αυτοματικός (βιο)μηχανισμός

τι ανόητο κορίτσι·

δεν μπορεί ποτέ ν’αποφασίσει
αν
είν’ουρανός ή καθρέφτης
το γυάλινο ταβάνι
που -πάντα- θρυμματίζεται

κι έχει γράψει
πολλές φορές
η ίδια
για αλλόκοτες ανθήσεις

ανόητο κορίτσι,
τι κάνεις όταν η αυγή χωλαίνει;

βλέμμα υακίνθου

βρέχει θαλερή μάσκα·
γράφει το λυκαυγές
ξεχασμένα λόγια στο χαρτί
για εκείνη
τη θαλασσόδαρτη υπνοβάτισσα
που παρίστανε το φεγγάρι

πίστεψε για λίγο πως
περπατά σε αχανείς ερήμους
τα πέλματά της από πάγο
βρίσκουν ανακούφιση για την αμφιθυμία
σαν λιώνουνε στην άμμο,
μαζί με κάθε βεβαιότητα

γυμνή κάτω από ένα παλτό
φτιαγμένο από νύχτα
-και η νύχτα θύελλα-
με το γυάλινό της μάτι
θαμπωμένο από αρρωστημένες εικόνες
πίνει σταγόνες αλατισμένες με κοράλλι

μα, κάθε που ξυπνάει
λαχταράει να γίνει άστρο
κι ας είναι ντυμένη
για το τίποτα