(Σχεδιο εξωφύλλου: Απόστολος Ντέρτσας)

Ιούνιος

 

Ο Ιούνιος είναι ένας Mικρός Αλχημιστής.

Όσοι αιώνες κι αν περάσουν  θα πηγαίνει πάντα στην πρώτη τάξη.

Και πάντα θα είναι ερωτευμένος με τη δασκάλα του:

το μόνο σύννεφο στ’ ωραίο πρόσωπο του  κι όλο το φως του.

Γι’ αυτό δεν φοβάται κανέναν και τίποτα.

Γι’ αυτό είναι για τα πάντα ικανός.

Του   δίνεις μια δεκάρα χάλκινη

να πάει ν’ αγοράσει ένα κουλουράκι

και γυρνάει με μια άμαξα γεμάτη μετάξια και μαλάματα,

προικιό  στ’ αρίφνητα κοράσια

που γεννούν οι όμορφες, γενναίες  σκέψεις.

Και με μια τρουμπέτα χάλκινη.

Και με μια τρουμπέτα χάλκινη.

Και με μια τρουμπέτα χάλκινη.

Να χύνει   εκεί τις χαραυγές του

και να γεμίζουν   χρυσάφι τα μάτια κι οι  ψυχές.

Ο Ιούνης είναι ένας Μικρός Αλχημιστής.

Στα μελιά  μάτια του

ο κατάσπαρτος  κάμπος του θανάτου γίνεται μήτρα της ζωής.

Στα  γαλάζια τραυλίσματα του

μια θάλασσα εκρήγνυται και εξαγνίζει

τους εφιάλτες των κακών ύπνων.

Στην πιο μεγάλη μέρα του πεθαίνει ο χρόνος

και όλα γίνονται  Στιγμή δίχως  αρχή και τέλος.

Τα πυρωμένα δειλινά του είναι το ανεπαίσθητο όριο

που χωρίζει το λυκόφως της απόφασης

από την διάπλατη, έναστρη   νύχτα της ζωής.

 

Ο Ιούνης είναι ένας Μικρός Αλχημιστής.

Του δίνεις μια δεκάρα χάλκινη

και οι βροχές του σου κοινωνούν  τις μουσικές  του Μη Ορατού.

Και στο τέλος σου λέει πολλές φορές ευχαριστώ

και τ’ άστρα  του όλα στα  δίνει ρέστα.

 

`

*

 

Κορώνα κερδίζεις, γράμματα χάνω  

 

 

Πεθαίνει η μέρα

κάτω από ένα νόμισμα βαρύ

και ξένο.

Χάνει  τα φύλλα της.

Χάνει  τα λόγια της.

Στενεύει ο ορίζοντας της,

γίνεται ένα όμικρον μικρό

που δεν το ‘χει ανάγκη καμία λέξη.

Τα αγάλματα της   καίγονται αργά,

αβοήθητα,

απ’  το σβησμένο ηφαίστειο της μοναξιάς τους

που ανάβει ξάφνου.

Λάβα το δάκρυ τους.

Μα, οι πυκνοί καπνοί τους  δεν βρίσκουν ουρανό,

δεν βρίσκουν νύχτα.

Και  επιστρέφουν  φθονεροί

να πνίξουν  τα άστρα της γης.

 

 `

*

 

Πανηγύρι

Αιώνες τώρα , ρακένδυτοι,  κρυώνουν  οι νεκροί μας.

Στον   ύπνο μας  έρχονται καμιά φορά

και μας ζητούν ένα ρακόμελο να ζεσταθούν.

Ένα φιλί στα χείλη να ντυθούν.

Μια ανοιχτή και ηλιόλουστη  πλατεία, στα λόγια μας,

να κάνουν την μικρή τους βόλτα.

Ένα μνημόσυνο εκστατικό

με κλαρίνα, νταούλια κι αναστενάρικους χορούς.

Μια σκέψη μας  έστω και φευγαλέα,

μια σπίθα μας που θα τους βγάλει  απ’ το σκοτάδι και τη σκόνη.

Ή μια μικρή γωνιά στο νου μας να κηπεύσουν.

 

Γιατί  για κείνους ο  θάνατος είναι άλλος

κι αρνούνται πεισματικά να  του δοθούν.

 

Και πάντα τις χάρες μας, τις μικρές και τις μεγάλες, ανταποδίδουν.

Με  ρόδα που  μες στο καταχείμωνο ανθούν.

Μ’  ολόθυμους Ιούνηδες στο κρύο που δεν μας ανήκει.

Μ’ ένα αόρατο  χαρτονόμισμα,  που  κοπριά και κάματο μυρίζει,

στο ιδρωμένο μέτωπο του οργανοπαίχτη,

για να ξοφλήσουμε δάνεια καινούργια και παλιά.

Μ’  ένα ξωκλήσι να φέγγει κάτασπρο

στις κορυφές της σκοτεινής μας λύπης.

Μ’ ένα  κυπρί.

Μ’  ένα κυπρί  αρχαίων μυστηρίων

κρεμασμένο στου γκισεμιού τον σβέρκο

που ηχεί βαρύ και δυνατό

και τα καμένα χώματα γεμίζει με σιτάρι.

 

`

*

 

Χιονοθύελλα

Θα χιονίσει. Θα χιονίσει πολύ.

Είδα τον παππού στον όνειρο μου.

Αγέρωχος  ρίχνοντας τον ίσκιο του

στην ροδιά  που κάποτε φύτεψε με τα χέρια του.

Θ’  ασπρίσουν οι κορφές της σκέψης μας, θα κρουσταλλιάσουν.

Είχε μια κάπα βαριά και μου ‘λεγε πως να μπω στο παραμύθι,

στο παραμύθι της ζωής μου, στο δικό μου παραμύθι.

Από ποια πόρτα. Με ποιο κλειδί.

Μιλούσε με λιτές χειρονομίες.

Τα πειστικά  του δάχτυλα

κόβαν και ράβαν τον πυρωμένο ορίζοντα στα μέτρα μου.

Αυτή πρέπει να είναι η γλώσσα της αγάπης, σκεφτόμουν.

Θα αποκλειστώ στα μέρη που ανελλιπώς με ονειρευόντουσαν.

Είχε μια φλογέρα στα χέρια του,

φτιαγμένη από το ασήμι της ζωής του.

Την έβαλε μέσα στα δικά μου.

Για να κρατάς τα θηρία μακριά, είπε.

Νιφάδες σαν δαχτυλίδια θα πέφτουνε παντοτινά

στον παντοτινό μου έρωτα με τον ήχο του κύματος

που ακούγεται πανταχόθεν και πουθενά δεν φαίνεται.

Εδώ, σε τούτο το βουνό. Εδώ, σε τούτο το  φρούριο.

Πήγαινε μόνος, ως συνήθως, με ένα τσιγάρο στα χείλη

που δεν άναβε ποτέ.

Πρέπει επιτέλους  να μάθεις να μη φοβάσαι αυτά που αγαπάς,

μου είπε και χάθηκε στο χιόνι, στο πυκνό χιόνι του γέλιου του.

 

Θα χιονίσει.

Τα γεράκια πέφτουν  στο χώμα σαν τρελά

και ψάχνουν να βοσκήσουν.

Θα βουλιάξουμε στο χιόνι.

Ο παππούς μίλαγε  μαζί τους

το βλέμμα του μου θύμιζε πολλές φορές

τα ανοιγμένα τους φτερά.

Η πραγματικότητα θα γίνει όνειρο βαθύ και δαιδαλώδες.

Θα χιονίσει.

Ένα αμείλικτο λευκό θα σκεπάσει τα πάντα.

Φόρα το ξανά το λυρικό  παλτό σου

και περίμενε με στην μέση του πουθενά-ήρθε επιτέλους η στιγμή.

Θα ‘ρθω ολοκαίνουργιος ξανά, με τη φλογέρα του,

να ρίξω κρυστάλλινα ρυάκια στον πυρετό σου.

Θα χιονίσει  κι η ανάλαφρη λέξη  ανάμεσα μας, που ακόμη δεν έχει ειπωθεί,

θα λάμψει και θα γίνει  ο μέγας πλούτος και η απόλυτη δικαίωση

της υπομονετικής μας ζωής.

`

*****************************************

`

`

Ο Στέργιος Ντέρτσας γεννήθηκε στον Βόλο το 1970. Ποιητής, διηγηματογράφος, θεατρικός συγγραφέας και μεταφραστής. Έχει δημοσιεύσει ποιήματα, διηγήματα και μεταφράσεις Ισπανόφωνων λογοτεχνών σε έντυπα και ηλεκτρονικά λογοτεχνικά περιοδικά. Ανήκει στην ομάδα των συνεργατών της Επιθεώρησης Ποιητικής Τέχνης www.poiein.gr. Το 2010 παρουσιάστηκε στον Βόλο το πρώτο του θεατρικό έργο. Το 2014 (Εκδόσεις Θράκα, Λάρισα) κυκλοφόρησε η μετάφραση του τριάντα ποιημάτων της Αργεντινής ποιήτριας Alfonsina Storni. Αποτελεί μέλος της επιστημονικής ομάδας (μαζί με τους Αλμπέρτο Μοντανέρ και Ιωάννη Κιορίδη) που πραγματοποίησαν τη φιλολογική μελέτη και την μετάφραση, κατευθείαν από το πρωτότυπο κείμενο στη γλώσσα μας, του μεσαιωνικού έπος El Cantar de mio Cid (Εκδόσεις Ρώμη, Θεσσαλονίκη, 2019). Αυτή είναι η πρώτη του ποιητική συλλογή