ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ

`

Γεννήθηκα στις 13 Απριλίου 1947 στην Πάτρα, σε ένα νεοκλασικό, Αράτου 33 και Κορίνθου. Παλιά, αστική
οικογένεια, που ήρθε στην Πάτρα από τους Δελφούς στις αρχές του 19ου αιώνα. Ένας πρόγονός μου που λεγόταν
Γιάννης Μικρούτσικος –γνωστός και ως Γοργόγιαννος– είχε ένα καΐκι και έκανε εμπόριο, Πάτρα – Γαλαξίδι – Ιτέα. Γύρω στο 1830 εγκαθίσταται στην Πάτρα. Έκανε τρία παιδιά, ένας ήταν ο Αριστείδης. Αυτή είναι η πρώτη γενιά των Μικρούτσικων στην Πάτρα.  Ο Αριστείδης έκανε γιους και κόρες, ένα από τα παιδιά του ήταν ο παππούς μου ο Στέργιος. Ο παππούς πέθανε όταν η γιαγιά μου ήταν τεσσάρων μηνών έγκυος στον πατέρα μου, γι’ αυτό και ο πατέρας μου πήρε το ίδιο όνομα, Στέργιος. Στα χρόνια τους έφτιαξαν ένα εργαστήριο, που αργότερα εξελίχτηκε σε εργοστάσιο ζυμαρικών. Το εργοστάσιο χρεοκόπησε το 1937.
Ήταν μία αστική, συντηρητική οικογένεια. Ήταν σκάνδαλο που ο πατέρας μου, ως φοιτητής μαθηματικών την περίοδο 1932-36, επέστρεψε στην Πάτρα ως κομμουνιστής. Ήταν  ένας από τους λίγους δακτυλοδεικτούμενους κομμουνιστές στην Πάτρα εκείνη την εποχή, ένας ‘δικός τους’ που αλλαξοπίστησε. Γιατί, ναι μεν η Πάτρα κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα είχε ένα σημαντικό κίνημα αναρχικών –εννοώ θεωρητικών του αναρχισμού, οπαδών του Προυντόν–, αλλά μην ξεχνάμε πως ήταν μια πόλη που έβγαζε πρωθυπουργούς.  Ο πατέρας μου επέστρεψε έναν χρόνο πριν χρεοκοπήσει το εργοστάσιο. Όλη η οικογένεια έμενε σε μία σειρά νεοκλασικών – μάλιστα, όταν πρωτολειτούργησαν οι αστικές συγκοινωνίες, υπήρχε Στάση Μικρούτσικου. Το σπίτι ήταν μεγάλο, ψηλοτάβανο, με ζωγραφιές και μαιάνδρους στο ταβάνι (έγραψε ο Καρυωτάκης: «μαίανδροι στο χορό τους με τραβάνε») και παρατηρώντας καθημερινά αυτά τα σχήματα μου έγιναν οικεία.

`
Ο πατέρας μου, λίγο πριν γεννηθώ, ήταν καθηγητής μαθηματικών στο Αγρίνιο. Τον έδιωξαν από το σχολείο, λόγω
πολιτικών φρονημάτων, και έκανε φροντιστήρια. Ήταν πολύ αγαπητός στους μαθητές του, κάτι που αποδεικνύεται από το εξής γεγονός. Η Αιτωλοακαρνανία ήταν μία περιοχή στην οποία κυριαρχούσαν οι οπαδοί του ΕΔΕΣ και του Ζέρβα. Οι μαθητές του –στην πλειοψηφία τους από οικογένειες ‘Ζερβικών’– έκριναν σκόπιμο να τον συνοδέψουν μετά την απόλυσή του με τα πόδια μέχρι τον Γαλατά, φοβούμενοι ότι ο ΕΔΕΣ θα επιχειρούσε να τον σκοτώσει, πράγμα σύνηθες εκείνη την περίοδο. Θυμάμαι έντονα εικόνες από τα δύο-τρία πρώτα χρόνια της ζωής μου. Ο αδερφός του πατέρα μου –ο οποίος ήταν υπεύθυνος για το εργοστάσιο– ήταν ένας πολύ μορφωμένος άνθρωπος, γλωσσομαθής, αλλά έζησε μια μποέμικη ζωή, με πολλά ταξίδια στο εξωτερικό, με αποτέλεσμα τη χρεοκοπία του εργοστασίου.

Γνώρισε τη γυναίκα του αμαξά της οικογένειας, την ανάγκασε να χωρίσει από τον άντρα της, την παντρεύτηκε, έκαναν παιδιά, αλλά κατά τη διάρκεια της Κατοχής εξαφανίστηκε. Η οικογένειά του έμεινε στον αέρα. Μετά την Κατοχή, παρά τις οικονομικές δυσκολίες, πήρε ο πατέρας μου τη γυναίκα του αδερφού του και τα τρία παιδιά και τους έφερε σπίτι να ζήσουμε όλοι μαζί. Απέναντι από το σπίτι, υπήρχε  ένα ιδιωτικό σχολείο –του Σωτηρχόπουλου– που το χρησιμοποίησε η Γκεστάπο στην Κατοχή για φυλακές. Όταν έκαναν πρόβες τα παιδιά –το 1949– για τους σχολικούς εορτασμούς των εθνικών επετείων, άκουγα από το μπαλκόνι μου τους σαλπιγκτές και τους τυμπανιστές και ‘ξεσήκωνα’ όλους τους ρυθμούς τους με απόλυτη ακρίβεια σε ένα μικρό τυμπανάκι.

`

Ο πατέρας μου ασχολήθηκε ενεργά με τον αθλητισμό, ήταν καθηγητής διαιτησίας στο ποδόσφαιρο, ενώ είχε ιδιαίτερη αγάπη στο μπάσκετ, στον στίβο και στο πόλο. Κάποια μέρα του 1950, περπατώντας με τον πατέρα μου και κρατώντας τον από το χέρι, στην οδό Ερμού και Κορίνθου, βγαίνει από κάποια πόρτα ένας φασίστας που είχε κι εκείνος ενεργή σχέση με τα αθλητικά –κάποιος Ντάβαρης– και φωνάζει στον πατέρα μου: «Μικρούτσικε Ζαχαριάδη»! Ήταν η εποχή μετά την ήττα της Αριστεράς στο δεύτερο αντάρτικο και είχαν αρχίσει οι εξορίες, τα δικαστήρια, οι εκτελέσεις. Του το φώναξε με τέτοιον τρόπο σαν να τον κατέδιδε. Ο πατέρας μου παρέμεινε ήρεμος, εγώ είχα ταραχτεί πολύ, επιστρέψαμε σπίτι και αναφέραμε το γεγονός στον νονό μου, ο οποίος ήταν ένα νέο παιδί είκοσι χρονών. Ο νονός μου παίρνει ένα ποδήλατο, κατεβαίνει στο κέντρο, στην Αγίου Νικολάου, τον βρίσκει και τον πλακώνει στο ξύλο. Θυμάμαι πόσο πολύ είχα χαρεί!

Ο άλλος θείος μου, ο Αριστείδης –που δεν τον γνώρισα ποτέ–, ήταν ένας σημαντικός διανοούμενος της εποχής του, προσωπικός φίλος του Παναγιώτη Κανελλόπουλου. Πέθανε το 1939 στο Νταβός της Ελβετίας από φυματίωση. Ήταν παντρεμένος με την Ηλέκτρα Παπαμικροπούλου, η οποία ήταν μία ιδιαιτέρως καλλιεργημένη γυναίκα και πολύ καλή πιανίστα. (Η αδερφή της, η Αντιγόνη Παπαμικροπούλου, είναι η πρώτη σημαντική νεοελληνίδα συνθέτις – έχω αρκετές παρτιτούρες των συνθέσεών της στο αρχείο μου). Όταν πέθανε ο θείος μου, τα τρία πιάνα της οικογένειας σκεπάστηκαν με μαύρα κρέπια και έμειναν ‘σιωπηλά’ για δώδεκα ολόκληρα χρόνια: η θεία μου αρνιόταν να ξαναπαίξει πιάνο. Κάποια μέρα, ανεβαίνοντας τα εβδομήντα σκαλιά του σπιτιού της για να της δώσω κάτι που της έστελνε η γιαγιά μου, μου ζήτησε να περάσω μέσα να μου δείξει κάτι. Με παίρνει από το χέρι και με πηγαίνει στο διπλανό δωμάτιο. Με μία της κίνηση τραβάει το μαύρο ύφασμα και αποκαλύπτει το πιάνο. Επάνω του μία παρτιτούρα του Σούμπερτ [Schubert]. Αρχίζει να παίζει. Μόλις τελειώνει, βλέποντάς με μαγεμένο και αποσβολωμένο, παίρνει τα χέρια μου και, λέγοντάς μου «Τώρα θα παίξουμε μαζί», βάζει τα δάχτυλά μου στα πλήκτρα. Ε, λοιπόν το αίσθημα εκείνης της ηλεκτρικής εκκένωσης το νιώθω έντονα ακόμα και τώρα. Δεν λέει να με αφήσει πενήντα έξι χρόνια!

`
Στον μεγάλο σεισμό του 1953 που χτύπησε τα Επτάνησα και κατέστρεψε την Κεφαλονιά, πήγαινα πρώτη δημοτικού.
Ήρθαν στην Πάτρα πολλοί πρόσφυγες από την Κεφαλονιά και τη Ζάκυνθο, μεταξύ των οποίων και η Λίζα Σινιγάλια,
καθηγήτρια πιάνου. Έμεινε στο κέντρο της Πάτρας σε ένα  σπίτι-παράγκα και παρέδιδε μαθήματα. Ήταν η πρώτη μου δασκάλα, κάναμε μαθήματα μέχρι τον θάνατό της. Γράφτηκα στη Φιλαρμονική Εταιρεία – στην οποία ήταν
καθηγήτρια η Σινιγάλια. Η Φιλαρμονική Εταιρεία λειτουργούσε ως παράρτημα του Ωδείου Αθηνών. Θυμάμαι τη διαδρομή από το σπίτι μου στη Φιλαρμονική, κάποια απογεύματα, υπέροχοι περίπατοι σε ήσυχους δρόμους. Από τη δευτέρα δημοτικού μέχρι και την έκτη, βυθίζομαι στη μελέτη της κλασικής μουσικής. Καθόμουν πολλές ώρες παίζοντας πιάνο στο μεγάλο σαλόνι του σπιτιού μας, και συχνά χανόμουν σε αυτοσχεδιασμούς επάνω σε εκείνα τα μοτίβα που μελετούσα.

`
Αξίζει να σου διηγηθώ δύο γεγονότα. Το πρώτο αφορά τις εξετάσεις που έδωσα στο ωδείο, σε ηλικία επτά χρονών. Ο
διευθυντής του Ωδείου Αθηνών ερχόταν στην Πάτρα και παρακολουθούσε τις εξετάσεις των μαθητών της Φιλαρμονικής. Διευθυντής του Ωδείου Αθηνών ήταν ο Ιωσήφ Μπουστίντουι, ο οποίος είχε έρθει στην Ελλάδα από την Αυστρία το 1904. Σε εκείνες τις εξετάσεις είχα παίξει τη σονάτα op. 49 αρ. 2 του Μπετόβεν [Beethoven], άρρωστος με πυρετό πάνω από τριάντα εννιά. Πρέπει να τον εντυπωσίασα, γιατί στο τέλος ο Μπουστίντουι ανέβηκε στη σκηνή και με πήρε αγκαλιά. Κάλεσε τους γονείς μου και τους είπε πως έχουν να κάνουν με ένα μεγάλο ταλέντο το οποίο δεν θα μπορέσει να εξελιχτεί στην Ελλάδα και πρέπει να με στείλουν στο Λονδίνο. Οι γονείς μου, έπειτα από σκέψη, απάντησαν αρνητικά. Αξιολογώντας μετά από χρόνια την απόφασή τους, θεωρώ πως έπραξαν το σωστό γιατί η άποψή μου για τα ‘παιδιά θαύματα’ είναι συγκεκριμένη, και θεωρώ πως η συντριπτική πλειονότητα των περιπτώσεων δικαιώνει αυτήν μου τη θέση. Τα ‘παιδιά-θαύματα’, μόλις περάσουν την ηλικία των είκοσι,
σπανίως έχουν ανάλογη συνέχεια.

[…]

`

************************************************************

ΣΥΝΟΨΗ

`

«Το ξέρω πως στο τέλος θα ηττηθώ από τον χρόνο. Μέχρι τότε προσπαθώ να τον κερδίζω στα σηµεία».

Από την Πάτρα του 1947 µέχρι την Ελλάδα του Μνηµονίου, ο Θάνος Μικρούτσικος µιλάει για τη ζωή του, το τραγούδι, την πολιτική.

Σηµάδια που «κέρδισε» από τον χρόνο και σηµάδια που ο ίδιος έβαλε στον χάρτη του νεοελληνικού πολιτισµού. Γεγονότα, σκέψεις, συναισθήµατα µιας συναρπαστικής διαδροµής.

Παρεµβάλλονται κείµενα του Οδυσσέα Ιωάννου, µατιές και σκέψεις του επάνω στις αφηγήσεις του συνθέτη.