VICTOR HUGO: DEMAIN DÈS L’AUBE (ΑΥΡΙΟ, ΤΗΝ ΑΥΓΗ…)

(Απόδοση στα ελληνικά:
Βασίλης Πανδής)

Αύριο, την αυγή, την ώρα που η γης ασπρίζει,
θα φύγω – Βλέπεις, ξέρω ότι συ με περιμένεις
Θα πάω στο δάσος, θα πάρω τα βουνά –
Δεν μπορώ πια να μένω μακριά από σένανε πολύν καιρό

Θα προχωρώ κοιτώντας μες στις σκέψεις μου,
δίχως τίποτε να βλέπω, δίχως καμιά φασαρία ν’ ακούω·
μονάχος, μεταξύ αγνώστων άγνωστος, καμπουριασμένος, με τα χέρια σταυρωμένα,
θλιμμένος – και για μένανε η μέρα θα ‘ναι νύχτα ίδια

Δε θα κοιτώ ούτε το χρυσό λυκόφως, όσο να πέσ’ η νύχτα,
ούτε τα ιστία μακριά που κατηφοράν προς το Χαρφλέρ
Και σαν θα φτάσω, στον τάφο σου απάνω θ’ απιθώσω
ένα μπουκέτο από πράσινους ιξούς και ρείκια ολάνθιστα

`

******

 Γιάννης Ευσταθιάδης, «ΓΡΑΜΜΕΝΑ ΦΙΛΙΑ»

«Κιʼαν πάθω αλτσχάϊμερ και σε ξεχάσω;
Αν γεροντική άνοια μου πάρει τα λογικά και δεν σʼαναγνωρίζω;
Αν, παραπληγικός, δεν μπορώ να κρατώ στα δάχτυλα τις φωτογραφίες σου;
Αν χάσω γιά πάντα τον ύπνο μου και δεν μπορώ να σε ξαναβρίσκω στα εφήμερα ενύπνια;
Αν χάσω την ακοή και δεν μπορώ να σε συναντώ στις κοινόχρηστές μας μουσικές;
Αν τυφλωθώ και δεν σε βλέπω απέναντί μου;
Αν ακρωτηριαστώ και δεν μπορώ να σε χαϊδεύω;
Αν χάσω τα πόδια μου και δεν μπορώ να βαδίζω χιλιόμετρα στο δωμάτιο σου;
Και πιο πολύ αν τίποτα απʼόλα αυτά δεν συμβεί, αν συνηθίσω την απουσία σου, αν λησμονήσω, αν ζω και ψευτοζώ χωρίς εσένα, αν κάποια μέρα σʼαρνηθώ;

`

****

Μάνος Χατζιδάκις, «Ο ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ ΠΕΘΑΝΕ»
Ήταν παιδί στα δεκαεφτά
που τώρα έχει πετάξει

ποιος θα σου φέρει αγάπη μου
το γράμμα που ‘χα τάξει

και σαν πουλί που πέταξε
η πικραμένη του ζωή,
πέταξε πάει και τού ‘φυγε
η δροσερή πνοή

Ποιος θα σου δώσει αγάπη μου
το τελευταίο φιλί μου

Ο ταχυδρόμος πέθανε στα δεκαεφτά του χρόνια
κι ήταν αυτός η αγάπη μου,
η κουρασμένη του σκιά τώρα πετά στα κλώνια,
φέρνει δροσιά στ’ αηδόνια

Ποιος θα σου δείξει αγάπη μου
πού ‘ναι του ονείρου ο δρόμος
αφού πεθάναμε μαζί εγώ κι ο ταχυδρόμος

`

***

Γιάννης Ρίτσος, «ΣΧΗΜΑΤΑ ΑΠΟΥΣΙΑΣ ΙΙ» (1958)

Ποτέ δε φεύγουν τα νεκρά παιδιά απ’ τα σπίτια τους
τριγυρίζουν εκεί, μπλέκονται στα φουστάνια της μητέρας τους
την ώρα που εκείνη ετοιμάζει το φαΐ κι ακούει το νερό να κοχλάζει
σα να σπουδάζει τον ατμό και το χρόνο. Πάντα εκεί –

Και το σπίτι παίρνει ένα άλλο στένεμα και πλάτεμα
σάμπως να πιάνει σιγαλή βροχή
καταμεσής καλοκαιριού, στα ερημικά χωράφια.

Δε φεύγουν τα νεκρά παιδιά. Μένουν στο σπίτι
κι έχουν μια ξέχωρη προτίμηση να παίζουν στον κλεισμένο διάδρομο
και κάθε μέρα μεγαλώνουν μέσα στην καρδιά μας, τόσο
που ο πόνος κάτω απ’ τα πλευρά μας δεν είναι πια απ’ τη στέρηση
μα από την αύξηση. Κι αν κάποτε οι γυναίκες βγάζουν μια κραυγή στον ύπνο τους
είναι που τα κοιλοπονάνε πάλι.

`

****

     Βύρων Λεοντάρης, «V»

Λοιπόν, μπροστά μας έχουμε θανάτους
πέσαμε σε κακούς καιρούς και μέρες οργισμένες
χάνουμε τους δικούς μας και μας χάνουν
τρικυμισμένο μας αρπάει το χωματένιο πέλαγος
Αλλιώς θαρρούσαμε το τέλος∙
σκοπός που εκπληρώνεται ή (το ίδιο) ματαιώνεται
σκορπιός που μπήγει το κεντρί του στο κεφάλι του
Δεν είχαμε υποψιαστεί τη φρίκη μιας συνέχειας
(πως γίνεται να ’χει συνέχεια το τέλος;)
Αλλιώς, καταπώς φαίνεται, το τέλος έχει μόνο αρχή
και πώς να το περάσουμε μη φτάνοντας ποτέ και πουθενά
Ήξεραν οι παληοί και προνοούσαν
να ’ναι ελαφρό το χώμα τους
φύλαγαν πάντα ένα λευκό σεντόνι στο σεντούκι
συγύριζαν το μέσα τους , στόλιζαν τις ψυχές τους
ήξεραν να μοιρολογούν
εξοικειώνονταν με τους νεκρούς τα ’λεγαν μεταξύ τους
στ’ όνειρό τους
κι έπαιρναν απ’ το χέρι τους το αντίδωρο του αγνώστου
κάθε που τους ξεπροβοδίζανε στου ξύπνου το κατώφλι
Κι εμείς τώρα δεν ξέρουμε ούτε πού ’ναι πεταμένα τα κόκκαλα
της μάνας μας…
Έχουμε αποκοπεί από τους πεθαμένους
δεν ακούγεται πια η φωνή τους μέσα στη φωνή μας
δεν ξέρουμε να κλάψουμε
πώς να φερθούμε μπρος στο θάνατο και τι να πούμε
Στα ουράνια βάραθρα γκρεμοτσακίζονται τα λόγια μας
άδεια χελωνοκαύκαλα

`

****