Πάλι στα ίδια σκαλιά καθόταν κείνος ο άστεγος

γέροντας απ΄ τη Μέση Ανατολή, που να ξέρεις

και με κοίταξε με βλέμμα ανασηκωμένο

μ΄ ένα τσιγάρο δανεικό καρφωμένο στα χείλη

ένα βλέμμα που μου ΄ρθε να κλάψω

μες στην παγωνιά έκπληκτος απ΄ του κόσμου

την αδιαφορία.

Ως τη Δευτέρα Απουσία μεσολαβεί ένα έγκλημα

ή ένα γέλιο πες το νυχτερινή αναπόληση

ή κάποια σύγχυση λέξεων

δηλαδή σιγά τα πράματα αφού περιμένει

το μαξιλάρι στο σαλόνι σκέρτσο καθημερινό

για να ξεχνάς ανθρώπους

ένα παλιό καπρίτσιο να σκέφτεσαι:

άλλοι μιλήσανε ζωγράφισαν άλλοι

κύματα στέναζε το ακρογιάλι.

Όμως τα γέλια είν΄ ανείπωτα

όπως τα εγκλήματα

στους παράδρομους της νύχτας

φτάνεις κάποτε με δόντια σφιγμένα

βουρκώνεις από ένα βλέμμα

ένοχος νιώθεις για όσα δεν έκανες

όμως ανέχτηκες αλλού κοίταξες

και πέθανες μέσα στην κοροϊδία.

 

Λοιπόν, σήμερα βράδυ Χριστουγέννων

πέρασα πάλι απ΄ τα ίδια σκαλιά

άδεια και ποιος νοιάζεται βόλτες κάνουμε

όλοι μες στου κόσμου την αδιαφορία

βουρκώνουμε απ΄ του κόσμου το ωμέγα

λέξεις ταιριάζουμε ενύπνιες

δε μιλάμε δε γράφουμε πια ζούμε

αξιοζήλευτα με συγκάτοικους πρόσκαιρους

σαν τα καναρίνια μια ζωή αρχέγονη

αταίριαστη στη δικιά μας συγκατάβαση

στης φύσης τη διαρκή αστάθεια.

Άντε να μιλήσεις τώρα για σοβαρότητα

μέχρι θανάτου γελάς μπορεί

να σκέφτεσαι το δανεικό τσιγάρο

το έκπληκτο βλέμμα

την παγωνιά του κόσμου

κάποια παλιά καπρίτσια

πεθαίνεις όμως απ΄ του κόσμου

την αδιαφορία. Έτσι;

 

 

Καλές γιορτές λέμε τώρα

γιορτάζουμε τι; την παγωνιά την αστάθεια

τα βλέμματα τα καπρίτσια;

Τη ματιά του εμπόρου τ΄ ουρανού

το συναίσθημα και όσα χάσαμε κυνηγώντας

με βέλη στραβά έναν κύκλο μες την ομίχλη;

Αρκετά και χρόνια πολλά.