ΡΟΥΤΙΝΑ

εγώ το πληρώνω το αίμα μου, κύριοι
δεν το κληρονόμησα
κάθε μέρα το σκαλίζω
σταγόνα
σταγόνα.

μεταφράζω το κόκκινο στη γλώσσα μου•
φέρε τα πιο μάτια σου
να δεις μέσα στις φλέβες:

ξεγλυστράω σαν ερπετοειδής συνίζηση
στο μποτιλιάρισμα του λαβύρινθου

φτύνω θράσος στο φανάρι του θανάτου
περνάω με μαύρο.

ΠΡΟΝΟΜΙΑ ΠΕΡΑΣΤΙΚΟΥ

μη μου δείχνεις το δρόμο
είν’ αχανές το σήμερα.
αυτοδίδακτος στην όρθια αγωνία
ερασιτέχνης ψεκαστής λέξεων
κι ανεπίσημα νεκρός
ανηφορίζω την ψευδή ευθεία.
οδηγάω το φαντασιοπλάνο μου
προσπερνώντας πεταλούδες ώρες
επιστημονικά διόδια, φρενοκήπια
και σύννεφα γυμνιστές –
ξέμπαρκος σε χειροποίητο καλοκαίρι.
κρατήσου απ’ αυτό το μυτερό ξέφωτο:
τι είν’ η λογική;
η σφουγγαρίστρα του μυαλού.

ΜΕΛΑΝΟΧΩΜΑ

η τσιγκούνα ζωή
με καπάρο μια χούφτα όνειρα
μας έστειλε να γεννοβολάμε
και μετά εξώδικο;
ο μπάστακας ήλιος: το ανακριτικό της
πλέκει κουβέρτα για την άβυσσο, επεκτείνεται
στα στενά της νύχτας σβήνοντας
και δεν έχω
ανταλλακτικά για τις κραυγές
με όσα νιάτα επέζησαν της γλώσσας
ψωνίζω αλήθειες
απ’ το θανατάδικο του χασάπη
και τον ειλικρινή μπαλτά του.