Αφήνεις τη ζωή να κυλάει από τα σπλάχνα σου.
Ένα του καλοκαιριού προσμένεις να πεθάνεις δείλι.
Τους χειμώνες μπροστά στον καθρέφτη σου
δοκιμάζεις το σάβανο σου.
Πένθιμο ρούχο που μυρίζει αρμύρα.
Κατάστικτο από τα αίματα της σφαγής
των καλοκαιρινών σου λιογερμάτων.
Ένα χέρι άρπαξε τον ήλιο
θυσία για τα πένθιμα σου καλοκαίρια.
Ποτάμι το αίμα έβαψε τα στάχυα κόκκινα.
Ένα ολάκαιρο χωράφι κόκκινα του αίματος στάχυα
και δυο σαν σκέλεθρα χέρια να μαζεύουν τους θερινούς καρπούς
με αιμάτινο να σου κλείσουν το στόμα ψωμί.

Στα βλέφαρα σου οι τελευταίες του λιογέρματος σταγόνες.
Ανοιγοκλείνεις τα μάτια και το φως
βάφει το πρόσωπο σου κόκκινο.
Στα πέταλα του νυχτολούλουδου ξαποσταίνεις το γυρτό σου σώμα.
Στις πτυχώσεις του φωτός μετράς τη ζωή σου.
Αυτή που φύτρωσε στα δάχτυλα του θεριστή
λίγο πριν ξημερώσει φθινόπωρο.
Θυμάσαι μια θάλασσα από στάχυα
και τα ξερά να γεμίζουν αρμυρό νερό χωράφια.
Νεκρά καβούρια και άδεια όστρακα φυτρώνουν στα αγριόχορτα
ριζώνουν βαθιά ανάμεσα στη γλυκόριζα και στο μελισσόχορτο.
Πένθιμη η σπορά κι εσύ ο θεριστής με τα ξόβεργα για βλέφαρα
να μαζεύεις νεκρούς γλάρους και καλοκαιρινό φως.

Στα μάτια σου απάνω χορεύει με ρούχα αρλεκίνου ο θάνατος
την παντομίμα των κυμάτων
με τα πόδια χωμένα στο θαλασσόχορτο.
Πλάι του μια με σκισμένα ρούχα μπαλαρίνα
να γεύεται την αρμύρα από τα νεκρά σου μάτια
την πράσινη ίριδα που χορτάριασε στον ανοιχτό σου τάφο.
Δυο δεν βρέθηκαν ακόμα χέρια με χώμα να σε σκεπάσουν
να μερέψεις κάτω από τον ήλιο
εκεί στο χωράφι με τα κόκκινα στάχυα.

Ένα σκοινί δένεις στον αυγουστιάτικο ήλιο
το σώμα σου να ξαποστάσεις.
Κουράστηκες από τους χειμώνες
και ο Αύγουστος φτάνει πάντα με ήχους
από το θίασο του θανάτου
που ενδήμησε στην ψυχή σου
εκείνο των δώδεκα χρόνων σου το καλοκαίρι.
Τα βήματα του ακολουθούν τα μικρά του δωδεκάχρονου πόδια.
Φύκια αναρριχούνται στα κοκαλιασμένα δάχτυλα.
Καρκινοβατεί στη ζωή που αφήνει πίσω του.
Από άδεια όστρακα φτιάχνει την κούνια του
κι από κάτω τα άνυδρα βράχια σκεπασμένα με κέντρανθους.
Μια του Αυγούστου θάλασσα ψέλνει το νανούρισμά του.

Από τα μάτια μου τα καλοκαίρια γεύεται το νερό.
Στη σφαγή του ήλιου τρόχιζε στο σώμα μου το μαχαίρι.
Με του θανάτου το δρεπάνι
θερίσαμε φέτος τις αχτίδες του αυγουστιάτικου λιογέρματος.