Στη γυναίκα που αγαπά τα γαλάζια τριαντάφυλλα

1.

Το κύμα πιστό ρίχνει το σεντόνι
σε μιαν ακτή που τ’ αποδιώχνει διαρκώς.
Το βότσαλο ακλόνητο ματώνει
ώσπου να φανεί του πλοίου ο φανός.

Τ’ όστρακο τρέμει το χάδι του πελάγους
κι εξιστορεί τον πόνο της γοργόνας
που ξεδιψά με την αλμύρα του άλγους,
καθώς την ποθούν σαν φύλλο σταγόνας.

Ο γλάρος λαβωμένος γυρνά πάντα
σ’ άμμο που σβήνει αγάπης σημάδια,
ποθώντας ν’ ακούσει πάλι μπαλάντα.

Μη ρωτάς αν δικά σου ζητώ χάδια,
αν ο Ρωμαίος ξεχνά τη βεράντα.
Σ’ αγαπώ μέχρι τ’ Άδη τα σκοτάδια.

2.

Πότε μη φύγεις απ’ την αγκαλιά μου.
Τ’ όνομά σου στο καρδιογράφημα,
το σεντόνι σου η γλυκιά θηλιά μου
κι η φλέβα σου της χαράς μου γράφημα.

Πότε μη φύγεις απ’ την αγκαλιά μου.
Η πνοή σου του σφυγμού μου ο ρυθμός,
τα χείλη σου μνήμα για τα φιλιά μου
και το δάκρυ σου της Ιθάκης πορθμός.

Ζωγραφίζω με χνώτα σου το τζάμι
κι έχω πάντα μια λιακάδα να κοιτώ.
Το χάδι σου αιώνιο με κάνει.

Μόνο στο δέρμα σου θέλω να πατώ,
γιατί στα χέρια σου βρίσκω λιμάνι.
Για σένα το κουπί του Χάρου κρατώ.