Το έργο αποτελεί διασκευή των «Αναμνήσεων από το σπίτι των νεκρών» του Ντοστογιέφσκι, την περιγραφή του καιρού που πέρασε εξόριστος σε στρατόπεδο συγκέντρωσης στη Σιβηρία. Στα 90 λεπτά της η όπερα του Γιάνατσεκ αναβιώνει έναν κόσμο απόγνωσης.

 

`

**************************************************

Απόσπασμα από το βιβλίο «Αναμνήσεις από το σπίτι των πεθαμένων»

σε μετάφραση Άρη Αλεξάνδρου

`

ΣTIΣ AΠOMAKPEΣ ΓΩNIEΣ της Σιβηρίας, ανάμεσα στις στέπες, τα βουνά ή τ’ αδιάβατα δάση, συναντάει κανείς πού και πού κάτι μικρές ασήμαντες πολιτείες, με χίλιους, το πολύ δυο χιλιάδες κατοίκους, με δύο εκκλησίες –η μια μέσα στην πόλη κι η άλλη στο νεκροταφείο– πολιτείες που μοιάζουνε περισσότερο μ’ ένα κεφαλοχώρι κοντά στη Μόσχα. Συνήθως είναι με το παραπάνω εφοδιασμένες με αρχιαστυνόμους, με παρέδρους κι όλους τους άλλους κατώτερους υπαλλήλους. Γενικά, αν και στη Σιβηρία κάνει κρύο, ο κάθε μικροζεστοθεσούλης το βρίσκει εξαιρετικά ευχάριστο να υπηρετεί εκεί πέρα. Γιατί εκεί ζούνε άνθρωποι απλοί, χωρίς φιλελεύθερες τάσεις. Oι συνήθειες είναι παλιές, γερές και οι αιώνες όχι μόνο δεν τις άλλαξαν, αλλά τις καθαγιάσανε κιόλας. Oι υπάλληλοι –που με το δίκιο τους παίζουνε το ρόλο των ευγενών της Σιβηρίας– είναι ή ντόπιοι ριζωμένοι Σιβηριανοί ή όσοι ήρθανε απ’ τη Ρωσία, απ’ τις μεγαλουπόλεις οι περισσότεροι, γιατί τους τράβηξαν οι έκτακτοι μισθοί, τα διπλά οδοιπορικά κι οι δελεαστικές ελπίδες για το μέλλον. Όσοι απ’ αυτούς ξέρουν να λύσουν το πρόβλημα της ζωής, μένουν σχεδόν πάντα στη Σιβηρία και μ’ απόλαυση ριζώνουν εκεί. Και πάντα προκόβουν. Μα οι άλλοι, οι επιπόλαιοι, κι όσοι δεν ξέρουν να λύσουν το πρόβλημα της ζωής, σύντομα νιώθουν πλήξη στη Σιβηρία και ρωτάνε θλιβερά τον εαυτό τους: «γιατί κουβαληθήκαμε εδώ πέρα;» Αυτοί περιμένουν μ’ ανυπομονησία να τελειώσει το τρίχρονο συμβόλαιο της υπηρεσίας τους κι όταν τελειώσει, αμέσως φροντίζουν για τη μετάθεσή τους και γυρίζουν στο σπιτάκι τους βρίζοντας και κοροϊδεύοντας τη Σιβηρία. Δεν έχουν δίκιο: Όχι μονάχα απ’ την άποψη της υπηρεσίας, μα κι από πολλές άλλες απόψεις αν εξετάσει κανείς το πράμα, φτάνει στο συμπέρασμα πως μπορεί να ζήσει κανείς θαυμάσια εκεί. Το κλίμα είναι υπέροχο. Υπάρχουν πολλοί αξιοπρόσεχτοι και φιλόξενοι μεγαλέμποροι, υπάρχουν πολλοί Ευρωπαίοι και αρκετοί πλούσιοι. Oι δεσποινίδες ανθίζουν σαν τα τριαντάφυλλα κι είναι ηθικές ως εκεί που δεν παίρνει. Το κυνήγι πετάει μέσα στους δρόμους και πέφτει μόνο του πάνω στον κυνηγό. Η κατανάλωση της σαμπάνιας φτάνει σε αμέτρητες ποσότητες. Το χαβιάρι είναι θαυμαστό. Η συγκομιδή σε μερικά μέρη είναι δεκαπέντε προς ένα. Γενικά μια γης ευλογημένη. Φτάνει μονάχα να ξέρεις να την εκμεταλλευτείς. Στη Σιβηρία ξέρουν και την εκμεταλλεύονται.

Σε μια απ’ αυτές τις εύθυμες κι ευχαριστημένες με τον εαυτό τους πολιτείες, με τον πιο αξιαγάπητο πληθυσμό, που η θύμησή τους θα μείνει για πάντα στην καρδιά μου, συνάντησα τον Αλέξαντρο Πετρόβιτς Γοριάντσικοβ.

Είχε γεννηθεί στη Ρωσία κι ήταν ευγενής και γαιοχτήμονας. Καταδικάστηκε σ’ εξορία και καταναγκαστικά έργα δεύτερης κατηγορίας επειδή σκότωσε τη γυναίκα του κι όταν τελείωσε η δεκάχρονη ποινή του, έμεινε στη μικρή πολιτεία Κ. για να ζήσει ήσυχα κι ήρεμα το υπόλοιπο της ζωής του. Ήταν δημότης μιας κοντινής κοινότητας, μα ζούσε μέσα στην πόλη και τούτο γιατί εκεί πέρα μπορούσε κάπως να βγάζει το ψωμί του κάνοντας τον δάσκαλο. Στις σιβηριανές πολιτείες συναντάς συχνά δασκάλους πρώην καταδίκους. Μα δεν τους περιφρονούν καθόλου. Και τούτο γιατί οι περισσότεροι διδάσκουν και γαλλικά, πράμα εντελώς απαραίτητο για μια σταδιοδρομία και που γι’ αυτά δε θα ’χαν ιδέα δίχως αυτούς σε κείνες τις απόμακρες γωνιές. Πρωτογνώρισα τον Αλέξαντρο Πετρόβιτς στο σπίτι ενός γηραλέου, έμπειρου και φιλόξενου δημοσίου υπαλλήλου, του Ιβάν Ιβάνοβιτς Γβοζντίκοβ, που είχε πέντε κόρες διαφορετικής ηλικίας που για όλες τους μπορούσε να έχει κανείς τις καλύτερες ελπίδες. O Αλέξαντρος Πετρόβιτς τούς έκανε μάθημα τέσσερεις φορές τη βδομάδα με τριάντα ασημένια καπίκια κάθε φορά. Μόλις τον είδα, η εμφάνισή του μού κίνησε το ενδιαφέρον. Ήταν ένας εξαιρετικά χλομός κι αδύνατος άνθρωπος, κάπως νέος ακόμα, κάπου τριάντα πέντε χρονών, μικρόσωμος, ασθενικός, πάντα καθαροντυμένος, μ’ ευρωπαϊκά ρούχα. Όταν του μιλούσαμε κοίταζε πολύ επίμονα και προσεχτικά, άκουγε την κάθε λέξη με αυστηρή ευγένεια, σαν να τη σκεπτόταν, σαν να του δίνατε να λύσει κανένα πρόβλημα με την ερώτησή σας ή να θέλατε να του αποσπάσετε κανένα μυστικό και, τέλος, απαντούσε καθαρά και σύντομα, με λέξεις όμως τόσο ζυγιασμένες, που νιώθατε ξαφνικά κάπως άβολα και χαιρόσαστε κι ο ίδιος, όταν τελείωνε η κουβέντα. Ρώτησα αμέσως τον Ιβάν Ιβάνοβιτς κι έμαθα πως ο Γοριάντσικοβ κάνει μια ανεπίληπτη και ηθική ζωή και πως αν δε ζούσε έτσι, ο Ιβάν Ιβάνοβιτς δε θα τον δεχόταν δάσκαλο για τις κόρες του. Όμως έμαθα ακόμα πως είναι τρομερά μισάνθρωπος, κρύβεται απ’ όλον τον κόσμο, είναι πολύ μορφωμένος, διαβάζει πολύ, δε μιλάει σχεδόν καθόλου και γενικά πως είναι αρκετά δύσκολο να πιάσεις κουβέντα μαζί του. Μερικοί βεβαιώνανε πως είχε τρελαθεί πραγματικά, αν και βρίσκανε πως ουσιαστικά αυτό δεν ήταν δα και τόσο μεγάλο ελάττωμα. Πως πολλοί απ’ τους ευυπόληπτους δημότες της πολιτείας ήταν έτοιμοι να περιποιηθούνε με κάθε τρόπο τον Αλέξαντρο Πετρόβιτς και πως αυτός μπορούσε να φανεί και χρήσιμος ακόμα. Nα γράφει δηλαδή αιτήσεις και τα παρόμοια. Υποθέτανε πως στη Ρωσία θα ’χε αρκετούς συγγενείς, ίσως μάλιστα και σημαντικούς, μα ξέρανε πως αυτός απ’ την πρώτη μέρα της εξορίας του έκοψε κάθε σχέση μαζί τους. Με μια λέξη, λέγανε πως κάνει κακό στον εαυτό του. Ξέρανε πως είχε σκοτώσει τη γυναίκα του, τον πρώτο κιόλας χρόνο της παντρειάς τους, για λόγους ζηλοτυπίας και πως παραδόθηκε μονάχος του. (Αυτό μετρίασε πολύ την ποινή του). Γιατί κάτι τέτοια εγκλήματα τα θεωρούν σαν δυστύχημα και λυπούνται τον δράστη. Μα, παρ’ όλα αυτά, αυτός ο παραξενιάρης απόφευγε επίμονα τους ανθρώπους, εκτός πια απ’ τις ώρες που έκανε μάθημα.

Στην αρχή δε μου ’κανε και μεγάλη εντύπωση, μα σιγά σιγά χωρίς κι εγώ να ξέρω γιατί, άρχισε να μ’ ενδιαφέρει. Είχε κάτι το αινιγματικό. Δεν υπήρχε η παραμικρή δυνατότητα να πιάσει κανείς κουβέντα μαζί του. Φυσικά, απαντούσε πάντα στα ερωτήματά μου και μάλιστα μ’ έναν τρόπο σαν να μου ’δειχνε πως το θεωρούσε πρωταρχική του υποχρέωση. Μα ύστερ’ από τις απαντήσεις του δίσταζα να τον ξαναρωτήσω. Ακόμα και το πρόσωπό του ύστερ’ από κάτι τέτοιες κουβέντες έδειχνε κούραση και πόνο. Θυμάμαι ένα υπέροχο καλοκαιριάτικο βράδυ που φύγαμε μαζί απ’ του Ιβάν Ιβάνοβιτς. Ξαφνικά μου ’ρθε η ιδέα να τον καλέσω σπίτι μου να καπνίσουμε κανένα τσιγάρο. Δεν μπορώ να περιγράψω τη φρίκη που σχηματίστηκε στο πρόσωπό του. Τα ’χασε εντελώς, άρχισε να τραυλίζει κάτι ασύνδετες λέξεις και ρίχνοντάς μου απότομα ένα οργισμένο βλέμμα το ’βαλε στα πόδια. Έμεινα κατάπληχτος. Από τότε, κάθε φορά που με συναντούσε, με κοίταζε σάμπως με κάποιο φόβο. Μα εγώ επέμεινα. Κάτι με τραβούσε κοντά του, έτσι που ύστερ’ από κανένα μήνα, χωρίς κανένα λόγο, πήγα απρόσκλητος στου Γοριάντσικοβ. Φυσικά το φέρσιμό μου ήταν ανόητο κι εντελώς χωριάτικο. Είχε νοικιασμένο ένα δωμάτιο στο σπίτι μιας γριάς, στην άκρη της πολιτείας. Η γριά είχε μια κόρη φυματική κι αυτή ένα μικρό νόθο κορίτσι, ένα χαρούμενο και χαριτωμένο κοριτσάκι ίσαμε δέκα χρόνων. Την ώρα που μπήκα, ο Αλέξαντρος Πετρόβιτς καθόταν μαζί της και της μάθαινε ανάγνωση. Μόλις με είδε τα ’χασε, σαν να τον έπιασα να κάνει κανένα έγκλημα. Σηκώθηκε απότομα απ’ την καρέκλα και με κοίταζε μ’ ορθάνοιχτα μάτια. Τέλος καθίσαμε. Παρακολουθούσε επίμονα το κάθε μου βλέμμα, σάμπως και υποπτευόταν πως η κάθε μου ματιά μπορούσε να ’χει μια ιδιαίτερη μυστική σημασία. Κατάλαβα πως ήταν καχύποπτος μέχρι τρέλας. Με κοίταζε με μίσος σχεδόν σα να με ρωτούσε: «Πότε θα μου αδειάσεις τη γωνιά;» Άρχισα να του μιλάω για την πολιτεία μας, για τα τελευταία νέα. Αποδείχτηκε πως όχι μονάχα δεν ήξερε τα πιο συνηθισμένα και πασίγνωστα νέα της πολιτείας, μα πως ούτε καν ενδιαφερόταν να τα μάθει. Του μίλησα τότε για τον τόπο μας και τις ανάγκες του. Μ’ άκουσε σιωπηλός και με κοίταζε τόσο παράξενα στα μάτια, που στο τέλος άρχισα να ντρέπομαι για την κουβέντα μας. Κι όμως παρά λίγο να τον κάνω να ενδιαφερθεί με τα καινούργια βιβλία και τα περιοδικά μου. Μόλις τα είχα πάρει από το ταχυδρομείο και τού τα πρότεινα έτσι καθώς ήταν, μ’ άκοπα ακόμα τα φύλλα. Τα κοίταξε μ’ ένα βλέμμα γεμάτο πόθο, μα στη στιγμή άλλαξε γνώμη κι αρνήθηκε την προσφορά, λέγοντας για δικαιολογία πως ήταν πολύ απασχολημένος. Τέλος, τον αποχαιρέτησα και βγήκα νιώθοντας να φεύγει ένα τεράστιο βάρος απ’ την καρδιά μου. Αισθανόμουνα ντροπή και μου φαινόταν τρομερά ανόητο που ενοχλούσα έναν άνθρωπο που η μοναδική του φροντίδα ήταν το πώς να κρυφτεί καλύτερα απ’ όλον τον κόσμο. Όμως, ό,τι έγινε, έγινε. Θυμάμαι πως δεν είδα καθόλου σχεδόν βιβλία στο δωμάτιό του, που θα πει πως άδικα λέγανε πως διάβαζε πολύ. Μα πάλι, περνώντας μια-δυο φορές με αμάξι κάτω απ’ τα παράθυρά του πολύ αργά τη νύχτα, είδα φως. Τι έκανε λοιπόν ξαγρυπνώντας ως την αυγή; Μήπως έγραφε; Κι αν έγραφε, τι ακριβώς;
Oι δουλειές μου μ’ αναγκάσανε να φύγω για τρεις μήνες από τη μικρή μας πολιτεία. Όταν γύρισα, ήταν πια χειμώνας. Έμαθα τότε πως ο Αλέξαντρος Πετρόβιτς είχε πεθάνει το φθινόπωρο. Πέθανε στην απόλυτη μοναξιά του. Oύτε μια φορά δε φώναξε γιατρό. Στην πολιτεία τον είχανε σχεδόν ξεχάσει. Το δωμάτιό του έμενε ξενοίκιαστο. Γνωρίστηκα αμέσως με τη σπιτονοικοκυρά του μακαρίτη, έχοντας σκοπό να μάθω τις ασχολίες του νοικάρη της κι αν έγραφε τίποτα. Με είκοσι καπίκια την κατάφερα να μου φέρει ολάκερο μάτσο χαρτιά που τ’ άφησε ο μακαρίτης. Η γριά ομολόγησε πως είχε χαλάσει κιόλας δυο τετράδια. Ήταν μια βλοσυρή και σιωπηλή γυναίκα που δύσκολα μπορούσες να της αποσπάσεις κάτι σημαντικό. Για το νοικάρη της δεν μπόρεσε να μου πει τίποτα το καινούργιο. Μονάχα πως σχεδόν ποτέ του δεν έκανε τίποτα και μήνες ολάκερους δεν άνοιγε βιβλίο κι ούτε έπιανε πένα στα χέρια του. Όμως τις νύχτες περπατούσε πάνω-κάτω μέσα στο δωμάτιο κι όλο κάτι σκεφτόταν και μερικές φορές μιλούσε κιόλας μόνος του. Ακόμα, πως είχε αγαπήσει πολύ την εγγονή της, την Κάτια, και μάλιστα από τότε που έμαθε πως τη λέγανε Κάτια. Πως κάθε χρόνο, της Αγίας Αικατερίνης, πήγαινε στην εκκλησιά κι έκανε κάποιο μνημόσυνο. Τους επισκέπτες δεν μπορούσε να τους υποφέρει. Έβγαινε απ’ το σπίτι του μόνο για να κάνει μάθημα στα παιδιά. Στραβοκοίταζε κι αυτή ακόμα τη γριά, όταν ερχότανε μια φορά τη βδομάδα για να συγυρίσει λιγάκι το δωμάτιό του, και τρία χρόνια δεν άλλαξε ούτε λέξη σχεδόν μαζί της. Ρώτησα την Κάτια αν θυμόταν το δάσκαλό της. Αυτή με κοίταξε σιωπηλή, ύστερα γύρισε κι ακούμπησε στον τοίχο κλαίγοντας. Πάει να πει πως αυτός ο άνθρωπος μπόρεσε κι έκανε κάποιον να τον αγαπήσει.
Πήρα τα χειρόγραφά του και μια ολάκερη μέρα τα εξέταζα. Τα τρία τέταρτα ήταν ασήμαντες σημειώσεις ή μαθητικά γυμνάσματα με ορθογραφικά λάθη. Μα υπήρχε κι ένα τετράδιο αρκετά χοντρό, πυκνογραμμένο και μισοτελειωμένο. Καταπώς φαίνεται, ο ίδιος ο συγγραφέας θα το παραπέταξε και το ’χε ξεχάσει. Ήταν η περιγραφή –μια περιγραφή χωρίς σταθερή συνέχεια– της δεκάχρονης ζωής του Αλέξαντρου Πετρόβιτς στο κάτεργο. Σε μερικά μέρη η περιγραφή κοβόταν από κάποιαν άλλη αφήγηση, με κάτι παράξενες, φοβερές αναμνήσεις που ήταν ριγμένες άταχτα και σπασμωδικά στο χαρτί. Λες και γράφτηκαν σ’ έξαψη και κάτω από μια πίεση. Διάβασα αρκετές φορές αυτά τ’ αποσπάσματα και πείστηκα σχεδόν πως γράφτηκαν σε στιγμές τρέλας. Μα οι σημειώσεις απ’ το κάτεργο –«Σκηνές απ’ το σπίτι των πεθαμένων», όπως τις λέει ο ίδιος κάπου στο χειρόγραφο– μου φάνηκαν πως έχουν ενδιαφέρον. O εντελώς καινούργιος κόσμος που ως τώρα δεν τον ξέραμε, μερικά παράξενα γεγονότα, μερικές σημειώσεις για τους ανθρώπους που καταστράφηκαν, με τραβήξανε και τα διάβασα με περιέργεια. Φυσικά, μπορεί να κάνω και λάθος. Για δοκιμή, διαλέγω απ’ την αρχή δυο-τρία κεφάλαια. Ας κρίνουν οι αναγνώστες.