ΙΙ

 

*

και ξετύλιξαν τη φωτιά και άρχισαν να τραγουδούν για τον ευρύ χρόνο, συνευρισκόμενοι με ό,τι υπήρχε γύρω,

μαζεύοντας τα δάκρυά τους σε ειδικά κουτιά, ανεβάζοντας τη συνείδησή τους ως τους σταθμούς της φωτιάς,

καθώς από τα έγκατα της γης αναδυόταν το βουητό των ονομάτων, κι έτσι διάλεγαν ονόματα και κατάφερναν να βγουν έξω

γίνονταν ομόθυμοι, ενώ η αποικία προχωρούσε δίχως τέλος για να καταστρέψει τα όπλα˙

με νόηση μη εργαλειακή τα ζώα τούς πρόσφεραν την κοινή τους σκιά˙ όλα ήταν πια ασαφή

 

*

όταν στάθηκα μπροστά στο πρώην σπίτι μου, δεν ήταν οι θύρες του που άνοιξαν αλλά το σώμα μου,

για να βγάλει έξω τον κόσμο˙ τα παλιά παράθυρα εδώ, πασαλειμμένα με λίπος, ενώ η μάνα και ο πατέρας

ορθώνονται μέσα στη λευκή φωτιά αγκαλιάζοντας τα αντικείμενα, και το παιδί,

έγινε ένα με τον τοίχο, προσεύχεται για άλλους καιρούς, για το φαγητό, ονομάζει το ψωμί με ένα μυστικό όνομα˙

είμαι εδώ, σε κρατάω από την άλλη πλευρά, εκεί όπου ψιθυρίζουν για ό,τι επέζησε στα έγκατα

 

*

ήμασταν πάνω σε έναν δρόμο μυστικό, και το βιβλίο της παρακμής στέρεψε από έννοιες για να μιλήσει.

προσπαθήσαμε να βρούμε νερό για να προχωρήσουν οι εναπομείναντες, μα ήταν όλα εναντίον μας.

μαύρος αέρας που μας έμεινε να αναπνέουμε και καταφύγια βλεννογόνα κοντά στο απροσπέλαστο βουνό,

χωρισμένο από την οθόνη με το στρατόπεδο του γίγνεσθαι

 

*

αυτό είναι το βραχύβιο ύφασμα της γλώσσας που υφαίνουν οι αργαλειοί του τέταρτου κόσμου; την κατεκτημένη

γλώσσα του σώματος που να την καταλάβει κανείς; με καρφωμένο χέρι κρατούσα το μήνυμα ενόσω

υψωνόταν το γέρικο παιδί. και αν

το παιδί των όπλων κατανοήθηκε πια με την ταχύτητα, τότε τι περιμένουμε;

 

*

σταθερές εκλάμψεις και κτημάτων εύπορων περιφράξεις, νοσοκομείο

για όσους βρέθηκαν εκεί˙ το χέρι σου πάνω στο πρόσωπο του ομόθυμου, το σημάδι εγκαύματος που άφησε,

και το βιβλίο της παρακμής, αιωρούμενο πάνω από την υποβαθμισμένη τεχνητή λίμνη, χάνει τα ψηφία του, όπως

ένας κοιμισμένος εργάτης το μπουλόνι, όπως ένας γέροντας τα δόντια του

 

*

τα μηνύματα είναι κάπου κοντά, στο βιβλίο της παρακμής θαμμένα, τι περιμένουμε όμως, και δε θέλουμε να ξέρουμε;

δεν επιτρέπονται. δεν μεταφέρονται. πλησιάζει η νύχτα του κενού μόχθου,

των διαπεραστικών χορών σε αναμμένες εκτάσεις. δίπλα ανασαίνει ένα όνομα ομόθυμο

 

Λβιβ, 2018

`

*

ΙΙΙ

 

ο θάνατος ας τα οδηγήσει όλα, ο θάνατος

ας τα αποφασίσει όλα

και μαζί

αυτός κι εγώ

κι ο γκεόργκ

τυλιγμένοι με μαύρη κορδέλα

μπερδεμένοι μέσα της ας περπατήσουμε

σε βλεννογόνα μονοπάτια προς την πόλη

των εγκαταλειμμένων αισθητήρων, της κόκκινης πέτρας,

ας κοιτάξουμε, σαν άρρωστοι, στα μάτια των αγαπημένων

και ας συνεχίσουμε βγάζοντας τα μάτια των θανάσιμων θεών –

καταφέραμε να μεγαλώσουμε

 

ας είναι όλα σαν τον θάνατο –

αυτός κατέχει καλά

όπως γινόταν παλιότερα

 

χείλη λευκά πάνω σε

ώμο ανοιχτό

θα ανάψουν

και το μαύρο στόμα του βοηθού

 

πως είσαι εκεί; πως είμαι εγώ;

 

τι θα γίνει, αν είναι διασκεδαστικό να καις; ένα νεκρό καράβι

στο δίχτυ του νου πλέει, ενώ το άγγιγμα γράφει ότι ψεύδεται. διασκεδαστικό.

 

καλά είναι έτσι: χείλη λευκά και λευκή

του ομόθυμου η ομιλία, κοπάδι μεταξύ λευκών

στο παλιό μέρος του κόσμου προχωρούν οι ρομά, λικνιζόμενοι,

προς την θερμή πέτρα από την κόκκινη πέτρα. ο θάνατος ας

ορίσει τα σύνορα, ας αφήσει να μπει όποιος καιρό περιμένει,

στριμωγμένος στον χρόνο από την πείνα. εν συντομία τους γράφει

κάποιος, κανείς, μία.

 

έναν στους δυο μας

βοηθό μοιράζουμε, το σκουλήκι.

χείλη, αγγίζοντας τον ώμο.

 

οι ρομά τραγουδούν: «φτάνει πια να κοιτάτε,

διασκεδάζοντας, να πατάτε το φόβο σας στο χώμα με τα πόδια, –

 

όλη η γη συμμετέχει.»

 

Αγία Πετρούπολη, 2018

 

`

*

V

 

*

μαύρος ήλιος αντί της ημέρας ανατέλλει, μαστιγώνοντας τη γη, κι εμείς περιμένουμε

τη συνεύρεση˙ έξοδος, προχωράμε ως κλωστές φωτός, χωρίς κοινά, από-νοώντας τους χώρους,

το κινητό μου σχεδόν αποφορτισμένο, το γράφω αυτό για να καταγραφεί: η άκρη της νύχτας,

σαν κολλώδης αφρός, μαζεύεται στις άκρες των ματιών.

φτάσαμε στα όρια.

 

κανείς αγαπημένος δε θ’ ανοίξει τα μάτια.

κανείς από τους επιζώντες δε θα είναι ίδιος.

 

κόκκινα πρόσωπα σε σιντριβάνια πετρελαίου… καμένα κτίρια…

 

ήξερα τόπους όπου από δίψα γλείφουν το αλμυρό κίτρινο έδαφος,

όπου σκοτώνουν χωρίς να κοιτάνε τα αίματα,

τόπους όπου φυλάνε τον αέρα απολαμβάνοντας τις ανταύγειες των ηλιακών μπαταριών,

όπου πίνουν δροσερό prosecco κάτω τον θόλο του ουράνιου τόξου…

φτάσαμε στα όρια.

 

τα τελευταία έντομα σε διάφορες άκρες του κόσμου επικονιάζουν το καφετί μπουμπούκι:

 

μίσος.

 

το κινητό μου σχεδόν αποφορτισμένο, το γράφω αυτό για να καταγραφεί: η άκρη της νύχτας

είναι άλλη, με άλλους, και πάλι

το βιβλίο της παρακμής εξερράγη

πλησίον της φωτιάς.

 

Βουκορέστι, 2018

`

 

 

********************************************

`
Η Galina Rymbu  είναι ποιήτρια, μεταφράστρια και επιμελήτρια από τη Ρωσία, μέλος της διαχειριστικής ομάδας των λογοτεχνικών βραβείων Αρκάντι Ντραγκομόσενκο με έδρα την Αγία Πετρούπολη.