(Α΄απόσπασμα σσ. 41-47)

 

Έτσι ήρθε η Χρυσώ, η μάνα μου, στη Σύρα του 1886.

Τότε η πολιτεία μας άνθιζε από εμπορική και ναυτική ακμή, πολιτισμό και πλούτο. Καινούργια πολιτεία, αστραφτερή με δρόμους πλακοστρωμένους που ανέβαιναν ακτινωτά από το κέντρο στους πυκνοκατοικημένους λόφους της με άσπρα σκαλιά. Αμφιθεατρικά χτισμένη, ξάφνιαζε με την ομορφιά της κάθε ξένο, ακόμα και τον πιο κοσμογυρισμένο, που την πρωτόβλεπε μπαίνοντας στο μεγάλο της λιμάνι. Ένα λιμάνι βουερό, γεμάτο πλοία με λογής λογής σημαίες. Κόσμος στους δρόμους κι οχλοβοή απ’ τις φωνές των βαρκάρηδων, των τσούρμων που ξεφόρτωναν και φόρτωναν τα καράβια, των καφετζήδων, των ψαράδων, των τελάληδων του λιμανιού. Μια βουή που άρχιζε απ’ τα ντόκια και συνεχίζονταν σ’ όλους τους δρόμους. Αν κι έπαιρνε να βραδιάζει, αυτή η βουή η στεριανή που ’μοιαζε με της θάλασσας, δεν έλεγε να πάψει ή να καταλαγιάσει. Αντίθετα αύξαινε από τον κόσμο, που αντί να πάει στα σπίτια του να κουρνιάσει, ξεχύνονταν έξω από κάθε δρόμο και κατευθύνονταν όλοι στο κέντρο

Η άβγαλτη νησιωτοπούλα σάστιζε. Για ποιο σπουδαίο λόγο τούτο τ’ ανθρωπομάζωμα;

Ήταν καμιά μεγάλη γιορτή; Όχι, της εξηγούσε ο πατέρας περήφανος και κύριος μες στον τόπο του. Την πιο μεγάλη τότε πόλη της Ελλάδας, με σαράντα χιλιάδες ψυχές. Μαμούνια πες καλύτερα, που ο καθένας κάτι σκαρφιζόταν για το καλό του τόπου μα και της τσέπης του, που την ήθελε γεμάτη.

Κι επειδή όσα της έλεγε ο άντρας της δεν λύνανε την απορία της για την κοσμοσυρροή, συνέχισε να της ξηγάει. Ήτανε Πέμπτη βράδυ και γιορτή κι ο κόσμος ξεπορτίζει από τα σπίτια για να χαρεί που ζει. Να δει ο ένας τον άλλο. Να κουβεντιάσουν. Να κάτσουν για ένα ορεχτικό στις μπυραρίες, τα ζαχαροπλαστεία, στους καφενέδες, εκεί που συζητούνται και κλείνονται όλες οι εμπορικές δουλειές. Ν’ ακούσουνε τη Φιλαρμονική. Να πιούνε ένα κρασί, μια μπύρα. Να φάνε μια πουτίγκα…

Ξένη προς όλ’ αυτά και με το νου αλλού, ρώτησε με κάποια ανησυχία.

—Και τα πράγματα πού είναι;

Την καθησύχασε. Και τα έξη μπαούλα της τάχανε φορτωθεί οι χαμάληδες, οι μόνοι που φορούσανε ακόμα βράκες, κι είχαν πάρει κιόλας το δρόμο για το σπίτι.

Η Χρυσώ ένιωσε τα κλειδιά που τάχε χώσει στον κόρφο της, να την τσιμπάνε.

—Κ’ είναι μακριά από δω; – ξαναρώτησε.

—Μέχρι οχτακόσα μέτρα. Μη φοβάσαι. Οι χαμάληδες είναι δικοί μας άνθρωποι. Σε μας δουλεύουν. Δε θα δεχτούνε μήτε πλερωμή.

Την πήρε μπράτσο και την πήγε στην πλατεία. Εκείνη τη στιγμή, πρώτη φορά, η Χρυσώ αντιλήφθηκε πως ήτανε ψηλότερή του στο ανάστημα. Δεν ήταν λίγοι κείνοι που γύριζαν απότομα να την κοιτάξουν.

Προχώρησαν προς την πλατεία Ανδρέα Μιαούλη, με τ’ άγαλμά του ολόσωμο του Υδραίου βρακά ναυάρχου. Στάθηκαν λίγο και τον παρατήρησε. Τότε η Χρυσώ κατάλαβε πως βρίσκονταν σε τόπο ελεύθερο, ελληνικό. Δίχως τούρκους. Τόβλεπες απ’ τον αγέρα που ’χε ο κόσμος στο περπάτημά του. Πουθενά φέσι! Πουθενά ζαπτιές! Πουθενά ζανταρμάδες!

Τα ’χε χαμένα η Χρυσώ. Μέγαρα, αγάλματα, σπίτια και δέντρα, όλα μεγάλωναν σε διαστάσεις. Κόσμος ξεκούραστος καθιστός σ’ αμέτρητες καρέκλες, γύρω από τραπεζάκια. Σερβιτόροι ντυμένοι σαν αρχόντοι, πήγαιναν κι έρχονταν βιαστικά μ’ ευκινησία, κρατώντας στόνα χέρι δίσκους με μποτίλιες, ποτήρια, πιατικά με γλυκίσματα και τρέχαν να προφτάσουν να σερβίρουν τόσο κόσμο. Η μεγάλη κάτασπρη πλατεία με τις ψηλές τις χουρμαδιές και τα παρτέρια, με τη μαρμαρένια εξέδρα της μουσικής, με ανάγλυφες τις Εννιά Μούσες, ο κολοσσός του Δημαρχείου τη θάμπωσαν.

—Είναι, της εξήγησε ο πατέρας, έργο του Τσίλλερ. Διάσημος αρχιτέκτονας Βαυαρός. Εκατομμύρια στοίχισε αυτό το χτίριο, που λίγες πολιτείες τόχουν ακόμα και σ’ όλη την Ευρώπη.

—Και οι εκκλησίες;

—Άλλη φορά θα πάμε να σου δείξω και τις εκκλησιές, το θέατρό μας κι άλλα αξιοθέατα. Όλα πρέπει να τα γνωρίσεις, να τ’ αγαπήσεις, γιατί πια είσαι μια συριανή κυρία!

Όσο ο άντρας της της μίλαγε για τα θαυμάσια του τόπου, η Χρυσώ χάζευε με απορία τον κόσμο που ανεβοκατέβαινε για να επιδειχτεί, και τίποτ’ άλλο.

Άντρες με φράγκικα παρδαλά ρούχα, ψηλά καπέλα και μπαστούνια, κυρίες με καπέλα φορτωμένα φτερά, λουλούδια και κορδέλες, φορέματα παράξενα, δαντέλες, με σχέδια της τελευταίας μόδας απ’ το Παρίσι, υφάσματα πανάκριβα, διαμαντικά, να περπατούν στο μπράτσο των αντρών και να σκορπούνε μεθυστικά αρώματα, να καμαρώνουν σαν βασίλισσες παραμυθιών. Όταν αρχίνησε η μπάντα να παίζει με την εισαγωγή της όπερας «Χαλίφης της Βαγδάτης», τότε η Χρυσώ ζαλίστηκε. Θέλεις από την πρωτάκουστη τη μελωδία πούκανε τόσο θόρυβο, θέλεις από την κούραση του ταξιδιού. Σε μια στιγμή, νόμισε πως δεν πατούσε πια στη γη. Το θαυμασμό της κορύφωσαν τα φώτα τα ηλεκτρικά που ανάψανε μαζί στους σιδερένιους φανοστάτες, σαν ν’ άκουσαν διαταγή απ’ το θεό κι ανάψανε για να φεγγοβολήσει κείνος ο ευτυχισμένος κόσμος.

Βάρυνε πάνω του το σώμα της.

—Πάμε στο σπίτι… – παρακάλεσε – σάμπως να μη χωρούσε ανάμεσα σ’ αυτό το πλήθος.

Προχώρησαν εκεί που στάθμευαν τ’ αμάξια. «Λαντώ» και μόνιππα. Τη βοήθησε ν’ ανέβει να καθίσει. Βολεύτηκε κι αυτός ευγενικά κοντά της. Πρώτη φορά η Χρυσώ έβλεπε κι έμπαινε σ’ αμάξι.

—Είσαι αδιάθετη; – τη ρώτησε ανήσυχος.

—Όχι. Εγώ που δε ζαλίζομαι στη θάλασσα ούτε και με φουρτούνα, ζαλίστηκα απ’ τον κόσμο στη στεριά.

—Δεν έπρεπε ίσως να σταθούμε τόση ώρα κάτω. Μα ήθελα να δεις, Χρυσώ μου, τον τόπο όπου σ’ έφερα να ζήσεις. Σε κούρασα;

—Όχι, καλέ μου.

—Πως τόπες;

—Όχι, καλέ μου.

Ο πατέρας κυριεύτηκε από μια ζεστή τρυφεράδα, κι ενώ κάλπαζε το μόνιππο απ’ τον αμαξιτό προς τον ανήφορο της Κοίμησης, έσκυψε ανατριχιασμένος και τρίφτηκε στον ώμο της σαν ένα εξάχρονο αγοράκι. Πόσα καινούργια πράγματα κι αισθήματα πρωτοδοκίμαζε η Χρυσώ. Αληθινά πόσα υπήρχαν μακριά απ’ την Πάτμο! Προτού δακρύσει με τη θύμηση του νησιού της το αμάξι σταμάτησε μπροστά στην εκκλησιά. Ο πατέρας τη βοήθησε ιπποτικά να κατεβεί και πλήρωσε γενναιόδωρα τον αμαξά, που κι αυτός έβγαλε το καπέλο του και τους χαιρέτισε με την ευχή. «Να ζήσετε».

Η Χρυσώ σαν να βρέθηκε ξαφνικά σε δικό της χώρο, έριξε ένα βλέμμα σεβασμού προς την εκκλησιά που, από δω και πέρα, θα ’ταν η ισόβια ενορία της κι έκανε το σταυρό της.

—Την Κυριακή θα ’ρθομε μαζί στη λειτουργία – της είπε – για να τη δεις και να μας δει ο κόσμος ζευγάρι. Να πάρομε το πρώτο αντίδωρο απ’ το δίσκο. Να δεις πως τη στολίσαν οι Υδραίοι τούτη την εκκλησιά! Περπάτησαν καμιά τριανταριά μέτρα καλντερίμι που άστραφτε απ’ την πάστρα. Αριστερά μια στρογγυλή πλατεία σ’ επίπεδο ψηλότερο απ’ το δρόμο, με γύρω γύρω ακακίες δυο σειρές, όπου ανέβαινες από δυο μέρη με μαρμαρένιες σκάλες και τη στεφάνωνε ολόκληρη πάλι μαρμάρινη πεζούλα. Μέσα χοροπηδούσαν, ξεφώνιζαν κι έπαιζαν της γειτονιάς τα παιδιά σμάρι.

Δεξιά, το πισινό μέρος του Νοσοκομείου, χτισμένο στα 1826 πάνω σε βράχους στουρναρόπετρας, που οι αρχιτέκτονες τους άφησαν ακάλυπτους επίτηδες να φαίνονται, να δείχνουν ομορφιά και δύναμη.

—Το βράδυ, σα νυχτώσει, παίρνουνε πέτρες τα παιδιά, χτυπούν τους βράχους και χαίρονται που βγάζουν σπίθες! – είπε ο πατέρας μου – και ξαφνικά ξεφώνισε.

—Να η μάνα μου! – Καταμεσής στο δρόμο στέκονταν μια μεσόκοπη αρχόντισσα και τους περίμενε με ανοιγμένα διάπλατα τα χέρια της σαν δυο φτερούγες.

Σκίρτησε σύγκορμη η Χρυσώ. Άφησε τον πατέρα και σπρωγμένη από την καρδιά της προχώρησε ευκίνητη και βιαστική, έφτασε κοντά της πρώτη. Έσκυψε και της φίλησε το χέρι.

—Μητέρα… – τραύλισε η νιόπαντρη κόρη, πνιγμένη από τα δάκρυα.

Η γιαγιά μου την αγκάλιασε μ’ ενθουσιασμό και ξέχειλα αισθήματα. Μια την κοιτούσε εξεταστικά, μια τη φιλούσε και γελούσε.

—Ρούσα μου! Κόρη μου! Γιαλίμ!

Ήτανε μια γλυκιά αρχοντικά μεσόκοπη γυναίκα καλοζωισμένη, με δέρμα δροσερό και φεγγερό, μάτια μελιά και παιχνιδιάρικα λοξά μισόκλειστα, γλυκό χαμόγελο και δόντια άσπρα στη σειρά, σωστά ακόμα. Φόραγε ένα σουρωτό, βαρύ μακρύ φουστάνι από βελούδο βυσσινί με δυο μπορντούρες μαύρες στον ποδόγυρο και στενό μπούστο που ’δειχνε το πλούσιο στήθος της. Απ’ το λευκό λαιμό της κρεμόταν διπλή καδένα με φλουριά στο τέλος, κι απ’ τ’ αφτιά της δυο μακριές σταλαγματιές ρουμπίνια για σκουλαρίκια. Μαύρα, χωρίστρα στη μέση τα μαλλιά της, κάτι μαλλιά κατάμαυρα, γυαλιστερά σαν του κοράκου. Αρμονικά, ζεστή η φωνή της και γλύκα τα μισόλογα αρβανίτικα. Η Χρυσώ γοητεύθηκε. Θυμήθηκε τη μάνα της, της έρχονταν να κλάψει.

—Ρούσα μου, ντρίτα του σπιτιού μου! Η μια δε χόρταινε την άλλη να κοιτάζει κατάματα, κοντά κοντά τα δυο κεφάλια το ένα κατάξανθο σα μέλι, το άλλο κατάμαυρο σαν πίσσα. Αγκαλιασμένες σιγοβάδισαν ως που σταθήκαν στην εξώπορτα του σπιτιού, που θα γινόταν από δω και πέρα και σπίτι της Χρυσώς.

Ο πατέρας πνίγοντας τη συγκίνησή του, για να ξεσπάσει να μην κλάψει, φώναξε με φωνή σπασμένη, και άγρια χαρά.

—Βλέπεις, Κόνα–Κυράτσω τι κόρη σου ’φερα; Μοσκοβολάει θυμάρι! Αλλά με μέτρο τ’ αγκαλιάσματα. Θα μου τη λιώσεις!

Κι εκείνη, για να τον πειράξει, μες στο καμάρι της, λέει στη Χρυσώ.

—Μωρέ Νεράιδα, τι σ’ έλκυσε να παντρευτείς αυτό τον ασχημάντρα, τον τρελό, τον ακαμάτη;

Τότε ο πατέρας τις σφιχταγκάλιασε μαζί τις δυο γυναίκες. Κείνη που του ’δωσε τη ζωή, την «ωραία Κυράτσω», όπως την έλεγαν σ’ όλη τη συνοικία, και τη Χρυσώ με τις ξανθές πλεξούδες κουλούρα πάνω στο κεφάλι, την κόρη που θα τον έκανε πατέρα δεκατέσσερις φορές.

Στις εσωτερικές σκάλες του σπιτιού στρωμένες με βελούδινο χαλί για να πατήσει το νιόπαντρο αντρόγυνο, περίμεναν οι σπιτικοί όλοι ντυμένοι στα καλά τους για να καλωσορίσουνε τη νύφη.

Ο γκριζομάλλης και λιοψημένος παππούς, ο Μαστρο-Πέτρος, ανάμεσα στους δυο πιο μικρούς του γιους. Τον Ηλία, ένα ψηλό γεροδεμένο μελαχρινό παλικάρι, αγριωπό στο ύφος, και τον Αναστάση, ψηλόλιγνο ξανθό αγόρι εικοσιδύο χρονώ, με μάτια γαλανά, δισταχτικό και ντροπαλό, μ’ ένα χρυσό γαϊτάνι μουστακιού στ’ απάνω χοντρά χείλη του.

Πίσω απ’ τ’ αφεντικά, στέκονταν ιεραρχικά καθώς σε μια φωτογραφία, οι δυο ξαδέρφες του γαμπρού και μια θεία με σφιχτό το μαύρο υδρέικο τσεμπέρι. Πιο πίσω ακόμα οι δυο υπηρέτριες, σούζα στητές, έτοιμες να χαιρετίσουν το ζευγάρι.

Πριν βάλει πόδι μες στο σπίτι, είχαν βάλει στο έμπα ένα πελώριο κλειδί από σίδερο, να το πατήσει η νύφη να στεριώσει κ’ η θεια Βρυδίκα, κι αυτή αρβανίτισσα, χήρα ναυμάχου αγωνιστή, σκόρπισε μ’ έμπειρο χέρι πάνω απ’ τη Χρυσώ μια χούφτα ρύζι.

—Να ζήσετε, να ζήσετε! Καλοστερεωμένοι! Να μπαμπακιάσετε δω μέσα! Να ριζώσετε! Εγγόνια να μας δώσετε πολλά. Το σπίτι είναι μεγάλο.

Και πάλι η πεθερά Κόνα-Κυράτσω, για να πειράξει τον πρωτογιό της που, φως φανάρι, ξεχώριζε απ’ τ’ άλλα της τ’ αγόρια, ίσως γιατί της έμοιαζε πολύ, φώναξε τσουχτερά:

—Και καλά μυαλά Νικολάκη μας από δω και πέρα!

Η Χρυσώ ξαφνιάστηκε για μια στιγμή.

—Μακάρι να ’χαν τα μυαλά του Νικολάκη και οι άλλοι, διόρθωσε ο παππούς με αυστηροσύνη, γιατί δεν έβρισκε πρεπούμενα τ’ αστεία της γυναίκας του τέτοια στιγμή.

Τότε αυτή με χαρά νέας κοπέλας και όχι πεθεράς, στράφηκε στον άντρα της και είπε:

—Τσ’ θαμ τσ’ σ’ θαμ, σκούντεμ γκουν εράν.

Η Χρυσώ πάλι ξαφνιάστηκε, ακούοντας μια ξένη γλώσσα. Κι ο άντρας της, της άγγιξε τον ώμο και της εξήγησε:

—Η μάνα μου λέει στη γλώσσα της πως «ό,τι είπαμε και δεν είπαμε, τινάξαμε το σεγκούνι και πέσανε». Είναι αρβανίτικη παροιμία. Δηλαδή, όσα σου λέει για μένα κι όσα θα σου πει, να τα τινάξεις απ’ το φουστάνι σου, να πέφτουν. Σαν ψίχουλα. Σα να μην ειπωθήκανε.

—Τα λέει απ’ το καμάρι της για τον πρώτο της γιο. Είπε αμέσως ο παππούς.

Και πρόστεσε: παιχνιδιάρα και στα γεράματα, βλέπεις.

*

Καθίσανε όλοι μες στη μεγάλη σάλα. Εκεί οι γνωριμίες συμπληρώθηκαν. Οι δυο πρωτοξαδέρφες του πατέρα: Η Κιουράνα και η Τσεβούλα. Η μια πανέξυπνη, με μάτια αστραφτερά που σε τρυπούσαν. Η άλλη κοντούλα, ένα μέτρο από τη γη, μόλις που ξεπερνούσε σε μπόι τη μέση της Χρυσώς. Μα ήταν γλυκιά, απλοϊκιά, πρόθυμη, ένα κομμάτι ζύμης. Κι όταν γελούσε ή χαμογελούσε, στα μάγουλά της σχηματίζονταν δυο βαθουλά λακκάκια. Τίποτα δεν έδειχνε πως ήτανε αδερφές αυτές οι δυο κοπέλες. Καμάρωναν τη νύφη και λέγαν τα παινέματα αρβανίτικα στην πεθερά. Μέσα στο σπίτι όλοι ξέρανε αυτή την ξένη γλώσσα φερμένη από την Ύδρα. Και κάπως απορούσε η Χρυσώ γι’ αυτό.

Άνοιξε ένα κουτί χρυσαφικά η γιαγιά, διάλεξε από μέσα ένα δαχτυλίδι μ’ ένα διαμάντι σα ρεβίθι, και μόνη της το πέρασε στο δάχτυλο της Χρυσώς. Προετοιμασμένος κι ο παππούς, άνοιξε το πουγκί του και της πρόσφερε ένα σπάνιο χρυσό πεντόφραγκο ναπολεόνι. Κάτι φλουριά της έδωσε η σεβαστή θεια Βρυδίκα, κάτι κεντήματα εργόχειρα οι δυο ξαδέρφες. Γεμίσανε χρυσάφι τα χέρια της Χρυσώς που είχε ολόκληρο το πρόσωπό της ροδίσει σαν τριαντάφυλλο μέσα στον πράσινο μποξά. Κι αν πρόσεχε κανένας τα ματόκλαδά της, θα ’βλεπε να σιγοτρέμουνε και δυο δροσοσταλίδες.

Ευτυχισμένος ο πατέρας όλο γελούσε.

Σε μια στιγμή γυρνάει στ’ αδέρφια του και λέει:

—Ηλία, Τάση, ελάτε βρε και σεις να φιλήσετε τη νύφη σας, την αδερφή σας.

Ο Ηλίας θαρρετός και σοβαρός προχώρησε. Της έσφιξε το χέρι, ευχήθηκε με βαριά φωνή, κ’ ύστερα την αγκάλιασε.