Μουσική Συνοδεία: Αργύρης Κουνάδης

`

 

 

`

ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΤΟΥ ΤΟΠΙΟΥ

ή
ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΕΛΕΟΥΣ

Μονομιάς, η σκιά της χελιδόνας θέρισε τα βλέμματα των νοσταλγών
της: Μεσημέρι.

Άδραξε μυτερό χαλίκι, κι αργά, με δεξιοσύνη, ο ήλιος, πάνω απ’ τον
ωμό της Κόρης του Ευθυδίκου, χάραξε τα πτερύγια των ζεφύρων.

Το φως δουλεύοντας τη σάρκα μου, φάνηκε μια στιγμή στο στήθος το
μενεξεδί αποτύπωμα, κει που η τύψη μ’ άγγιξε κι έτρεχα σαν
τρελός. Ύστερα, μες στα πλάγια φύλλα ο ύπνος μ’ αποστέγνω-
σε, κι έμεινα μόνος. Μόνος.

Ζήλεψα τη σταλαγματιά που απαρατήρητη δόξαζε τα σκίνα. Όμοια
να ‘μουν στο έκπαγλο μάτι που αξιώθηκε να δει το τέλος του
Ελέους!

Ή μήνα κι ήμουν; Στην τραχύτη του βράχου, ανάρραγου από την κορ-
φή ως τα βάραθρα, γνώρισα τα πεισματικά σαγόνια μου. Που
σπάραζαν το κτήνος μέσα στον άλλον αιώνα.

Και η άμμο πέρα, κατακαθισμένη από την ευφροσύνη που μου ‘δω-
κεν η θάλασσα, κάποτε, σαν βλαστήμησαν οι άνθρωποι κι άνοι-
γα τις οργιές με βιάση να ξεδώσω μέσα της· να ‘ταν αυτό που γύ-
ρευα; η αγνότητα;

Το νερό αναστρέφοντας το ρέμα του, μπήκα στο νόημα της μυρσίνης
όπου φυγοδικούν οι ερωτευμένοι. Άκουσα ξανά το μετάξι που
έψαυε τα τριχωτά μου στήθη ασθμαίνοντας. Και η φωνή «χρυσέ
μου», νύχτα, μέσα στη ρεματιά, που έκοβα το στερνό πρυμνήσιο
των άστρων και πρόσεχε να πάρει σχέδιο τ’ αηδόνι.

Τι λαχτάρες αλήθεια και τι χλευασμούς εδέησε να περάσω, με το λί-
γο του όρκου στα δυο μάτια και τα δάχτυλα έξω απ’ τη φθορά.
Τέτοιες χρονιές -α ναι- θα ‘ταν που εργαζόμουν να γίνει τόσο
τρυφερό το απέραντο γαλάζιο!

Είπα. Και στρέφοντας το πρόσωπο, μες στο φως ξανά το αντίκριζα να
με ατενίζει. Δίχως έλεος.

Κι ήταν αυτό η αγνότητα.

Όμορφη, κι απ’ των χρόνων το σκίασμα συλλογισμένη, κάτω απ’ τον
σημαφόρο του ήλιου, η Κόρη του Ευθυδίκου δάκρυζε

Που μ’ έβλεπε να περπατώ, πάλι μέσα στον κόσμο αυτόν, χωρίς
θεούς, αλλά βαρύς απ’ ό,τι, ζώντας, αφαιρούσα του θανάτου.

Μονομιάς, η σκιά της χελιδόνας θέρισε τα βλέμματα των νοσταλγών
της: Μεσημέρι.

`

*
ΕΦΤΑ ΜΕΡΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΙΩΝΙΟΤΗΤΑ

ΚΥΡΙΑΚΗ-Πρωί, στο Ναό του Μοσχοφόρου. Λέω: να γίνει αληθινή
σαν δέντρο η ωραία Μυρτώ· και τ’ αρνάκι της, κοιτάζοντας ίσια
στα μάτια το δολοφόνο μου, για μια στιγμή, να τιμωρήσει το πι-
κρότατο μέλλον.

ΔΕΥΤΕΡΑ-Παρουσία χλόης και νερού στα πόδια μου. Που θα πει
πως υπάρχω. Πριν ή μετά το βλέμμα που θα μ’ απολιθώσει, το
δεξί χέρι ψηλά κρατώντας έναν πελώριο γαλάζιο Στάχυ. Για να
ιδρύσω τα Νέα Ζώδια.

ΤΡΙΤΗ-Έξοδος των αριθμών. Πάλη του 1 με το 9 σε μια παραλία πα-
νέρημη, γεμάτη μαύρα βότσαλα, φύκια σωρούς, μεγάλες ραχο-
κοκαλιές θηρίων στα βράχια.

Τα δυο παλιά κι αγαπημένα μου άλογα, χρεμετίζοντας όρθια πά-
νω από τους ατμούς που ανεβάζει το θειάφι της θαλάσσης.

ΤΕΤΑΡΤΗ-Από την άλλη μεριά του Κεραυνού. Το καμένο χέρι που
θα ξαναβλαστήσει. Να ισιώσει τις πτυχές του κόσμου.

ΠΕΜΠΤΗ-Ανοιχτή θύρα: σκαλοπάτια πέτρινα, κεφαλές από γερά-
νια, και πιο πέρα στέγες διάφανες, χαρταετοί, τρίμματα χοχλι-
διών στον ήλιο. Ένας τράγος μηρυκάζει αργά τους αιώνες, κι ο
καπνός, γαλήνιος, ανεβαίνει μέσ’ από τα κέρατα.
Την ώρα που κρυφά, στην πίσω αυλή, φιλιέται η κόρη του περι-
βολάρη, κι από την πολλή αγαλλίαση μια γλάστρα πέφτει και
τσακίζεται.
Α, να σώσω αυτόν τον ήχο!

ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ- «Της Μεταμορφώσεως» των γυναικών που αγάπησα
χωρίς ελπίδα: Ηχώ: Μα-ρί-νααα! Ε-λέ-νηηη! Κάθε χτύπος καμ-
πάνας, κι από μια πασχαλιά στην αγκαλιά μου. Ύστερα φως πα-
ράξενο, και δύο ανόμοια περιστέρια που με τραβούν ψηλά σ’ έ-
να μεγάλο κισσοστολισμένο σπίτι.

ΣΑΒΒΑΤΟ-Κυπαρίσσι από το σόι μου, που το κόβουν άντρες βλοσυ-
ροί και αμίλητοι: γι’ αρρεβώνα ή θάνατο. Σκάβουν το χώμα γύ-
ρω και το ραντίζουν με γαριφαλόνερο.

Έχοντας εγώ κιόλας απαγγείλει τα λόγια που απομαγνητίζουν
το άπειρο!

`

*
Ο ΑΓΡΑΜΜΑΤΟΣ ΚΑΙ Η ΩΡΑΙΑ

Συχνά, στην Κοίμηση του Δειλινού, η ψυχή της έπαιρνε αντίκρυ
απ’ τα βουνά μιαν αλαφράδα, μόλο που η μέρα ήταν σκληρή και
η αύριο άγνωστη.

Όμως, όταν σκοτείνιαζε καλά κι έβγαινε του παπά το χέρι πάνω από
το κηπάκι των νεκρών, Εκείνη

Μόνη της, Όρθια, με τα λιγοστά της νύχτας κατοικίδια -το φύσημα
της δεντρολιβανιάς και την αθάλη του καπνού από τα καμίνια-
στης θαλάσσης την έμπαση αγρυπνούσε

Αλλιώς ωραία!

Λόγια μόλις των κυμάτων ή μισομαντεμένα σ’ ένα θρόισμα, κι άλλα
που μοιάζουν των αποθαμένων κι αλαφιάζονται μέσα στα κυπα-
ρίσσια, σαν παράξενα ζώδια, τη μαγνητική δορυφορώντας κε-
φαλή της άναβαν. Και μία

Καθαρότη απίστευτη άφηνε, σε μέγα βάθος μέσα της, το αληθινό το-
πίο να φανεί

Όπου, σιμά στον ποταμό, παλεύανε τον Άγγελο οι μαύροι άνθρωποι,
δείχνοντας με ποιόν τρόπο γεννιέται η ομορφιά

Ή αυτό που εμείς, αλλιώς, το λέμε δάκρυ.

Κι όσο βαστούσε ο λογισμός της, ένιωθες, εξεχείλιζε την όψη που
έλαμπε με την πίκρα στα μάτια και με τα πελώρια, σαν παλιάς
Ιεροδούλου, ζυγωματικά

Τεντωμένα στ’ ακρότατα σημεία του Μεγάλου Κυνός και της Παρ-
θένου.

«Μακριά απ’ τη λοιμική της πολιτείας, ονειρεύτηκα στο πλάι της
μιαν ερημιά, όπου το δάκρυ να μην έχει νόημα, κι όπου το μόνο
φως να ‘ναι από την πυρά που κατατρώγει όλα μου τα υπάρ-
χοντα.

»Ώμο τον ώμο οι δυο μαζί ν’ αντέχουμε το βάρος από τα μελλούμε-
να, ορκισμένοι στην άκρα σιγαλιά και στη συμβασιλεία των
άστρων

»Σαν να μην κάτεχα, ο αγράμματος, πως είναι κει ακριβώς, μέσα
στην άκρα σιγαλιά, που ακούγονται οι πιο αποτρόπαιοι κρότοι

»Και πως, αφότου αβάσταχτη έγινε στου αντρός τα στέρνα η μονα-
ξιά, σκόρπισε κι έσπειρε άστρα!»

`

*************************************************************************

`


ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

`

 

Έξη Και Μία Τύψεις Για Τον Ουρανό (1960)
A1 Ο Αγράμματος Και Η Ωραία
A2 Η Αυτοψία
A3 Ο Ύπνος Των Γενναίων
A4 Ο Ύπνος Των Γενναίων (Παραλλαγή)
A5 Λακωνικόν
A6 Καταγωγή Του Τοπίου Ή Το Τέλος Του Ελέους
A7 Ο Άλλος Νώε
Έξη Και Μία Τύψεις Για Τον Ουρανό (Συνέχεια)
B1 Επτά Μέρες Για Την Αιωνιότητα
Επτά Νυχτερινά Επτάστιχα (1940)
B2 Επτά Νυχτερινά Επτάστιχα