Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΩΝ ΕΡΑΣΤΩΝ

 

Η αγωνία του σπέρματος

μη μείνει θρόμβος

ανεκπλήρωτης ηδονής

ηχεί σαν ρόγχος φθινοπώρου

στο ικρίωμα του χειμώνα

τώρα που έρχονται οι μεγάλες μάχες

για τους σιελογόνους αδένες

στις ξεραμένες εκτάσεις των σωμάτων.

Κάθε που κράζει η νυχτωδία

τα σάβανα των κρεβατιών

θρηνώ για τη γενιά των εραστών

που χάθηκαν στα δάση της αναμονής

αξημέρωτοι και ημερωμένοι

δίχως να αφήσουν εκμαγεία καυτής λάβας.

Εγώ ειμί η πέτρα που εξόκειλε της πυραμίδας

το φως που εντοιχίστηκε αυτοβούλως

ο λαξεμένος πόθος της σελήνης

και η αναρριχώμενη φωνή των υδάτων

γι’ αυτό και σας μιλώ

για τις απολήξεις του πάθους

με τη συνείδηση ενός εντόμου

που ίπταται των στιγμών.

`

******************

`

 ΠΟΛΙΧΝΗ

 

Μικρή επαρχιακή πόλη κάπου στα ορεινά.

Απ’ τα ηχεία ακούγονται άριες της Τρεμπλίνκα.

Στα δέντρα ανθισμένες οθόνες, στους δρόμους εκμαγεία  προσώπων

και στο κέντρο της πλατείας μια αυτοσχέδια κούκλα

πυρπολημένη  από καιόμενα διαβατήρια.

Τίποτα δεν άλλαξε το μέλλον.

Ο τρελός του χωριού δέχεται μια σκαμνιά

ένα παιδί ξεριζώνει χόρτα απ’ τα νεκροταφεία

ο  φόβος ανταλλάσει φόβο στη μαύρη αγορά

και η αγάπη φωνασκεί μα δεν ακούγεται.

Τίποτα δεν άλλαξε το μέλλον.

Από τα ανοιγμένα γεγονότα τρέχει αίμα και νερό

βάφει τα πεύκα, τα χαλίκια, τους ψιθύρους

ξεπλένει συνειδήσεις εκδορέων

και  λούζει τις κοριτσίστικες πλεξούδες.

Άνθρωποι με κομμένο το δεξί καρπό συνεχίζουν

να σταυροκοπιούνται

σκυλιά να γαβγίζουν τον επιούσιο

δάσκαλοι να διακορεύουν τη γνώση

πόρνες να διατηρούν στην κρύπτη των ποδιών τους

την υγρασία του σπέρματος

και προφήτες να διαλαλούν το παρελθόν.

Τίποτα δεν άλλαξε το μέλλον.

 

Μικρή επαρχιακή πόλη κάπου στα ορεινά

και ο ήλιος ανατέλλει απ’ τη δύση.

«Έχασε την ανατολή του στα ζάρια», είπαν

κι αυτή είναι η μόνη αλλαγή

σε ένα μέλλον που τίποτα δεν άλλαξε.

`

******************

`

ΠΑΛΜΥΡΑ 2015 Μ.Χ.

 

Η τέχνη μεταμορφώνεται από νύμφη σε πεταλούδα

καθώς εσύ θρυμματισμένη Νύμφη της Ερήμου

καθρεπτίζεσαι στα ερείπια των ερειπίων σου

δίχως προοπτική αντανάκλασης.

Οι αρχαίοι κίονες που στύλωναν τη μνήμη

τώρα εκτινάσσονται στο άπειρο σαν κόκκοι της άμμου

ίδιοι με την ανάερη έμπνευση

πριν γίνει ανάπηρη θρηνωδία του Calderón de la Barca.

Ο Tiepolo κοιτάζει αμίλητος τη Ζηνοβία που κλαίει.

Δίπλα του ο Rossini καπνίζει σκεπτικός.

Κι εγώ εκατοντάδες χιλιόμετρα μακριά τους

σηκώνω από τη γη μια τυχαία πέτρα

εις ανάμνησιν της Ιστορίας που τελειώνει.

`

******************

 

ΤΑ ΣΠΙΤΙΑ ΤΩΝ ΝΕΚΡΩΝ

 

Στις Αγγελική και Λιλή Ελευθερίου

  

Τα σπίτια ανήκουν στους νεκρούς τους

όπως τα οστά αλόγων στους καβαλάρηδές τους.

 

Να αρχίζεις από το ξεφλούδισμα των τοίχων

για να φθάσεις κάποτε στο μίσχο τους

-ποτέ από τις πόρτες ή τα παράθυρα

φέρνουν πάντα μιαν αναμονή-.

Ύστερα να ξεκαρφώνεις τις σανίδες

αργά αργά να μη χαθεί ούτε ένα βάδισμά τους

κι έπειτα να αποκαθηλώνεις το ταβάνι

στερεωμένο τόσα χρόνια απ’ τους καπνούς τους.

Τα έπιπλα μην τα ρωτάς, δεν ωφελεί.

Έχουν όρκους αιωνιότητας με την αφή τους.

`

*******************

`

ΣΤΙΣ ΕΣΧΑΤΙΕΣ ΤΗΣ ΘΥΜΗΣΗΣ

 

Στις εσχατιές της θύμησης / έριξα απόψε παραγάδι /

γιατί είναι νύχτα έναστρη  / και τ’  άστρο μου μισό.

 

Θορυβώδη κελεύσματα νεότητος

οι στιλπνοί λαρυγγισμοί της αμαρτίας

όπως ανέτελλαν στα μεσαιωνικά της χείλη

και έδυαν στο ανέπαφο της σάρκας.

Σαρανταποδαρούσες ηδονές,

το γένος σαρκοφάγων, -τι ειρωνεία-

το δηλητήριο του πάθους να εκκρίνουν

μέσα σε φλέβες γηραιές.

Πόσες θρομβώσεις τύψεων

και αναχώματα ηθικής

ματαίωσαν την πραγματικότητα

καθηλώνοντας τη φαντασία μας στο χώμα.

Και ήταν μόλις νύχτα.