον δρόμο αυτοκίνητα Αντιλαμβάνεται πως στέκει μόνη στη βεράντα Ένας εκατονταετής λυγμός χύνεται απ’ το πλυσταριό υπό μορφή κορδέλας κι εύσαρκος πλέον καταλήγει στις ρόδες μιας μοτοσυκλέτας

Η δεσποινίς Φαίδρα είναι αυτόχειρ

χειρουργός της ανοχής της

Φρέσκο συμβάν συμβαίνει

η ίδια εκτός της ίδιας σε θέση πιρουέτας

 

Κι ο χρόνος κληρονομιά μυστηρίου αυτεπάγγελτου-

Ένας σκαντζόχοιρος με παπιγιόν κάτω από τις πατούσες

`

EIN IGEL MIT FLIEGE

Unsichtbar schwebt auf dem Balkon Fräulein Phädras Falbel Mit einer Peitsche zähmt sie den Verkehr unsichtbar auch sie Ein Windhauch hängt ihre feurigen Haare auf den Verandadraht An der ersten Ampel links galoppiert sie nunmehr kahlköpfig, ohne ein Zögern, auf dem Oberschenkel einer Brennnessel Hört, aber sieht die Mutter nicht den Flickenteppich schleppen, einen Aufstand, einen Kochlöffel, Sirup aus Mandarine und ein Wort völlig verschrumpft, das Fräulein Phädra verursacht nach weißer Anatomie zu riechen, aber auch an das Wort «Garten» zu denken. Hinter den Hügeln schlägt die Sonne Zügel und wiehert orangenhaft die Landschaft Im Garten mit den Kürbissen vollzog Fräulein Phädra immer ein Gebet Rutschen dann zwischen ihren Beinen eine Maus, ein Spatz, eine Walnuss, Blut, und ein Plastikauge mit Pupille aus Kreide malt auf der Straße Autos Sie nimmt wahr dass sie alleine auf der Veranda steht Ein hundertjähriger Schluchzer vergießt sich aus der Waschküche in Form eines Stoffbandes und endet mittlerweile beleibt unter den Rädern eines Motorrades

Fräulein Phädra ist Selbstmörderin

Chirurgin ihrer Toleranz

Frisches Ereignis geschieht

sie selbst ohne ihr Selbst in Position Pirouette

Und die Zeit Erbschaft eines alleinhandelnden Geheimnisses –  

Ein Igel mit Fliege unter den Fußsohlen

 

`

`

**********************************************************************

Η Ιφιγένεια Σιαφάκα γεννήθηκε στην Αθήνα. Αποφοίτησε από το τμήμα Κλασικής Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών και έκτοτε έχει εργαστεί ως εκπαιδευτικός, κειμενογράφος, μεταφράστρια και επιμελήτρια εκδόσεων. Έχει ασχοληθεί με το θέατρο και τη γραφιστική. Από τις εκδόσεις «Γρηγόρη» κυκλοφορούν βιβλία απευθυνόμενα σε σπουδαστές και εκπαιδευτικούς. Έχει εκδώσει επίσης: Μια ματιά στη νεότερη ευρωπαϊκή λογοτεχνία (Γρηγόρης, 2000, δοκίμια), Το τραγούδι του λύγκα (Γρηγόρης, 2011, μυθιστόρημα), Το πλεκτό και άλλες πλεκτάνες, αφηΓηματααναΔρομωνπΛεξεων (ΑrsPoetica, 2013), Μετάlipsi (Γρηγόρης, 2015, ποίηση σε πρόζα), Λευκό από χθες (Σμίλη, 2017, μυθιστόρημα), Σκαντζόχοιρος με παπιγιόν (Σμίλη, 2019, ποίηση σε πέντε πράξεις και αυλαία). Από το 2016 επιμελείται την περιοδική ανθολογία πεζού και ποιητικού λόγου diP generation (Θράκα, 2016, Μανδραγόρας, 2017/18/19). Άρθρα, κριτικές και αποσπάσματα δημιουργικής γραφής έχουν δημοσιευτεί σε περιοδικά και συνεχίζουν να δημοσιεύονται έως σήμερα. Ζει στις Βρυξέλλες.

 

Ιστοσελίδα: Ενύπνια ψιχίων – ifigeneiasiafaka.com