Το μεγαλείο της μικρης φόρμας!

 

Σκέψεις για την πεζογραφία του Κώστα Λυμπουρη, με την ευκαιρία της έκδοσης του καινούργιου βιβλίου του

 

 

`

Το πιο γνωστο, σύντομο, διήγημα που γράφτηκε ποτε, σε διεθνες επίπεδο, όπως διάβασα πρόσφατα στο λογοτεχνικο περιοδικο «Παρέμβαση», τεύχος 188-189. που εκδίδεται στην Κοζάνη, αποδίδεται στον Έρνεστ Χέμινγουέι και αποτελείται απο έξι μόνο λέξεις που είναι οι εξης: For sale: baby shoes, never worn. Που πάει να πει στα ελληνικα: «Προς πώληση: μωρουδιακα παπούτσια, αφόρητα», όπου στην ελληνικη γλώσσα οι λέξεις, όπως βλέπουμε, μειώνονται κατα μία και είναι μόνο πέντε!

Πέντε λέξεις που εκπέμπουν όμως ένα σοκαριστικο υπαινιγμο και προβάλλουν μία εικόνα έμπλεη απο μία απουσία ή μία απώλεια, εφόσον τα παπούτσια προορίζονταν για ένα βρέφος που δεν ήλθε ποτε στη ζωη.

Το δεύτερο πιο μικρο διήγημα, νομίζω, σε παγκόσμιο επίπεδο, αν δεν με ξεγελα η μνήμη-μου, πρέπει να το έχει γράψει ο Ελληνοκύπριος πεζογράφος Κώστας Λυμπουρης. Τιτλοφορείται «Το καροτσάκι», αποτελείται απο πέντε μόνο γραμμες και περιλαμβάνεται στο καινούργιο βιβλίο-του που φέρει τον μονολεκτικο τίτλο ΄΄Βοτσαλωτη΄΄, το οποίο περιέχει διηγήματα και εκδόθηκε στην Αθήνα, τον Σεπτέμβριο του 2019, απο τις εκδόσεις «Το ροδακιο».

Πρόκειται για ένα βιβλίο, πραγματικα κομψοτέχνημα, που εντυπωσιάζει με την εκτυπωτικη αρτιότητά-του, γεγονος που κατευθύνει, εν πρώτοις, τον αναγνώστη προς την ηδονη της τέρψης, γεγονος που διαρκει για μερικες μέρες, πριν αρχίσει την ανάγνωσή-του.

Αναδημοσιεύω αυτο το μικρο αλλα υπέροχο διήγημα του Κώστα Λυμπουρη για να διαπιστώσουν και οι αναγνώστες-μου τη εμπνευσμένη λογοτεχνία, και γενικα τη σπουδαία τέχνη, που μεταφέρει μέσα-του, παρόλο που όλα αυτα τα χαρίσματά, όπως είπα, περικλείονται σε πέντε μόνο μικρες αράδες! Γεγονος ασφαλως που ανεβάζει απο μόνο-του κατα πολυ τη σπουδαιότητά-του.

Το αναδημοσιεύω για να διαπιστώσουν, επιπλέον, οι αναγνώστες και το πόσο κοντα βρέθηκαν – τεχνοτροπικα, ψυχολογικα και υφολογικα, οι δύο συγγραφεις, σε ανύποπτο υποθέτω χρόνο, εφόσον και το διήγημα του Ελληνοκύπριου συγγραφέα σοκάρει με τον δυνατο υπαινιγμο-του, στηριζόμενο και αυτο, όπως διαπιστώνω, σε μία απουσία ή μία απώλεια, αφου το καροτσάκι προοριζόταν και αυτο για ένα βρέφος που δεν ήλθε ποτε στη ζωη!

`

 

ΤΟ ΚΑΡΟΤΣΑΚΙ

 

Την έβλεπα απο το μπαλκόνι-μου καθημερινα, χειμώνα καλοκαίρι, πριν σουρουπώσει, να σπρώχνει το καροτσάκι-της προς το γειτονικο πάρκο. Έδειχνε προσεκτικη και πολυ στοργικη.

Σκέφτομαι όμως ότι τόσα χρόνια το παιδι θα μεγάλωσε πια. Πάντως, ποτε δεν το’ χα δει.

 

`

Δεν είναι τυχαία που ανάφερα αυτα τα δύο λογοτεχνικα παραδείγματα. Το έκαμα για να τονίσω και να υποβάλω το μεγαλείο της μικρης φόρμας στη πεζογραφία. Λοτοτεχνικο είδος που, για να επιδοθει κάποιος σε αυτο με επιτυχία, χρειάζεται πιστεύω μεγάλο ταλέντο αλλα και άσκηση.

Στην Ελλάδα, όπως είναι γνωστο, υπάρχουν σημαντικοι συγγραφεις που καλλιέργησαν με επιτυχία τη μικρη φόρμα στα κείμενά-τους. Πέραν απο τους κλασικους πλέον, όπως ο Παπαδιαμάντης, ο Βυηζινος, ο Ροίδης κ.ά., υπάρχουν βέβαια και οι νεότεροι, όπως ο Γ. Ιωάννου, ο Θ. Βαλτινος, ο Χρ. Μηλιώνης, ο Δημ. Νόλας και πολλοι άλλοι.

Η Κύπρος δεν υστερει στο είδος αυτο. Αν έπρεπε ν’ αναφέρω κάποια ονόματα, θα έλεγα πως, εκτος απο τον Κ. Λυμπουρη, τα τελευταία χρόνια, επιδόθηκαν στο είδος αυτο με αξιώσεις ο Γιώργος Χαριτωνίδης, η Νάσια Διονυσίου κ.ά., γεγονος που σηματοδοτει μία νέα τάση στην κυπριακη πεζογραφία.

Να έλθουμε όμως στο βιβλίο του Κ. Λυμπουρη και να επισημάνω πως «Το καροτσάκι» δεν είναι το μόνο μικρο διήγημα που υπάρχει στις σελίδες-του. Στο βιβλίο ΄΄Βοτσαλωτη΄΄ υπάρχουν και άλλα τέτοια μικρα αριστουργηματικα διηγήματα όπως π.χ.  «Η ΄΄φυγη΄΄…!», σελ. 7, «Η μάνα του αγνοούμενου», σελ. 52, «Ροζαλία», σελ. 59, «Σε τρεις αγκαλιες», 74 κ.ά., που ανεβάζουν συνολικα την ποιότητα του εν λόγω βιβλίου αλλα και την αξία της λογοτεχνίας που περιέχει.

Κοντολογις, και χωρις περιστροφες, έχω να καταθέσω πως όλο το βιβλίο, που αποτελείται απο 27 μικρα κείμενα, περιέχει γνήσια και σπουδαία λογοτεχνία, τολμω να την χαρακτηρίσω μεγάλη λογοτεχνία, άποψη την οποία θα προσπαθήσω να τεκμηριώσω στη συνέχεια, μέσα απο τα ακόλουθα έξι σημεία.

  1. Θεωρω σπουδαία και μεγάλη λογοτεχνία την πεζογραφία του Κ. Λυμπουρη γιατι διαπιστώνω πως αυτη εδράζεται πάνω σε μία ζωντανη γλώσσα φορτισμένη με νόημα. Ακριβως όπως καθορίζει την έννοια της «μεγάλης λογοτεχνίας» ο Έζρα Πάουντ (δες «Πως να διαβάζετε») όταν υποδεικνύει πως «μεγάλη λογοτεχνία είναι απλως γλώσσα φορτισμένη με νόημα στον ανώτατο δυνατο βαθμο». Το νόημα αυτο όμως, που βρίσκεται «στον ανώτατο δυνατο βαθμο», και μεταβιβάζεται στον αναγνώστη μέσω αυτης τη λογοτεχνίας, κατ’ ουδένα λόγο δεν ακρωτηριάζεται και δεν χάνεται στην πορεία της ανάγνωσης. Αντιθέτως, φθάνει στον αποδέκτη-του ολόκληρο και ολοκάθαρο!

Υπο αυτη την έννοια όμως, ο Κ. Λυμπουρης γράφει τα καλύτερα και νοηματικότερα ελληνικα. Θέλω να πω πως με τη πεζογραφία-του συντηρει τη γονιμότητα της ελληνικης γλώσσας. Διατηρει, θα έλεγα, την ακρίβεια και την καθαρότητά-της. Εξάλλου, δεν είναι άσχετο με όλα αυτα το γεγονος πως στις 130 σελίδες του βιβλίου υπάρχουν μόνο δύο ξένες λέξεις, το face control, στη σελ. 61.

Απο την άλλη, η ωραία, πλούσια και ολόφρεσκη γλώσσα-του, είναι σε μεγάλο βαθμο ποιητικη και στην περίπτωσή-του ισχύει η ρήση: «όσο πιο πολυ ποιητικη τόσο και πιο ανθρώπινη είναι η γλώσσα».

  1. Η λογοτεχνία και η γλώσσα ή, το αντίστροφο, η γλώσσα και η λογοτεχνία, καταλήγουν στην περίπτωση της ΄΄Βοτσαλωτης΄΄ σε μία καλη ποιοτικη τέχνη, εννοώντας με αυτο την τέχνη που περιέχει μία ή πολλες μαρτυρίες. Και αρκετα διηγήματα του Κ. Λυμπουρη, όπως «Το πουλι στην κηδεία», σελ. 27, «Τα παιγνίδια του δελφινιου», σελ. 31, «΄΄Σε-βιμ΄΄ – ΄΄Σε- βιμ΄΄», σελ. 88 κ.ά., πλημμυρίζουν πραγματικα με πολλες πικρες αλήθειες-κοινωνικες, πολιτικες, ιστορικες κ.ά., που συνιστουν σε τελικη ανάλυση αψευδεις μαρτυρίες!
  2. Το βιβλίο του Κ. Λυμπουρη περιέχει σπουδαία λογοτεχνία γιατι διδάσκει, συγκινει (κυρίως αυτο!) και τέρπει. Έτσι ακριβως, όπως καθιέρωσε το ιερο αυτο τρίπτυχο ο Rudolf Agricola (1443-1483), απο τους πρωτοπόρους της «Νέας Μάθησης» στη Γερμανία, ο οποίος απέρριψε τη σχολαστικη φιλοσοφία και έστρεψε το ενδιαφέρον-του στα άμεσα προβλήματα του ανθρώπου, για να γίνει έτσι ο πρόδρομος του ουμανιστικου πνεύματος στη Δυτικη Ευρώπη.

Και ουμανιστικη, ασφαλως, στην ανώτατη έννοια του όρου, είναι και η πεζογραφία του Κ. Λυμπουρη, εφόσον καταπιάνεται άμεσα και σοβαρα με τα μεγάλα προβλήματα που απασχολουν σήμερα όλους τους ανθρώπους, μαύρους ή λευκους, είτε αυτοι  βρίσκονται στην Κύπρο, την Ελλάδα και την υπόλοιπη Ευρώπη, είτε βρίσκονται στην Αφρικη, τη Συρία και σε άλλες εμπόλεμες περιοχες. Προβλήματα που απορρέουν κυρίως απο τις τραγικες και εφιαλτικες συνέπειες του πολέμου, όπως είναι το ξεσπίτωμα, η προσφυγια, η φτώχεια, η πείνα, η αποξένωση, η βία, η μισαλλοδοξία, ο ρατσιμος, η εγκληματικότητα, η κατάρρευση των αξιων κ.ά..

Πραγματικα, το βιβλίο του Κ. Λυμπουρη, με όλα αυτα που αναδεικνύονται μέσα απο τις σελίδες-του, φωνάζει! Και η φωνη-του είναι στεντόρεια! Γιατι, όπως γράφει και ο Σαλμαν Ρουνστι, «σήμερα τα βιβλία φωνάζουν (πρέπει να φωνάζουν) και εάν υπάρχει ένα πράγμα που χαρακτηρίζει τη λογοτεχνία είναι το γεγονος ότι δεν είναι σιγανη φωνη».

  1. Το βιβλίο ΄΄Βοτσαλωτη΄΄ είναι αξιόλογο και ξεχωρίζει γιατι περιέχει λογοτεχνία που παρακινει τον άνθρωπο, τον κάθε άνθρωπο, να συνεχίσει να ζει, παρα την αγκύλωση που του προκαλουν οι όποιες αντίξοες συνθήκες παρουσιάζονται καθημερινα μπροστα-του. Με αυτο τον αποτελεσματικο τρόπο όμως, η λογοτεχνία εκπληρώνει τη λειτουργία-της σαν μίας δευτερογενους αξιοβράβευτης δύναμης!

Για την ακρίβεια, ο Κ. Λυμπουρης με το βιβλίο και τη λογοτεχνία-του, δημιουργει την ελπίδα για μία νέα, καλύτερη ζωη. Ας μην ξεχνάμε, εξάλλου, πως «η λογοτεχνία», σύμφωνα με τον Αλαιν Ρομπ-Γκριγιε, θεωρητικο και συγγραφέα, «σημαίνει να επινοεις ένα νέο κόσμο», στον οποίο, προσθέτω εγω, θα επιβιώνεις μέσα-του και θα νιώθεις σαν Βασιλιάς, άσχετα αν βρίσκεσαι ακόμη στο στάδιο του προλετάριου!

Να υπενθυμίσω ακόμη πως στην περίπτωση του Κ. Λυμπουρη και της ΄΄Βοτσαλωτης΄΄ ισχύει και η ειλικρίνεια του γραπτου κειμένου αλλα και ο ηθικος νόμος που, όπως πίστευε ο Έζρα Πάουντ (δες «Ποιητικη τέχνη») πρέπει να είναι απόρροια της πραγματικης ζωης του κάθε δημιουργου. Είναι και νόμος, και αυτο,  όπως έλεγε ο Πάουντ, είναι προς το συμφέρον της μεγάλης και γνήσιας τέχνης. Έτσι, βίος και έργο στον Κ. Λυμπουρη, συστήνουν ένα συγγραφέα με έντονες ανησυχίες και βαθυ προβληματισμο.

  1. Ο συγγραφέας Κ. Λυμπουρης, έτσι όπως έκδηλα παρουσιάζεται μέσα απο το συγκεκριμένο βιβλίο-του, είναι μία κτυπητη εξαίρεση απο τον κανόνα της ιστορίας της σύγχρονης ελληνικης λογοτεχνίας. Και αυτο γιατι αποφεύγει πεισματικα να καταθέσει στα λογοτεχνικα κείμενά-του προσωπικες κοινωνικοψυχολογικες λεπτομέρειες, όπως συμβαίνει με τους πλείστους σύγχρονους συγγραφεις. Με αυτο θέλω να τονίσω πως δεν αντλει ερεθισμους και εικόνες κατευθείαν απο την προσωπικη εμπειρία-του, παρόλο που η λογοτεχνία-του, στο σύνολό-της, όπως είπα, κινείται στη σφαίρα του πραγματικου και όχι του φανταστικου πεδίου.

Πέραν απο την πιο πάνω διαπίστωση, ν’ αναφέρω ακόμη πως οι σελίδες του νέου βιβλίου-του είναι έμφορτες με συλλογικη μνήμη. Μνήμη που, κατα τον Γ. Σεφέρη, όπου και να την αγγίξεις πονει. Παράλληλα όμως, αυτη η μνήμη διδάσκει και καθοδηγει σωστα προς τα εκει που βρίσκονται οι ράγες πάνω στις οποίες πρέπει να κινηθει το τρένο της μελλοντικης υπόστασής-μας, κατορθώνοντας, ταυτόχρονα, να μας απαλλάξει απο τον πιθανον καταποντισμο-μας στη μεγάλη λίμνη της θλίψης και της μελαγχολίας.

  1. Ο Κ. Λυμπουρης ως συγγραφέας, στο καινούργιο βιβλίο-του δεν λειτουργει με νόρμες, δεσμεύσεις και υποδείξεις. Εννοω, πως δεν λειτουργει ως φορέας προπαγάνδας μέσα απο τη λογοτεχνία-του, και αυτο είναι το σπουδαιότερο απ’ όλα τα προτερήματά-του. Με άλλα λόγια, ο Κ. Λυμπουρης, όταν παράγει λογοτεχνία, δεν καθοδηγείται απο σκοπιμότητες. Γιατι, σαν καλος συγραφέας, βλέπει μακρύτερα απο τις σκοπιμότητες της πολιτικης. Αντιλαμβάνεται, δηλαδη, πως οι σκοπιμότητες πνίγουν την ελευθερία της έκφρασης που πρέπει να διακρίνει τον κάθε συγγραφέα. Κοντολογις, πνίγουν την εποικοδομητικη και δημιουργικη σκέψη.

Απεναντίας, ο Κ. Λυμπουρης λειτουργει, όπως είπα, αδέσμευτα και ελεύθερα, απο αγάπη, κατα κύριο λόγο προς τον άνθρωπο και, κατα δεύτερο λόγο, προς την τέχνη που διακονει, κατορθώνοντας να την απαλλάσσει απο το βάρος της κοινης ειδησιογραφίας. Και εδω εντοπίζεται η ειδοποιος διαφορα του καλου συγγραφέα απο τον κακο συγγραφέα. Γιατι ο καλος συγγραφέας δεν πρέπει να μας λέει απ’ ευθείας κάτι, αλλα να μας το δείχνει με έξυπνο τρόπο. Και ο Κ. Λυμπουρης, ουσιαστικα, με την πεζογραφία-του, που είναι σίγουρα μία «πεζογραφία της ψυχης», αυτο κάνει. Το πιο σπουδαίο όμως, όπως σημείωσα, είναι που μάς παρακινει συνεχως με την πεζογραφία-του να αγαπήσουμε και να χαρούμε τη ζωη. Και μόνο έτσι, πιστεύω, ο αληθινος συγγραφέας τιμα τον άνθρωπο, εννοω τον κάθε άνθρωπο, αλλα και την τέχνη που υπηρετει!

Ολοκληρώνοντας, θα επαναλάβω πως η ΄΄Βοτσαλωτη΄΄ είναι ένα βιβλίο με βαθυ κοινωνικο περιεχόμενο. Βιβλίο πολυδύναμο, περιεκτικο, ευθύβολο και ευανάγνωστο! Βιβλίο που περιέχει μία πεζογραφία με ανθρώπινες διαστάσεις που δεν προσποιείται και δεν κάνει δημαγωγία, ικανη ν’ αποτελέσει, μαζι με τον δημιουργο-της, τη ζώσα μαρτυρία της εποχης-μας.

 

*Το κείμενο είναι βασισμένο σε κανόνες του μονοτονικου συστήματος που εφάρμοζε ο Αντώνης Μυστακίδης-Μεσεβρινος

`

*********************************************************************************

`

Ο Κώστας Λυμπουρής γεννήθηκε στη Λευκωσία της Κύπρου το 1950 και μεγάλωσε στο Κάτω Δίκωμο της επαρχίας Κερύνειας. Υπηρέτησε ως φιλόλογος στη Μέση Εκπαίδευση, φτάνοντας στον βαθμό του λυκειάρχη. Είχε πλούσια δράση στη συνδικαλιστική οργάνωση των καθηγητών (ΟΕΛΜΕΚ) και στον Σύνδεσμο Ελλήνων Κυπρίων Φιλολόγων, στην προεδρία του οποίου υπηρέτησε για εφτά χρόνια. Διετέλεσε αντιπρόεδρος του Εκπαιδευτικού Μεταρρυθμιστικού Ομίλου Κύπρου και μέλος στα συμβούλια άλλων, εκπαιδευτικών, κυρίως, ομίλων και συνδέσμων. Πήρε μέρος στις επιτροπές του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού, για την έκδοση των βιβλίων, «Της πατρίδας χώματα» (1985), «Το καράβι της Κερύνειας» (1987), και «Η κατεχόμενη γη μας» (1991). Εξέδωσε τη μελέτη «Η ίδρυση της ΟΕΛΜΕΚ και η λειτουργία της από το 1953 μέχρι το 1960» (2005). Διηγήματά του δημοσιεύτηκαν στα λογοτεχνικά περιοδικά Ύλαντρον, Πόρφυρας, Νέα Ευθύνη, Η λέξη, Νέα Εποχή, Άνευ, δε|κατα, Νέα Εστία και σε λογοτεχνικά ιστολόγια (Φρέαρ και Ο Αναγνώστης). Εξέδωσε τις συλλογές διηγημάτων «Προσωρινά κλειστό» (Πλανόδιον, 2006), «Για μια μικρή παύλα» (Κέδρος, 2011), «Των ημετέρων άλλων» (Παράκεντρο, 2014, Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας της Κυπριακής Δημοκρατίας) και το μυθιστόρημα «Επιβάτες φορτηγών» (Πάπυρος 2017). Από το 2000 μέχρι το 2007 συμμετείχε στην εκδοτική ομάδα του λογοτεχνικού περιοδικού Ύλαντρον. Από το 2008 μέχρι το 2011 υπηρέτησε ως Μορφωτικός Σύμβουλος στην Πρεσβεία της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Αθήνα