ΙΙ
ΜΙΑ ΠΑΡΤΙΔΑ ΣΚΑΚΙ

`
The Chair she sat in, like a burnished throne,
Glowed on the marble, where the glass
Held up by standards wrought with fruited vines
From which a golden Cupidon peeped out
(Another hid his eyes behind his wing)
Doubled the flames of sevenbranched candelabra
Reflecting light upon the table as
The glitter of her jewels rose to meet it,
From satin cases poured in rich profusion.
In vials of ivory and coloured glass
Unstoppered, lurked her strange synthetic perfumes,
Unguent, powdered, or liquid – troubled, confused
And drowned the sense in odours; stirred by
the air
That freshened from the window, these ascended

Μαρμαρυγὴ βασιλικὴ τὸ Κάθισμά της, θρόνος,
Παιγνίδιζε στὸ μάρμαρο, ποὺ τὸ γυαλὶ
Στοὺς πήχεις κρεμασμένο μὲ γλυπτὰ τσαμπιά
᾽Εκεῖ ποὺ ἀνάσταινε τὸ σῶμα ῎Ερωτας χρυσός
(Κι ὁ ἄλλος ποὺ ἔκρυβε μὲς στὸ ϕτερὸ τὸ ϕῶς
του)
Τοῦ λύχνου τοῦ ἑϕτάκλωνου ζευγάρωνε τὴ ϕλόγα
᾽Αντιϕεγγίζοντας ἰριδισμοὺς ἐπάνω στὸ τραπέζι, καθὼς
῾Η λάμψη της χρυσὴ χυνόταν νὰ τοὺς βρεῖ
Μέσ ᾽ ἀπὸ θῆκες τοῦ σατὲν ράθυμες ὣς τὰ χείλη·
Μικρὲς ϕιάλες ϕίλντισι καὶ κρύσταλλο χρωμάτων
῾Ολανοιχτὲς ἐκεῖ, καραδοκοῦνε τὰ κρυϕά, συνθετικὰ μυρωδικά της,
῾Η πούδρα, τὸ ὑγρό, ἡ ἀλοιϕή – τρικύμιζαν, τρελαῖναν
Καὶ σβήνανε τὴν αἴσθηση στὴν εὐωδιά· παρμένες ἀπ ᾽ τὸν ἄνεμο
Ποὺ ἔστελνε ἀπ ᾽ τὸ παράθυρο δροσιά, ἀνέβαιναν κι αὐτὲς

`

In fattening the prolonged candle-flames,
Flung their smoke into the laquearia,
Stirring the pattern on the coffered ceiling.
Huge sea-wood fed with copper
Burned green and orange, framed by the coloured stone,
In which sad light a carvèd dolphin swam.
Above the antique mantel was displayed
As though a window gave upon the sylvan scene
The change of Philomel, by the barbarous king
So rudely forced; yet there the nightingale100
Filled all the desert with inviolable voice
And still she cried, and still the world pursues,
‘Jug Jug’ to dirty ears.
And other withered stumps of time
Were told upon the walls; staring forms
Leaned out, leaning, hushing the room enclosed.
Footsteps shuffled on the stair.
Under the firelight, under the brush, her hair
Spread out in fiery points

Ταΐζοντας τὶς τεντωμένες ϕλόγες τῶν κεριῶν,
Κι ὣς τὰ ϕατνώματα ὑψῶναν τὸν καπνὸ
Τ ᾽ ἀνάγλυϕα ξυπνώντας στὸ θολωτὸ ταβάνι.
Θαλασσινὰ ὀγκώδη ξῦλα θρεμμένα στὸν χαλκὸ
Καίγανε πράσινα, πορτοκαλιά, μὲ στέμμα τὴν
πολύχρωμη πέτρα,
Στὸ θλιμμένο του ϕῶς νὰ κολυμπᾶ δελϕίνι σκαλιστό.
Πάνω ἀπ ᾽ τὸ τζάκι τὸ παλιὸ νὰ ἱστορεῖται
Λὲς κι ἄνοιγε παράθυρο στοῦ δάσους τὴ σκηνή
῾Η μεταμόρϕωση τῆς Φιλομήλας, ποὺ ἄγρια τήνε
χάλασε
βάρβαρος βασιλιάς· κι ὅμως τ ᾽ ἀηδόνι ἐκεῖ100
Πλημύρισε τὴν ἔρημο στὴν ἄσωτη ϕωνή
Κι ἀκόμη ἐκεῖ νὰ διαλαλεῖ, κι ἀκόμη ὁ κόσμος
νὰ ἐξακολουθεῖ,
«Γιάγκ γιάγκ» σὲ βρωμισμέν᾽ ἀϕτιά.
Κι ἄλλα κουρέλια ξέθωρα τοῦ χρόνου
Γραμμένα στὸν ἀσβέστη· μορϕὲς προσηλωμένες
Γέρναν σκυϕτὲς κατασιγάζοντας τὴν κάμαρα
ὣς τὴν ἄκρη.
βήματα σέρνονταν στὴ σκάλα.
Κάτω ἀπ ᾽ τὴ λάμψη τῆς ϕωτιᾶς, κάτω ἀπ ᾽ τὴ
βούρτσα,
χαθῆκαν σὲ σπινθῆρες τὰ μαλλιά της

`

Glowed into words, then would be savagely still.
‘My nerves are bad to-night. Yes, bad. Stay with
me.
‘Speak to me. Why do you never speak. Speak.
‘What are you thinking of ? What thinking ?
What ?
‘I never know what you are thinking. Think.’
I think we are in rats’ alley
Where the dead men lost their bones.
‘What is that noise ?’
The wind under the door.
‘What isthat noise now? What isthe wind doing ?’
Nothing again nothing.
‘Do
‘You know nothing ? Do you see nothing ? Do
you remember
‘Nothing?’
I remember
Those are pearls that were his eyes.
‘Are you alive, or not? Is there nothing in your
head ?’

Σὲ λέξεις λαμπυρίζοντας ὥστε νὰ γίνουν ἄγρια
σιωπή.
«Τὰ νεῦρα μου ἀπόψε συμϕορά. Ναί, συμϕορά.
Μεῖνε κοντά μου.
Μίλα μου. Γιατί ποτέ σου δὲ μιλᾶς; Μίλα.
Τί συλλογιέσαι; Νὰ συλλογιέσαι ἄραγε, τί;
Ποτὲ δὲν ξέρω τί νὰ συλλογιέσαι. Σκέψου».
Σκέϕτομαι πὼς τὴ ρότα πήραμε τῶν ποντικῶν
᾽Εκεῖ ποὺ χάσαν οἱ νεκροὶ τὰ κόκκαλά τους.
«Τί νά ᾽ναι αὐτὸς ὁ θόρυβος;»
῾Ο ἄνεμος κάτω ἀπ ᾽ τὴν πόρτα.
«Τί εἶναι τώρα αὐτὸς ὁ θόρυβος; Τί ἑτοιμάζει
ὁ ἄνεμος;»
Τίποτε, πάλι τίποτε.
«Δὲν ξέρεις
Τίποτε λοιπόν; Δὲ βλέπεις τίποτε; Οὔτε θυμᾶσαι
Τίποτε;»
Θυμᾶμαι
Τὰ μαργαριτάρια αὐτὰ ποὺ ἦταν κάποτε τὰ μάτια του.
«Εἶσαι ἢ δὲν εἶσαι ζωντανός; Καὶ τὸ κεϕάλι σου
ἄραγε ἀδειανό;»

`

o o o o that Shakespeherian Rag –
It’s so elegant
So intelligent
‘What shall I do now? What shall I do ?
‘I shall rush out as I am, and walk the street
‘With my hair down, so. What shall we do tomorrow ?
‘What shall we ever do ?’
The hot water at ten.
And if it rains, a closed car at four.
And we shall play a game of chess,
(The ivory men make company between us)
Pressing lidless eyes and waiting for a knock
upon the door.
When Lil’s husband got demobbed, I said –
I didn’t mince my words, I said to her myself,
HURRY UP PLEASE ITS TIME
Now Albert’s coming back, make yourself a bit
smart.
He’ll want to know what you done with that
money he gave you

Μονάχα
῍Ω ῍Ω ῍Ω ῍Ω ἐτούτη ἡ Σαιξπήχηρη μπάντα –
Μὰ εἶναι τόσο ἐλεγκάν
Τόσο σπιρτόζα
«Καὶ τί θὰ κάνω τώρα; Τί θὰ κάνω;
῞Οπως εἶμαι θὰ βγῶ καὶ θὰ πάρω τοὺς δρόμους
Μὲ τὰ μαλλιὰ λυμένα, ἔτσι νά. Τί θὰ κάνουμε
αὔριο;
Στὸ ἑξῆς τί θὰ κάνουμε;»
Ζεστὸ νερὸ στὶς δέκα.
Κι ἂν βρέχει, ἕνα κλειστὸ ἁμάξι ὥρα τέσσερεις.
Καὶ θὰ καθήσουμε γιὰ μιὰ παρτίδα σκάκι,
(Μᾶς συντροϕεύουνε ϕιγοῦρες ϕιλντισένιες)
Πιέζοντας τὰ μάτια δίχως τσίνορα κι ἐλπίζοντας γιὰ κάποιο χτύπημα στὴν πόρτα.
῞Οταν ἀποστρατεύτηκε ὁ σύζυγος τῆς Λίλ, εἶπα –
Δὲν κρύβω λόγια ἐγώ, τῆς εἶπα αὐτοπροσώπως,
ΤΕΛΕΙΩΝΕΤΕ ΠΑΡΑΚΑΛΩ ΕΙΝ᾽ Η ΩΡΑ
Τώρα ποὺ θὰ γυρίσει ὁ ῎Αλμπερτ, κοίταξε λίγο
νὰ σουλουπωθεῖς.
Θὰ γυρέψει νὰ μάθει τί ἔκανες μὲ κεῖνα τὰ λεϕτὰ ποὺ σοῦ ᾽χε στείλει [….]