Manchmal, liebe ich dich nicht

trenne den Körper vom Rücken

und erhebe meine Hand nach vorne

den Hexenrumpf zu erreichen

Holunder einer Dünnen und Liebesunerfahrenen

die im Hof versteckt ist.

Manchmal, gleich wenn ich den Käfig in zwei Teile öffne

stecke ich die Haare auf, dass

die Blauen, die Grünen, die Paukenschlage Luft zufächeln

meine Locken gerade werden und

sich auf meinen Schultern ausbreiten wie du gewohnt warst deine Hände

auf meinem gesamten Hals zu legen

auch ein Stück von den Lippen berührend.

Manchmal, befühle ich mich ohne zu tasten

setze die Grenzen der Landkarte fest zwischen der

Brust und der Brust bis hin zu den dicken Gesäßbacken

der Schönheit.

Manchmal, ruf ich dem Aorist dich fromm anzufassen

um mich daran zu erinnern wie es war heimlich

den traurigen Freund

den nackten Mandelbaum

unsere leere Zigarettenschachtel zu beweinen

auf dem Bürgersteig mit offenem Kleid

so tun als kämest du vom Krieg zurück

genau derselbe verlangst mich dir zu beugen

Wasser ins Feuer zu werfen

und danach mich stumm hinzugeben

sobald der Sonnensperma unsere Tür in zwei Teile zerbricht

und frech in meine düstere Schamgegend hineinstürmt.

`
**
`

Φορές, δεν σ’ αγαπώ

χωρίζω το σώμα από τη ράχη

κι υψώνω χέρι κατά μπρος

να φτάσω τον κορμό μιας μάγισσας

κουφοξυλιάς λιγνής και ανέραστης

που ‘ναι κρυμμένη στον ακάλυπτο.

Φορές, που ανοίγω το κλουβί στα δυο

σηκώνω τα μαλλιά ψηλά να κάνουνε αέρα

τα μπλε, τα πράσινα, τα τυμπανοκρουστά

να ισιώσουνε οι μπούκλες μου και να στρωθούν

στους ώμους όπως τα χέρια σου που είχες το συνήθειο

να τα ακουμπάς σ’ ολόκληρο μου τον λαιμό

αγγίζοντας και λίγο από τα χείλη.

Φορές, με ψηλαφώ ανέπαφα

ορίζοντας τα σύνορα του χάρτη ανάμεσα στο

στήθος και το στήθος ως τους παχείς γλουτούς

της ομορφιάς.

Φορές, φωνάζω στον αόριστο να σ’ ακουμπήσει ευλαβικά

να θυμηθώ πως ήταν που κρυφά μοιρολογούσαμε

τον λυπημένο φίλο

την γυμνούλα μυγδαλιά

το άδειο μας πακέτο απ’ τα τσιγάρα

να βγω στο πεζοδρόμιο με το φουστάνι ανοιχτό

να κάνω πως γυρνάς από τον πόλεμο

ίδιος και απαράλλαχτος να μου ζητάς να υποκύψω

να βάλω νερό μες τη φωτιά

και έπειτα να σου δοθώ μουγκά

όταν το ηλιόσπερμα σπάσει την πόρτα μας στα δυο

και ξεχυθεί αυθάδικα στην σκοτεινή μου ήβη.

 

 

`

**********************

`

Die Häfen treffen sich. Durch Aphorismen, Klagefluchen und kleinen Wehen von Taschentüchern. Weiß. Schwarz. Grau. Jede Träne, ein vollendetes Lied. Jede Ohnmacht, ein verkürztes “werden“.

 

Jede Kreuzung, ein dummer Jesus.

 

Ich klemme mich hinter Fenstern im Kellergeschoß ein. Erhöhe die Indizien auf den Zenit. Die Böden nass geschwitzt. Die ganze Nacht, ein Wasser. Schmatzer roter Ameisen. Tagebücher von Matratzen vollständig leer. Mein Kompass ist durchgedreht. Zeigt ständig das “Du”.

 

Am Telefon sind alle mildherzig.

 

“Wie geht´s dir”, “Geld brauche ich”, “ich gab deiner Mutter die erste Feige des Feigenbaumes”, “du bist eine verdammte Scheiße wert”, “vergiss das Katzenfutter nicht”.

 

Vorgetäuschte Situationen an der Straßenkreuzung der Venen. Beim Totpunkt der Satan mit seinem Schwanz in Versteifung.

Abend. Mondlos. Und immerzu Rauchen der Wasserpfeife.

 

Der Abstand von den Fingern bis hin zum Loch, ein ganzes Heer glücklicher Möwen.

 `

****

`

Συναντιούνται τα λιμάνια. Μέσω αφορισμών, κλαψιάρικων ανάθεμα και μικρών κυματισμών από μαντίλια. Λευκά. Μαύρα. Ανθρακί. Κάθε δάκρυσμα, ένα ολόκληρο τραγούδι. Κάθε λιγοθυμιά, ένα κομμένο “θα”.

Κάθε σταύρωμα, ένας χαζός χριστός.

Μαγκώνομαι πίσω από υπόγεια παράθυρα. Ανεβάζω τις ενδείξεις στο ζενίθ. Μουσκεύω τα πατώματα με ιδρώτα. Όλη η νυχτιά, ένα νερό. Ρουφήγματα από κόκκινα μυρμήγκια. Ημερολόγια στρωμάτων ανελλιπώς κενά. Η πυξίδα μου τρελάθηκε. Δείχνει μονίμως στο “Εσύ”.

Στο τηλέφωνο είναι όλοι μαλακοί.

“Τι κάνεις;”, “λεφτά θέλω”, “έδωσα στη μάνα σου το πρώτο σύκο της συκιάς”, “σου αξίζει ένα γαμώσταυρο”, “μη ξεχάσεις της γάτας το φαΐ”.

Σικέ καταστάσεις σε τρίστρατο φλεβών. Στο νεκρό σημείο ο σατανάς με το καυλί του σε ανάταση. Βράδυ. Ασέληνο. Και κάργα τουμπεκί.

Η απόσταση από τα δάχτυλα στην τρύπα, στρατιά ολάκερη από ευτυχισμένους γλάρους.

 

 

`

**************************

`

`

 

Η Αγγελίνα Ρωμανού γράφει ποιήματα, διηγήματα και θεατρικά έργα. Βιβλία της έχουν εκδοθεί από διάφορους εκδοτικούς οίκους της Ελλάδας και του εξωτερικού και παράλληλα με την συγγραφή, ασχολείται με επιμέλειες λογοτεχνικών κειμένων.

Έχει σπουδάσει Διοίκηση Επιχειρήσεων, έχει μάστερ στην Πολιτιστική Επικοινωνία και συντονίζει εργαστήρια δημιουργικής γραφής.

Ζει στην Αθήνα.