Όταν σε μια πόλη, κομμάτια της οποίας παρακολουθούμε σταδιακά να βυθίζονται στη λήθη και να δημιουργούν οξύμωρα σχήματα για να επαναπροσδιορίσουν το είναι τους, ένας νέος πειραματιστής αυτοπαρουσιάζεται στο πρώτο λογοτεχνικό του πόνημα ως ένας από τους «εκριζωμένους ανάριθμους», αναγνωρίζουμε με την πρώτη ματιά το θάρρος και το στοχασμό που τον οδηγούν στη δική του Οδύσσεια. Οι ρωγμές και οι θύελλες που παραμονεύουν στο δρόμο της απελευθέρωσης της αλήθειας, από τις πρώτες σειρές γνωστοποιούν πως είναι ο δρόμος του πόνου. Η έντασή του βάζει τον αναγνώστη κατευθείαν στο πετσί του πρωταγωνιστή ενίοτε καθηλώνοντας και ενίοτε υποδαυλίζοντας την εξομολογητική του πορεία. Ο αφηγητής, πάνω στο σκαρί της γραφής του, προκαλεί το πέλαγος. Εκφραστής της ανησυχίας, έχει να θέσει πολλά ερωτηματικά αλλά και πολλά θαυμαστικά κατά των νωχελικών και φιλήσυχων εκτελεστών. Ένα ωμό άρωμα του δρόμου κεντρίζει το σκοτεινό πυρήνα της πραγματικότητας για να τινάξει τις παρωπίδες της πόλης. Και η πόλη;

Το αστικό τοπίο εισβάλλει από το παράθυρο ή περικυκλώνει τον ήρωα με τη βουή του, σε μια σχεδόν τηλεοπτική εναλλαγή εικόνων – γεννημάτων του Γκόγια. Άνθρωποι, ζώα και μηχανές ξεπηδούν από το τσιμέντο σαν πλοκάμια μιας αεικίνητης Βαβέλ επιφέροντας ρήγματα στον ψυχισμό. Τα θραύσματά του αντανακλούν την απουσία του Άλλου, πασχίζουν να γεμίσουν ένα έρεβος στο πεδίο των ορμών. Σκοντάφτουν στη συνεχή αποδόμηση των απανταχού υπαλλήλων της κανονικότητας ενώ χάρη σε αυτούς οι εκμεταλλευτές και οι εκμεταλλευόμενοι, πιασμένοι σε ένα νοσηρό δεσμό, ανατροφοδοτούν τον Ουροβόρο.

Ο πρωταγωνιστής σε αυτό το καφκιανό σύμπαν έχει μια μυθική χροιά της Μαύρης Θάλασσας. Οι μνήμες τον τρέφουν ταξιδεύοντας στις χαμένες ονειρικές πατρίδες. Στην αφήγηση εμπλέκεται μια βιβλικότητα την οποία ενισχύει τελετουργικά η φαντασίωση της νεκρικής δυσκαμψίας, σημείο αναφοράς του κύκλου της ζωής, μια μορφή αδράνειας πριν από την αρχή των πάντων. Για να καταστεί δυνατή αυτή η αρχή, είναι απαραίτητο το τραγικό στοιχείο της κάθαρσης. Μια Ταυρίδα δεν αρκεί για να εξιλεώσει τον ήρωα ως Ορέστη αλλά κάνει τον αφηγητή να φανερώσει ανεπιτήδευτα το ανάστημά του. Υπερασπίζεται τον κατατρεγμένο όπου Γης και στηλιτεύει τον κόσμο των βιτρίνων, πολύ ανυπόμονο για να κοπιάσει για την οδυνηρή νοηματοδότηση της Ύπαρξης. Μαζί με τις βιτρίνες καταρρέουν οι πατροπαράδοτες μορφές που κρύβονται πίσω από αυτές σαν άδεια και ανούσια σαρκία. Τα ιερά και τα όσια της μετα-μεταμοντέρνας εποχής αυτογελοιοποιούνται παγιδεύοντας τον ήρωα σε ένα σκηνικό του Ιονέσκο όπου μονολογεί με μια ιαματική δόση μαύρου χιούμορ.

Όσο παρακολουθούμε τις εξελίξεις να τον τζογάρουν και να τον πετούν χάμω σαν έρμαιο του βουβού κινηματογράφου, αντιλαμβανόμαστε πόσο εκτεθειμένος είναι, ακινητοποιημένος σε ένα αταίριαστο σενάριο. Μας ιντριγκάρει για να ταυτιστούμε μαζί του και να στρατευτούμε μαζί του στην υπόθεση της Ειλικρίνειας. Στην προσπάθεια να ξεφύγει από το μακάβριο κουκλοθέατρο, οπλισμένος πότε με μια πανκ και πότε με μια μπλουζ αισθητική, ο πρωταγωνιστής φαίνεται να παρηγορείται με το χρώμα και τη ζεστασιά που αφήνουν στο παρασκήνιο οι όμορφες παρουσίες, με την ελπίδα να φτάσει σε «ύπαρξης υπέρβαση». Πιστός στο στόχο του, δεν αφήνει κανένα μυστικό, καμιά ιδιοκτησία, καμιά καθωσπρεπιστική νόρμα. Όμως βρίσκεται ξανά και ξανά στον «Πύργο» του, αντιμέτωπος με τους κούφιους ανθρώπους και τους άγριους καιρούς, φτερό στον άνεμο. Από το σημειωματάριό του βγαίνει το φάντασμα του Ρεμπώ, προσκαλώντας τους περπατητές του λόγου να συγκεραστούν την ξύπνια και πικρή γεύση μιας ορθάνοιχτης ψυχής.

 

*

Οι γκόμενες με τ’ ανυπότακτα βλέμματα

Μ’ αρέσουν οι γκόμενες με τ’ ανυπότακτα βλέμματα
Και τα αμακιγιάριστα επαναστατημένα πρόσωπα
Που κάθονται με τα όλο αυτοπεποίθηση πόδια ανοιχτά, αδειάζοντας τον Φρόυντ
Και όταν άκεφες συμβεί να δουν πάπα πιάνουν το οργισμένο τους αιδοίο
Που τα χρηστά τα ήθη έχουν ως λίστα αποφυγής
Κι αν τις ρωτήσεις θα σου πουν πως η μωρία του Πάρη φταίει για την δυστυχία ενός ολόκληρου λαού και όχι μια γυναίκα
Που ανελλιπώς ανταποκρίνονται στο κάλεσμα των υπερήφανων κλειτορίδων τους
Κι όσους λωτούς, παράνομους καρπούς τους κάνει κέφι δοκιμάζουν
Που για κάποιου Δον Ζουάν τον αμφίβολο ανδρισμό δεν παρέδωσαν τον ερωτικό τους ναό στη βουλιμία
Και στους Θρασύδειλους σεξιστές γίνονται εσκεμμένα εφιάλτης θυμίζοντας τους λικνιζόμενες του Τειρεσία τη ρήση
Που το ένστικτο το μητρικό θωρούν με δυσπιστία
Κι αδιαφορούν αν στα λευκά διαβούν την εκκλησία
Που όμως ξέρουν ν’ αγαπούν και ν’ αγαπιούνται
Και θηλυκότητα τους να μην απαρνιούνται.

 

`

*************************************************************

 

Ο Κώστας Κωνσταντινίδης γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη όπου μεγάλωσε και ζει. Έχει σπουδάσει στο Le Conservatoire a Rayonnement Regional de Versailles και είναι μουσικός. Ποιήματά του έχουν δημοσιευθεί σε ποιητικούς ιστοτόπους και διαδικτυακά περιοδικά. Το “Με το μαχαίρι στο κόκαλο” είναι η πρώτη του ποιητική συλλογή.