(Πρόλογος του μεταφραστή στην Εκλογή από το ποιητικό έργο του Jean Moréas, Αθήνα 1926)

1

Κανείς δεν θα κατεδίκαζε τις μεταφράσεις των ξένων εκλεκτών έργων –και προ πάντων τις μεταφράσεις ποιημάτων–, αν ήθελε να εμβαθύνει με συμπάθεια στην ψυχολογία που τις εμπνέει. Πρέπει βέβαια κανείς να είναι μάλλον αυστηρός, όταν ο πόθος του μεταφραστού δεν υπερβαίνει την απλή ματαιοδοξία ή την νεανική επίδειξη, ή όταν εκφράζει την θρασεία πρόθεση συγκρίσεως με το πρωτότυπο και τον δημιουργό του. Όπως κάθε άτοπη φιλοδοξία, μια μετάφραση έτσι καμωμένη είναι εντελώς ανάξια συμπαθείας.
Αλλ’ αυτό δεν συμβαίνει συχνά. Εκείνο που προ πάντων και συνηθέστερα ωθεί ακατάσχετα κ’ εξακολουθητικά κ’ επαναληπτικά προς τον πειρασμό της αποδόσεως ενός έργου σε μιαν άλλη γλώσσα –στη γλώσσα μας ας πούμε—, είναι κάτι σαν ο αόριστος πόθος μιας ανταποδόσεως, ή ακόμη περισσότερο, σαν ο αόριστος πόθος συνεργασίας με τον καλλιτέχνη του, που μας γοητεύει. Μόνον κάμνοντας μια μετάφραση, υπάρχει τρόπος να κατωρθώσωμε να συμμετάσχωμε, ταπεινά και φλογερά μαζί, στην αναπαραγωγή, στην αναδημιουργία ενός γοητευτικού έργου.

(…)(Από τις παραστάσεις και τις εντυπώσεις της φύσεως και τη μορφοποίησή τους προκύπτει το πρωτότυπο έργο)(…)

Αλλ’ οι ερεθισμοί μας προέρχονται ακόμη –κατά δεύτερον κατά σειράν λόγον,– και από τα έργα της Τέχνης. Αυτά μάλιστα είν’ έτοιμα, ρυθμισμένα, εκ των προτέρων κατειργασμένα, εύπεπτα, εύγευστα, αφομοιώσιμα χωρίς κόπον. Αυτά είναι καμωμένα πλέον, μιλούν στην γλώσσα των εννοιών μας, έχουν ήδη σχηματοποιηθή σύμφωνα με το νοητικό μας πλαίσιο και τους πνευματικούς μας νόμους· δεν χρειάζεται λοιπόν γι’ αυτά καμμιά επί πλέον κατεργασία: άμεσα και κατ’ ευθείαν, εισδύουν σφοδρά κ’ ελεύθερα μέσα στην ψυχή. Ο πόθος της αμίλλης δεν αργεί και εδώ πάλι ν’ αναπτυχθεί και να οδηγήσει στην ανταπόδοση του καλλιτεχνικού έργου με τον τρόπο της μεταφράσεώς του.
Απομίμηση λοιπόν, ομοίωμα της φύσεως, είναι η δημιουργία· και η μετάφραση ομοίωμα κι’ απομίμηση της τέχνης. (…)
(…)
Παθητική λοιπόν και όχι ενεργητική, όχι παρορμητική για μίμηση, είναι η στάση του πραγματικού καλλιτέχνη εμπρός στο ωραίο. Και έτσι, η μετάφραση, –αλλά και αυτή η κοπιαστική και εκ προθέσεως δημιουργία— απομένει πάντα σα μια συμπαθητική, παιδιάστικη επιθυμία αώρων καλλιτεχνών, που αφήνονται να συμπαρασυρθούν από τα ζωηρά ακόμη φυσιολογικά τους ένστικτα στον αντικαλλιτεχνικό πόθο της αμίλλης.

2

Υπάρχει, αντίθετα, και μια άλλη προέλευση των μεταφράσεων· είναι η περίπτωση της ηθοποιίας. Ο μεταφραστής ντύνεται από μια-μια, παιχνιδιάρικα και σαν δοκιμαστικά, τις ξένες προσωπικότητες, ανευρίσκοντας σε κάθε μια κάτι από τον πολύμορφον εαυτό του. Γεμίζει το αδειανό εγώ του από άπιαστους αντικατοπτρισμούς. Αυτοεξαφανίζεται μέσα στο εγώ των άλλων, ζώντας ολοένα, με μιαν αδιάσπαστη αυθυποβολή, ζώντας τις θεϊκές υπάρξεις, που δημιουργούν οι συγγραφείς και οι ποιηταί. Ο Όσκαρ Ουάϊλδ έγραψε γι’ αυτά όλα σελίδες γεμάτες από την εξημμένη πειστικότητα του λυρισμού.

3

Επί τέλους, η προέλευση των μεταφράσεων είναι, όχι σπανίως, και τρίτη, ανάμεσα σ’ αυτές τις δυο, –όπως ίσως συμβαίνει όχι και πολύ μακρυά μας,– περισσότερον αυτή άξια συμπαθείας: είναι η περίπτωση που η ξένη προσωπικότης γίνεται το άσυλο (και το δεσμωτήριο) μιας ορφανής και άστεγης εμπνεύσεως, αποδιωγμένης και ζητώντας στέγη να σταθεί: και τότε, ένας είναι ο μεταφραζόμενος ποιητής –ο οριστικός, ο αποφασισμένος· ή τουλάχιστον ο προάγγελός του, ο πρόδρομός του. Η μισοτελειωμένη –η οριστικά πια μισοτελειωμένη—ποιητική συνείδηση, που ποτέ δε θα ολοκληρωθή σε τετράπλευρον έργο και σε προσωπικήν αρτιότητα, απορροφάται τότε μέσα σε μιαν άλλη.
Αισθάνεται κανείς τόσο καλά εκεί μέσα, ώστε σπανίως (και μάλιστα όχι χωρίς αξιόποινην αχαριστία) σκέπτεται πια να ξαναφύγει. Ύστερα από έρευνες άκαρπες και άδειες, εκεί είναι επί τέλους ασφάλεια. Είναι η περισυλλογή στον εαυτό μας, που ένας άλλος –αδιάφορο!—είχε τη δύναμη, που μας λείπει, να συλλάβει, να σαρκώσει και να καταυγάσει. Μέσα στην ξένην τροχιά, κ’ η προσπάθειά μας, η χαμένη στο δρόμο της, ξαναβρίσκει τις χαμένες της πατημασιές. Κι αφηνόμαστε σιγά-σιγά και με ηδονή, ώστε να περάση, να διαμειφθή το εγώ μας, το ασήμαντο και ατροφικό, μέσα στο ευρύτερον εγώ το ξένο, κ’ είμαστε ευχαριστημένοι, κ’ είμαστε ευγνώμονες να γίνωμε άξιοι να πλουτίσωμε αυτό το ξένον εγώ με μερικά εντελώς προσωπικά μας σημάδια, που εξωραϊζουν (sic) το ξένο έργο, χωρίς και μόνα τους να μπορούν ν’ απαρτίσουν σύνθεση και αυτοτέλεια. –Είναι τόσο μοιραίο, καμμιά φορά, να είναι κανείς μαθητής! Ταυτιζόμενος με την αποστολή του, βρίσκει επί τέλους την υπέρτατη ικανοποίηση.
Αν φιλοσοφήσει κανείς, σταθεροποιείται τότε κι’ από πεποίθηση στην ιδέα αυτή της ασφαλείας του. Γιατί να μιμηθείς, αντί ν’ αποδώσεις ό,τι υπάρχει; γιατί να ριψοκινδυνεύσεις, για ό,τι οι άλλοι έχουν ήδη έτοιμο; γιατί να χαράξεις μια κωμική παράλληλη γραμμή, όταν οι ανθρώπινοι στοχασμοί βρίσκουν διέξοδον από μιαν άλλη, εξαίσια χαραγμένη; γιατί όλες αυτές οι ματαιοδοξίες; γιατί αυτή η οπισθοδρόμηση και ο συμβαδισμός με τα παρωχημένα, ενώ η δημιουργία μόνο σαν προέκταση, σαν προσθήκη, σα συνέχιση του παρόντος είναι δικαιολογημένη;
Θα ήταν κανείς ακόμη συνεπέστερος με τον ορθό λόγο, αν είχε περιορισθεί ν’ απολαύσει μόνο τον ξένον ποιητή, τοποθετώντας τον, σαν ένα μεγαλόστομο porte-voix, στη θέση της ασθενικής και ανεπαρκούς ιδικής του εκφράσεως: να τον απολαύσει και να μη τον αποδώση. Αλλά η ποιητική ενέργεια θέλει κι’ αυτή να εκδηλωθεί: και, αδύνατη να πλάσει, δουλεύει τα πλασμένα· παίρνει τη θέση που της αξίζει, –της μορφικής απασχολήσεως επάνω στο μετάφρασμα· τη μεταφορά του λέξη προς λέξη· την ευλαβική του επένδυση με πράγματα που δεν χρειάζονται το μοιραίο και ανεύθυνο, το έμφυτο ποιητικό ανάστημα, παρά το υπομονητικό κι’ αφωσιωμένο σκύψιμο, την άγρυπνη φροντίδα στο περιμάζεμμα των φραστικών απλώς θησαυρών.

4

(…)
Μορφικόν εν πρώτοις το έργο του Μωρεάς, και μάλιστα ελληνικά μορφικό, έχει και τις δυο απόψεις της αποδόσεώς του ευνοικές. (sic) Η έντονη ελληνική του σφραγίδα, αυτή μόνη της, αρκεί να οδηγήσει στην ανεύρεση των ελληνικών λέξεων, των αδελφών προς τις γαλλικές, και, γενικώτερα, στην όλην εξελλήνιση της φράσεώς του.

————————
Μου άρεσε, στη φράση «γίνεται το άσυλο (και το δεσμωτήριο) μιας ορφανής και άστεγης εμπνεύσεως, αποδιωγμένης και ζητώντας στέγη να σταθεί», αυτή η ενεργητική μετοχή με υποκείμενο σε γενική πτώση.

Επίσης, έχει ενδιαφέρον το πώς περνά ακομπλεξάριστα τελείως από τη γενική στην αιτιατική: «παίρνει τη θέση που της αξίζει, –της μορφικής απασχολήσεως επάνω στο μετάφρασμα· τη μεταφορά του λέξη προς λέξη· την ευλαβική του επένδυση με πράγματα που δεν χρειάζονται το…»

Δεν θα με χαλούσε ένα υποφόρουμ εδωμέσα, με τίτλο “Ο καθρέφτης του μεταφραστή”.