ΠΡΩΤΗ ΚΑΙ ΚΑΛΥΤΕΡΗ!!!

Οργιαστικός Σολδάτος για πάντα!!! Φελλινικός, σατυρικός (με ύψιλον), μεσογειακός, γονιμολατρικός, παγανιστής, αποενοχικός, ερωτικός και μεταφυσικός (ως θεατρική σύμβαση μόνο)…

 

Μα πού αλλού; Στο Studio Κυψέλης, όπου ο Γιώργος Λιβανός φιλοξενεί κάθε λογής αιρετική φωνή κι αξιοσημείωτη μορφή σε αυτό το ατμοσφαιρικότατο «θέατρο δωματίου» που μοιάζει με καμπαρέ του Μεσοπόλεμου.

 

ΤΟ ΒΡΑΔΥ ΠΟΥ Η ΜΑΙΡΥΛΙΝ ΠΕΡΑΣΕ
ΣΤΗ ΛΕΩΦΟΡΟ ΤΩΝ ΑΣΤΕΡΙΩΝ

Από, δια, μετά, παρά, αμφί, από, υπό, υπέρ, περί, ανά, κατά

Γιάννη Σολδάτο

 

 

Πληθωρική παράσταση. Χορταστική σε όλα της. Και σε διάρκεια. Και σε ταλέντο. Και σε μουσική. Και σε χρώματα. Και σε ερμηνείες. Και σε ένα κείμενο τόσο ποιητικό που παραπέμπει στις αναγεννησιακές γιορτές που είχαν τόσο έντονο το θεατρικό στοιχείο έτσι ώστε να θεωρούνται επάξια κληρονόμοι της οργιαστικής, γονιμολατρικής, παγανιστικής Αρχαιότητας. Ούτως ή άλλως, το καρναβαλικό στοιχείο, καθώς και τα ελληνορωμαϊκά θεάματα (ανεξαρτήτως άρτου κι αρτοκλασίας) παρέπεμπαν σε μια προ-μονοθεϊστική ακολασία, όπου το σώμα δεν είχε πάρει ακόμα διαζύγιο από την ψυχή και το πνεύμα κι η ενοχή δεν είχε τρυπώσει για τα καλά σα σαράκι στο μήλο της ζωής. Ο Φελλίνι είναι πιο κοντά σε αυτό το στοιχείο. Ο Αλμοδόβαρ φαίνεται σα να χάνει το χιούμορ του, ειδικά στην τελευταία ταινία με τον αυτομαστιγωτικό μελοδραματικό τίτλο «Πόνος και δόξα». Ο Επτανήσιος όμως Γιάννης Σολδάτος είναι άξιο τέκνο μιας περιοχής που έδωσε λαμπρά δείγματα αναγεννησιακής οπτικής και προοπτικής. Ανασκολοπίζει το Χόλυγουντ και τον χιλιοτραγουδισμένο μύθο του με μια μεταφυσική μυθιστορία, που ενίοτε λειτουργεί και σαν παραβολή, όπου δεν αφήνεται τίποτα όρθιο. Αποδομούνται όλα, ισοπεδώνονται, κατακρημνίζονται… Χωρίς όμως και να καταδικάζονται. Προσέξτε το αυτό! Αντιθέτως, εξαγνίζονται κι εξευμενίζονται, εξανεμίζονται σχεδόν στις ριπές του ποιητικού χωροχρόνου, όπου τα πάντα είναι ρευστά σύμφωνα με τον «σκοτεινό» Ηράκλειτο. Όμως εδώ καμία σκοτεινιά δεν παρεισφρέει. Όλα είναι παλ κι εξαϋλωμένα σαν πίνακες του Παρθένη, σαν νεορομαντικούς πίνακες της Νοτίου Ευρώπης, όπου το φως είναι φως κι ο ήλιος λάμπει το ίδιο επί δικαίων και αδίκων.

Ο Γιάννης Σολδάτος φιλοτεχνεί το πλέον περίπλοκο έργο του. Σωρεία θεατρικών συμβάσεων μέσα σε άλλες συμβάσεις, πλήρης αποδόμηση ακόμα και των μετανεωτερικών αμηχανιών κι αδιεξόδων. Το παιχνίδι με τα είδωλα και τους καθρέφτες παραπέμπει σε τσίρκο, σε λούνα-παρκ, σε καρναβάλι. Ο νοητικός καταιγισμός διασώζεται χάρη στη σωματικότητα και στη διαρκή επωδό του σεξ ως μέσου επικοινωνίας αλλά και αποξένωσης. Τα νιάτα και τα γηρατειά ως ψευδαίσθηση, ως κόλαφος κι αγωνία, τα παυσίπονα, τα αγχολυτικά και το αλκοόλ ο μόνος τρόπος, το μόνο μέσον προκειμένου να αντέξεις μια ρηχή, επαναλαμβανόμενη, μηχανική ζήση.

Ο βίος όλων εκείνων των επιφανών αστέρων που χάθηκαν σαν κομήτες (αν όχι και σαν διάττοντες, όπως η ενωρίς αυτοκτονημένοι, οι δραπέτες ενός χιλιοφορεμένου ονείρου), οι αυταπάτες μιας δόξας τόσο καταναλωτικής και καταναλώσιμης που δεν απέχει σημαντικά από τα εμπορικά προϊόντα μιας χρήσεως. Η εμπορευματική διάσταση της καλλιτεχνίας, ο ηθοποιός σαν «κρέας» (φρέσκο ή μπαγιάτικο) στο τσιγκέλι του κρεοπωλείου με το ειρωνικό όνομα «Χόλυγουντ», που κάθε άλλο παρά «ιερό βουνό» είναι. Μάλλον «ο βράχος της αμαρτίας, της ανομίας, της αστοχίας, της ματαιοδοξίας, της κουφιοκεφαλιάς, της επιπολαιότητας, της ανοησίας, της υποκρισίας…» θα του ταίριαζε περισσότερο. Παρ’ όλ’ αυτά όλοι συντρέχουν εκεί και διαγκωνίζονται ποιος θα παραβγεί τον πλησίον του σε θράσος κι αμοραλισμό. «Κάθε θαύμα τρεις ημέρες και το πιο μεγάλο τέσσερις». Όχι όμως και για αστέρες όπως η Μονρόε που δανείζει το όνομά της στον μακροσκελή τίτλο. Εκεί τα πράγματα και τα όντα παίρνουν αρχετυπικές διαστάσεις, γίνονται σύμβολα, βιώνουν την ενσαρκωμένη μοναξιά τους κι απελευθερώνονται ίσως με τον Θάνατο που μοιάζουν να επιθυμούν. Χωρίς να φιλοδοξούν να μεταστούν σε πλατωνικά ύψη, δίχως να οραματίζονται κανέναν τέλειον «κόσμον των ιδεών» ή κάποια «ιδανική πολιτεία», αφήνονται απλώς στη βαρύτητα και στη νοσταλγία για το χώμα, που θα τους λυτρώσει, μέσα στην υγρή αγκαλιά του, από τα φώτα… τόσο εκτυφλωτικά. Τραγικά όντα ετούτα τα θύματα της εικόνας τους. Δεν μπορούν να λυτρωθούν ούτε μετά θάνατον. Καταδικασμένα να περιπλανιούνται αιώνια μέσα στις φαντασιώσεις, στα απωθημένα τους εγκλωβισμένοι, επαναλαμβάνοντας διαρκώς σπαράγματα ρόλων που έπαιξαν (ή που θα ήθελαν να παίξουν), λησμονούν ακόμα και τους ερωτικούς τους συντρόφους (εναλλάξιμοι κι ανταλλάξιμοι ούτως ή άλλως), λησμονούν και τον ίδιο τον εαυτό τους, μεγεθυμένοι και μεθυσμένοι στο πανί της λευκής οθόνης, μικρή κι αξιολύπητοι στο κρεβάτι του τάφου τους, ή στον τάφο του κρεβατιού τους. Ένας σβώλος χώμα που αποζητά τη σκόνη, τη στάχτη κι ονειρεύεται τη σποδό.

Ποιητικό και σκηνικό επίτευγμα του Γιάννη Σολδάτου ευτύχησε να σκηνοθετηθεί από τον Γιώργο Λιβανό σε μια παράσταση ποταμός που αν ήταν συντομότερη δεν θα μας έβαζε τόσο στην εφιαλτική αλλά και γιορταστική ατμόσφαιρα του Επέκεινα που εικονοποιεί χωρίς φόβο και πάθος, αλλά με τη σοφία της ενσυναίσθησης και τη βαθιά επίγνωση της ματαιότητας των πάντων. Ακόμα και της Έβδομης Τέχνης…

Ηθοποιοί, χορευτές, μουσικοί, τραγουδιστές, όλοι αυτοί οι εκλεκτοί καλλιτέχνες του θιάσου «θεατρίνων θεατές» υπηρέτησαν σωστά το συγγραφικό και σκηνοθετικό όραμα υπάρχοντας κι ανασαίνοντας σε αυτή τη μικρή, στενή και χαμηλοτάβανη υπόγεια σκηνή, δίνοντας ακόμα άλλη μία διάσταση που παραπέμπει συμβολικά στην ασφυκτική συνύπαρξη όλων μας στον πλανήτη γη, ειδικά τώρα που οι οικολογικές ισορροπίες απειλούνται με πλήρη απορρύθμιση.

Όλος ο κόσμος μια σκηνή κι όλη η ζωή σαν ταινία του Χόλυγουντ μετά που θα καταλαγιάσει ο ενθουσιασμός και θα μείνουν μόνο τα σκονισμένα κορμιά κι οι σκουριασμένες αναμνήσεις.

Μην χάσετε αυτή την παράσταση. Ορθώς επιχορηγήθηκε από το Υπουργείο Πολιτισμού. Επιτέλους, κάποια πράγματα πρέπει να ενισχύονται.

Δεν θα ξεχωρίσω κανέναν από τους άλλους συντελεστές, εκτελεστές, ερμηνευτές και καλλιτέχνες που δίνουν την ψυχούλα τους προκειμένου να δώσουν σώμα και μορφή, οντότητα και περιεχόμενο στα φαντάσματα του συλλογικού πανανθρώπινου συνειδητού.

Χειροκροτήστε τους:

Κείμενο: Γιάννης Σολδάτος

Σκηνοθεσία-Φωτισμοί: Γιώργος Λιβανός

Σκηνικά-Κοστούμια:  Δέσποινα Βολίδη

Μουσική: Σάκης Τσιλίκης

Κινηματογράφηση: Γιάννης Σολδάτος

Χορογραφίες: Σίμωνας Πάτροκλος

Μοντάζ: Αντώνης Μανδρανής

Φωτογραφίες: Ζώης Τριανταφύλλου Σφακιανάκης & Κώστας Βολιώτης

Special effect- 3d animation: Γιώργος Λιβανός – Αντώνης Μναδρανής

Θεατρολογική ανάλυση: Μαρία Βλάχου

Γραφιστικά: Ειρήνη Γκολέμη

Βοηθός σκηνοθέτη: Νερίνα Καμπασάκη

Βοηθός χορογράφου: Μαρία Δρακοπούλου

Υποβρύχιες λήψεις : Χρήστος Σολδάτος

Fotos μετώπης – προγράμματος : Ζώης Τριανταφύλλου Σφακιανάκης

Επικοινωνία: Νατάσα Παππά

Πρωταγωνιστούν:

Καίτη Ιμπροχώρη, Νίκος Γιάννακας, Γιάννης Τσιώμου, Μάνος Χατζηγεωργίου, Σοφία Μπεράτη , Όλγα Πρωτονοταρίου,  Μαρία Δρακοπούλου, Σόνια Κωτίδου, Σωτήρης Αντωνίου, Φραγκίσκος Βαφειάδης, Μάνος Τσιβιλής, Γωγώ Φάκου

Στον ρόλο της Μαίρυλιν η Νίνα Ακτύπη.

Τους στίχους υπογράφουν ο Γιώργος Λιβανός και η Μαριάννα Τόλη ( πρόκειται για επιλογή από στίχους που είχε γράψει η ίδια για την ομάδα).

Ζωντανά στο πιάνο θα συνοδεύει την παράσταση η Νίκη Γκουντούμη.

 

 

 Το θέατρο στην πλήρη θεατρικότητά του. Η ποίηση στον μέγιστο δυνατό υλοποιήσιμο βαθμό της ποιητικότητας. Και μην φοβάστε τη θεατρική σύμβαση. Είναι απολύτως αποκωδικοποιήσιμη για επαρκείς θεατές. Οι υπόλοιποι ας αφεθούν απλώς στη …μαγεία.

 

 `

*

ΥΠ’ ΑΡΙΘΜΟΝ ΔΥΟ ΑΛΛΑ ΌΧΙ ΚΑΙ …ΔΕΥΤΕΡΗ 

 

Στο Θέατρο ΠΡΟΒΑ σπεύστε!!!! Ελίζε Βιλκ «Η μέση διάρκεια ζωής ενός πλυντηρίου», σε σκηνοθεσία Νίκου Σακαλίδη και ερμηνεία Μαίρη Ραζή, Σωτήρη Τσόγκα και Κωνσταντίνας Κουτουλάκη. Μια παράσταση για γέλια και για κλάμματα, για προβληματισμούς αλλά και για διασκέδαση, αμιγή ψυχαγωγία. Μόνον πολύ καλοί και έμπειροι ηθοποιοί μπορούν να επιτύχουν αυτόν τον άθλο. Η Μαίρη Ραζή για πολλοστή φορά άξια για βραβείο ερμηνείας, πολυεπίπεδης και πολυπρισματικής. Αυτή η γυναίκα μπορεί να δώσει ζωή και σε ένα …σκουπόξυλο!!! Λέμε τώρα… Μεταφορικώς ομιλώντες, πάντοτε.

 

Κάθε φορά που πάω στο Θέατρο Πρόβα κι ανεβαίνω εκείνη τη στριφογυριστή ξύλινη σκάλα νιώθω πως πηγαίνω σπίτι μου κι ετοιμάζομαι να απολαύσω ένα ζεστό τσάι με μια ξεχωριστή (πάντα!!!) παράσταση. Γιατί ο Σωτήρης Τσόγκας είναι σπουδαγμένος στο περίφημο Max Reinhardt Seminar κι έχει «μύτη». Ξέρει να ξεχωρίζει το πρώτο θεατρικό πράγμα από τα ρετάλια και τα δευτερο-τρίτης διαλογής απολειφάδια. [Ονόματα δεν λέμε – οικογένειες (θεατρικές) δεν θίγουμε].

Αυτή τη φορά παραξενεύτηκα. Γιατί για λίγα λεπτά φοβήθηκα πως θα απολαύσω την ανυπόφορη μονοτονία της μικροαστικής παρακμιακής ζωής όπως την σατιρίζουν τα δευτεροκλασάτα σκετς για συνοικιακές εκδηλώσεις. Γρήγορα όμως το θέαμα απογειώθηκε. Χάρη στο μπρίο και στην πρόσθετη εσωτερική ενδυνάμωση και των τριών εξαίρετων πρωταγωνιστών που έφτιαξαν το δικό τους δημιούργημα, ένα «μετακείμενο» ξεκαρδιστικό και πρωτοφανέρωτο, μετεξέλιξη του αρχικού γραπτού. Η νεαρά θεατρική συγγραφέας Ελίζε Βιλκ δρέπει δάφνες διεθνώς, αφού ανακάλυψε τον τρόπο να φιλοτεχνεί παλίμψηστα με όπλο την επαναληπτικότητα, δίκην ρεφραίν ή leit-motiv…

Δεν θα σας πω άλλα για να μην προδώσω την υπόθεση του έργου κι αποκαλύψω τις παγίδες και τα τεχνάσματά του. Σας προτρέπω όμως να το ανακαλύψετε μονάχοι σας και σας υπόσχομαι πως θα γελάσετε με όρεξη. Ακόμα κι αν δεν είχατε από πριν, ειδικά τότε…

 `

*

ΥΠ’ ΑΡΙΘΜΟΝ 3:

«Τα 7 κουτιά της Πανδώρας» καταδεικνύουν τον Βασίλη Ζιώγα ως αθάνατο δραματουργό, αιρετικό, προκλητικό, ρηξικέλευθο, εικονοκλαστικό…

 

 

Εντάξει, όταν βλέπεις το έργο ενός συγγραφέα που αγαπάς κι είχες την τιμή και τη χαρά να τον δεις από κοντά και να ζήσεις στο σπίτι του ανεπανάληπτες εορταστικές στιγμές, με το πανταχού παρόν διονυσιακό στοιχείο της αμείωτης χαράς της ζωής, με το διαφορετικό χιούμορ και την ανατρεπτική διάθεση που δεν έφτανε ποτέ πέρα από τα όρια της αρμονίας, όταν ανάβεις ένα κεράκι στη μνήμη ενός ένθεου συγγραφέα που δεν χρειαζόταν να είναι και θεοφοβούμενος… ε, τότε πρέπει να ομολογήσω πως είσαι κάπως προκατειλημμένος και πως η κρίση σου θολώνει από τα φίλτρα της συναισθηματικής μεθέξεως σε ένα έργο που έχει γίνει ΚΑΙ δικό σου μέσα από τα χρόνια μελέτης και συνάφειας με το συνολικό έργο του δημιουργού του.

Παρακάμπτοντας όμως αυτή την εξομολογουμένη αμαρτία, πρέπει να δω το θέμα καθαρά από τεχνικής πλευράς. Κι εδώ, σε αυτό το σημείο, οφείλω να ομολογήσω τον θαυμασμό μου και την εκτίμηση (που τρέφω και διαρκώς ανανεώνεται από τις επιδόσεις της) στο πρόσωπο της σκηνοθέτιδος Φαίης Τζανετοπούλου που ανέδειξε τη ραχοκοκαλιά του κειμένου χωρίς να το αποδομεί μήτε και να το αναστηλώνει στα σημεία που ακουγόταν κάπως σεξιστικό κι ενδεχομένως αναχρονιστικό… το άφησε όπως ακριβώς είναι, το σεβάστηκε, το πόθησε θαρρείς με μύχιο τρόπο, ερωτικό, με όλα τα κύτταρα του κορμιού της και βασίστηκε πάνω σε δύο έμπειρους επαγγελματίες ηθοποιούς που το είδαν πολύ «προσωπικά» και το έκαναν κτήμα τους τόσο που να νομίζεις πως είναι κομμένο και ραμμένο πάνω τους. Τόσο πειστικοί ήταν. Κι η αληθοφάνεια δεν ήταν ποτέ το ζητούμενο ενός συγγραφέα που ήταν μάλλον υπερ-ρεαλιστής κι ενίοτε φουτουριστής, αποδομιστής, ακόμα και γκροτέσκος, ο,τιδήποτε άλλο όμως παρά ρεαλιστής, όσο κι αν απεχθανόταν αυτές τις ταμπέλες, τις κάθε είδους επιγραφές και ταξινομήσεις. Ως βιωματικός συγγραφέας και ιδιαίτερα αντισυμβατικός, προκλητικός άνθρωπος, δεν εξαιρούσε τον εαυτό του από την όποια πεζότητα του μικροαστισμού κι ακριβώς γι’ αυτό τον είχε πάντα και σταθερά στο στόχαστρό του. Όχι και λίγο, μήτε μικρό ή αυτονόητο πράγμα σε μία νεοελληνική πραγματικότητα που επί δεκαετίες μεσουρανούσε η ηθογραφία και ο επιθετικός, κακοήθης, ψυχοπαθολογικός νεορεαλισμός…

Η Βάνα Πεφάνη και ο Γιώργος Στριφτάρης φιλοτέχνησαν ένα δίδυμο σκηνικό σύμπλεγμα αμίμητο κι ανεπανάληπτο δίνοντας στα «7 κουτιά της Πανδώρας» την «οριστική» θα έλεγα, απολύτως νόμιμη και συμβατή με τις προθέσεις του συγγραφέα εκδοχή τους. Κι όσο κι αν αυτό δεν φαίνεται να μας ενδιαφέρει πια στη μετανεωτερική εποχή μας, εγώ σαν φίλος του Ζιώγα και χωρίς να είμαι «της παλιάς σχολής» (ή «παλαιάς κοπής»), ακόμη επικροτώ τους ερμηνευτές που σκύβουν με δέος πάνω στο πόνημα ενός λογοτέχνη, ειδικά όταν είναι καταξιωμένος στη συνείδηση του κόσμου και των ειδικών.

Βασίλη Ζιώγα είσαι αθάνατος. Είτε το ήθελες είτε όχι. Ξέρετε κι η αθανασία έχει τα ζοριλίκια και τα πείσματά της. Και δεν ανέχεται κολακείες και δοσοληψίες αντιπνευματικές.

`

*

ΥΠ’ ΑΡΙΘΜΟΝ 4:

«Το άνθος του γιαλού»: Μια  πρωτότυπη θεατρική σύνθεση έργων  του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη. Για 2η χρονιά στο Θέατρο ΕΞΑΡΧΗΣ

Χρόνια προσπαθώ να ξεκλειδώσω το μυστικό αυτής της γραφής: μισό ποιητικής, μισό παραμυθένιας, μα πάνω απ’ όλα δραματικής!!! Σα να ξεπήδησε από τις σκοτεινές νύκτες του ανθρώπου των σπηλαίων τότε που ο άνθρωπος κατέφευγε αταβιστικά σε τελετουργίες και μύθους προκειμένου να κατασιγάσει την ανασφάλεια εντός του και να μπορέσει να κοιμηθεί.

Από αυτή την άποψη είναι απολύτως ταιριαστό το λιτό σκηνικό του θεάτρου Εξαρχής, φωτισμένο με τέσσερα κεράκια κι αργότερα με ένα… με τις σεμνές σκιές των τριών τραγωδών να πηγαινοέρχονται και να ιερουργούν κεντώντας τους στίχους του μεγάλου μας πεζογράφου, που αγνοούσε το θέατρο, ήξερε όμως να ανιστορεί σε μία γλώσσα λόγια, πεποικιλμένη, μισό καθαρεύουσα μισό δημοτική, με τη χρήση ντοπιολαλιών και τοπωνυμίων της Σκιάθου, της ιδιαίτερης πατρίδας του. Αυτό το νησί μπορεί να το λέει στους αιώνες πως γέννησε έναν ποιητή της σκηνής, ακριβώς όπως ήταν ο Ευριπίδης…

Ο Παπαδιαμάντης δεν έγραψε για το θέατρο. Μήτε ο Βιζυηνός. Μήτε ο Ντοστογιέφκσι. Όμως αυτό δεν τους στερεί διόλου το πρωτογενές υλικό μιας εγγενούς, «φυσικής» θα έλεγα δραματικότητας που λάμπει στα γραπτά τους σαν τεράστιο πετράδι κατηργασμένον.

Οκτώ μέγιστοι λογοτέχνες από απελευθερώσεως της Ελλάδας και δημιουργίας του νέου ελληνικού κράτους δόξασαν την ελληνική γλώσσα στα πέρατα της οικουμένης: Κάλβος, Καβάφης, Σολωμός, Παπαδιαμάντης, Βιζυηνός, Σικελιανός, Καζαντζάκης, Ελύτης και Σεφέρης… Κι όλοι τους έγραψαν σε μια δική τους ιδιόλεκτο, εμπνευσμένη από την καθομιλουμένην αλλά χωρίς τους περιορισμούς κι υπερβαίνοντας τα όριά τους, ακόμα κι όταν νόμιζαν ή στόχευαν σε μία κάποια γλωσσική και συντακτική ορθότητα. Ακόμα και τότε παρεισέφρεαν κάποιοι «αθώοι» διασκελισμοί, κάποιες ανώδυνες «παραβάσεις» κι έδιναν άλλο νόημα στη φράση επιτυγχάνοντας αυτό που είναι ο σκοπός κάθε αληθινού λογοτέχνη: η αν-οικείωση με λέξεις φθαρμένες που έχουν χάσει πια την παρθενικότητά τους και δεν αντιστοιχούν πλήρως τα σημαίνοντα στα σημαινόμενα, εξ αιτίας της φθοράς και της «ανήθικης» χρήσης της γλώσσας, εξαιτίας ευκολιών, συντομεύσεων, παρεξηγήσεων και ατυχών παρηχήσεων που οδήγησαν τον ορθοπεδικό να γράφεται «ορθοπαιδικός» [sic].

Παρακολουθώντας αυτή την έξοχη παράσταση από ιδιαίτερους καλλιτέχνες που επιμένουν στην ποιότητα χωρίς να παρασύρονται από τις σειρήνες του συρμού, δίχως να ενδίδουν στις επιταγές της μόδας, συνήθως ξενόφερτης και ύποπτης στις καταναλωτικές της έξεις, ένιωσα για άλλη μια φορά αυτό που λέμε «μαγεία του θεάτρου» που δεν χρειάζεται πάμπολλα μέσα για να υπάρξει. «Ένα κερί αρκεί…» (για να θυμηθούμε τον Μεγάλο Αλεξανδρινό ποιητή Καβάφη). Κι ο ηθοποιός, όταν ηθοποιός είναι ξέρει πώς με ελάχιστες κινήσεις του κορμιού και χωρίς πολλά λυγίσματα της φωνής να μεταδώσει και το νόημα αλλά και τη συγκίνηση που το γέννησε.

Ο Παπαδιαμάντης είναι αθώος και άγιος. Ο Βιζυηνός είναι άγιος και μάρτυρας. Και οι δυο τους θα κοσμούν για αιώνες τις θεατρικές σκηνές μας ελλείψει άλλων, το ίδιο αγνών και γηγενών στο μεγάλο θαύμα τής ποίησης τού κόσμου. Ενός κόσμου, που παρά τις προκλήσεις του, εξακολουθεί να μας εξάπτει τη φαντασία και να μας καθηλώνει σε ένα συνειδητό ονείρεμα με ανοικτά τα μάτια. Έτσι είναι κι η παράσταση ετούτη. Στο Θέατρο Εξαρχής. Μην την χάσετε. Είναι σα να ανάβετε ένα κερί για τα πεθαμένα σας. Και για τα ζωντανά σας. «Υπέρ υγείας και φωτίσεως…».

 

`

*

`

ΣΥΝ ΜΙΑ ΚΙ ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΗ: 

Ένας υποδειγματικός Αρχιμάστορας Σόλνες
στο Θέατρο Εκάτη

 

 

Στο πάντα ατμοσφαιρικό κι ανακαινισμένο ποιητικό θέατρο Εκάτη κάθε saga του Βορρά προσγειώνεται σε πελασγικά εδάφη, μητριαρχικά κι αρχετυπικά. Στην συγκεκριμένη παράσταση το περίφημο «ιψενικό τρίγωνο» γίνεται τετράγωνο, αφού ο πληθωρικός κι αλαζόνας αρχιμάστορας δεν αρκείται σε μία ερωμένη αλλά ακόμα κι οι δύο δεν του φτάνουν. Και δεν τις φτάνει κι αυτός, όχι μόνον για να τις καλύψει ερωτικώς μα μήτε ψυχικώς, πλατωνικός. Αφού τον κατατρώει το σαράκι της ενοχής, η μεταφυσική του συνομιλία με το «Θείον» που τον υπερβαίνει και τον συντρίβει στο τέλος. Κάπου μεταξύ παράνοιας και θρησκοληψίας, αυτός ο ερεβώδης ιψενικός ήρωας αναμετριέται με το Άγνωστο, σαν πρωταγωνιστής αρχαίας τραγωδίας. Βιώνει την κατά-στροφή και δεν σώζεται, γιατί δεν υπάρχει πλέον στο αστικό δράμα «από μηχανής θεός» μήτε «αίσιον τέλος» για τους υβρίζοντες τα θεία, για τους υπερβαίνοντες τα εσκαμμένα, για τους φιλοδοξούντες πέραν του μέτρου και της θεοποιημένης Κοινής Λογικής των μικροαστών, που όλα τα μετρούν με τόκους κι επιτόκια κι αναμένουν πάντα διάφορο, το νόμιμο, θεσμοθετημένο ή παράνομο προσδοκώμενον κέρδος. Ακριβώς όπως με τον θεσμό του γάμου, αυτή τη σκληρή κι απάνθρωπη (στον Ίψεν και στον Στρίντμπεργκ) σύμβαση, όπου δύο ζώα συμφωνούν ή και αναγκάζονται να συνυπάρξουν στο ίδιο κλουβί επ’ αόριστον. Μέχρις ο θάνατος να τους χωρίσει. Κάτι που συμβαίνει εδώ. Και δεν το επιθυμούν όλοι. Εκτός από τον εμμέσως αυτοκτονήσαντα και την ποιητικώς ανισόρροπη, ελαφροΐσκιωτη μούσα του που έρχεται την κατάλληλη στιγμή (σα να την προσέλκυσε με άδηλες δυνάμεις της ψυχής του) για να τον βγάλει από το υπαρξιακό κι επαγγελματικό αδιέξοδο. Ως άλλος Ίκαρος πετρωθείς (ουχί «πτερωθείς») «έπεσεν κι απέθανεν ελεύθερος». Είχε διαβάσει ο Ερρίκος Ίψεν τις «Ωδές» του Ανδρέα Κάλβου; Δεν ξέρω.

Στην παράσταση τώρα. Η καινούργια χωροταξία του ανακαινισμένου θεατρικού χώρου με τα χαμηλά καθίσματα στην πρώτη σειρά και την υπερυψωμένη σκηνή δημιουργεί έναν αόρατο «τρίτο τοίχο» που συντείνει σε ένα γαλλικού τύπου «θέατρο δωματίου», αφού η σκηνή «Ιταλικού» τύπου έχει άλλες, πιο ενισχυμένες και περίπλοκες, εμπλουτισμένες με κουΐντες, «αέρια» και μηχανές…

Οι ηθοποιοί ήταν όλοι καταπληκτικοί. Ειδικά η Κυρία Πέπη Οικονομοπούλου που προσέδωσε ερεβώδες βάθος κι εσωτερικότητα σε έναν τόσο χιλιοπαιγμένο, ρηχό, συμβατικό κι άνευ εξελίξεως ρόλο.

Πειστικότατος στον ρόλο του Σόλνες ο Ανδρέας Μαριανός.

Δαιμονική η Χίλντε τής Αμαλίας Κλημοπούλου. Δίχως ίχνος επιτηδεύσεως, νεορομαντικής υπερβολικής ή νεοκλασικιστικής σχηματικότητος. Απολύτως πειστική κι αληθοφανής πέρα για πέρα. Ερμηνεία άξια για βραβείο, επειδή ισορρόπησε επικίνδυνα ανάμεσα στο παράλογο και στον μαγικό ρεαλισμό.

Νατουραλιστική, ηθογραφική σχεδόν η ερμηνεία της Λυδίας Παπακωνσταντίνου, που την βοηθούσε και το άκρως πειστικό, σχεδόν «χωριάτικο», «επαρχιακό» έστω, κοστούμι της.

Αξιοθαύμαστος ο Κωνσταντίνος Καρακώστας στον διπλό ρόλο του γέρο Μπρόβικ και του πάντα άγρυπνου και μεριμνούντος Γιατρού Χένταλ.

Η Βαλεντίνη Λουρμπά κατάφερε το ακατόρθωτο όλ’ αυτά τα χρόνια. Να στήσει ένα περιφερειακό «υπόγειο» που με τον καιρό έγινε «πόρτα θεατρική» κι έπεισε ακόμα και τους πιο δύσπιστους κι απαιτητικούς «επαρκείς θεατές».

Είναι δύσκολο να μεταφέρεις την σκανδιναβική δραματουργία σε εύκρατα γήϊνα μήκη και πλάτη και να εξακολουθείς να καθηλώνεις το κοινό έναν αιώνα μετά.

Μπαρόκ οι φωτισμοί του Γιάννη Ζέρβα.

Νατουραλιστικά αλλά κι αφαιρετικά τα σκηνικά και τα κοστούμια που φιλοτέχνησε ο σκηνογράφος-ενδυματολόγος Val-Delou.

Μία παράσταση που δεν θα σας απογοητεύσει.

Ο μεγάλος δραματουργός Ερρίκος Ίψεν επιβιώνει και ελλείψει άλλων σε αυτούς τους δύσκολους, μεταβατικούς και κρίσιμους καιρούς που βιώνουμε έντρομοι για τις κοσμογονικές αλλαγές που συντελούνται στον τομέα της Τεχνολογίας αλλά και της ψυχολογίας των μαζών.

Τελικά, οι ηρωϊκές μορφές είναι πάντα εξαιρετικές κι οπωσδήποτε αυτοκαταστροφικές. Των πνευματικών ανθρώπων συμπεριλαμβανομένων. Και πρωτοστατούντων.