Η βιομηχανική ζώνη

Να τη πάλι.
Η βιομηχανική ζώνη
στωικά σκίζει την παγερή ομίχλη
με τους γερανούς της.
Μια σάπια μάζα:
θρυμματισμένα κεραμίδια,
στράντζες, αντλίες, τόρνοι,
(σε όλα αυτά δε βάζαμε διαστάσεις
σύμφωνα με τα πρότυπα της ISO;)
ζωές ανθρώπων—
γεμίζουν απόβλητα τώρα
όπως αυτά τα εγκαταλειμμένα σπίτια
και οι άδειες στοές με ταμπέλες βιοτεχνιών.
Τη γύφτικη φούστα της ρακοσυλλέκτριας
φοράει η βιομηχανική ζώνη.

Ξεκινά απ’ αυτό το θωρακισμένο σχολείο
απλώνοντας μια μυρωδιά βενζίνης και τυποποίησης.
Στη βιομηχανική ζώνη αφήσαμε την παρθενιά μας,
δικά της αστέρια καταλήξαμε να μετράμε
απ’ την ταράτσα
λέγοντας ότι θ’ αρχίσουμε να ζούμε,
στο δικό της όμηρο είμαι επισκεπτήριο Τρίτη.

Κατέρρευσε—
την έκοψε στη μέση ένα πράσινο τραίνο,
με πήρε τόσο μακριά που αρρώστησα,
κι ύστερα αυτούς που αγάπησα,
έναν έναν.
Μαμά, σε τσάκισε εκείνο.
Μην κρύβεσαι στα ταξί.
Μην κλαις για μένα –
αυτά είναι υποπροϊότα της πρμής
για τη δικιά μου και τη δικιά σου ελευθερία.

Μικρή βάδιζα δίπλα στα εργοστάσια
μαζεύοντας λουλούδια.
Τώρα βαδίζω μαζεύοντας σιωπές:
έχει κανείς εδώ δουλειά για μένα;

`

 

***

Απόδραση

Κάθε ξάστερο δείλινο… μόνο τα μάτια να κλείσω,
Μόνο να καταπιώ τ’ ουρανού τα κενά.
Μα τους μαύρους θεούς —δε θα μου ευχηθώ να ξυπνήσω
Κάτω από το ίδιο ταβάνι ξανά.
Μια φυγή στο απέραντο χρόνια θανάτου αξίζει
Και σαν λάβαρο βάφεται δάκρυ ζεστό.
Είναι λόγια, μού λένε —κι ο λόγος οστά τραυματίζει.
Και εισέρχεται μέσα στο σπίτι κλειστό.
Είναι λόγια, μού λένε —κι ο λόγος βουνά ξεσηκώνει
Και ανάβει καρδιές μες στους τύμβους παλιούς.
Ίδιος δολοφονεί, ίδιος πάλι αναζωπυρώνει,
Πως να τον χαλινώσω μ’ αρχές και ρυθμούς;
Κάθε γκρίζο πρωί… θέλω μόνο το δρόμο να χάσω,
Μη μου λέει κανείς πότε να κουραστώ.
Λίγα έζησα μα έχω τόσα πολλά να ξεχάσω
Που η μοίρα μου είναι σκυλάκι πιστό.
Χίλια πόδια περάσαν εκεί όπου έπεφτα κάτω,
Χίλια μάτια περάσαν χωρίς το γιατί,
Όλοι σαρξ εκ σαρκός μεγαλούπολης π’ όλο κοιμάται.
Μα γι’ αυτό ψάχνω χέρι να πιάσω,
Γι’ αυτό ψάχνω στυλό και χαρτί.

`

****

Συσχετισμοί

Ένα καλοκαίρι πριν
κάποιοι έριξαν τον ψεύτικο πράσινο ήλιο
στο Σύνταγμα.
Κι έγιναν λέει άλλοι άνθρωποι.
Δεν ήμουν αλλά έγινα κι εγώ.
Και τώρα γιατί να μην έχουμε κουράγιο
κάθε πρωί να ξυπνάμε να τους βουλιάξουμε;
Εκείνους,
να μας κατηγορούν ότι σφίξαμε τη θηλιά μας.
Εγώ που τα λέω
θα ’θελα να κάτσω στην πλατεία
με σχήμα και χρώμα από μπουκάλι
όχι γιατί δεν έχω που να πάω.
Θα ’θελα ένα σαββατόβραδο
με τις βάρκες αντίκρυ
όχι γιατί μιλώ μια αταίριαστη διάλεκτο.
Δεν είναι αυτή μαγκιά.
Μαγκιά είναι να παραμένεις άνθρωπος
και να νιώθεις αυτόν που δεν μπόρεσε
και να χτίζεις και στο όνομα του αύριο.

`

 

************************************************************

`

Η Ξένια Καλαϊτζίδου γεννήθηκε το 1989 στην Πένζα της Ρωσίας. Έχει σπουδάσει στο Πολυτεχνείο του Α.Π.Θ και είναι πτυχιούχος του ινστιτούτου ρώσικης γλώσσας Αθηνών Πούσκιν. Το 2015 κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Ένεκεν η πρώτη της ποιητική συλλογή με τίτλο: “Ήρωες άχαρων πόλεων”, ενώ, ποιήματα της έχουν συμπεριληφθεί στην “ανθολογία 77 βραβευμένων ποιητών” των φεστιβάλ ποίησης της Ε.Σ.Λ.Ε.. Έχει μεταφράσει Ρώσους κλασικούς και πρωτοποριακούς ποιητές, Εβραίους αναρχικους ποιητές της Αμερικής, ποιητές και πεζογράφους της Μπενγκαλι, κι άλλους Ασιάτες ποιητές. Είναι τακτική συνεργάτιδα του λογοτεχνικού περιοδικού Ένεκεν, μέλος της διαχειριστικής ομάδας του λογοκεντρικού περιοδικού Αντλία και μέλος της συνεργατικής ομάδας της Επιθεώρησης Ποιητικής Τέχνης, Ποιείν.  Άρθρα, μεταφράσεις και ποιήματα της έχουν δημοσιευτεί σε λογοτεχνικά ηλεκτρονικά περιοδικά και ιστολόγια.  Εργάζεται ως καθηγήτρια ρώσικης γλώσσας.