Tristitia

`

Η ηλικία μου η παιδική, γαλήνια, μοναχική, γλυκιά και λυπημένη,

κυλούσε με την ειρήνη που ’χει χωριό μακρινό

ανάμεσα στον ήρεμο τον ήχο από κύμα που πεθαίνει

και της καμπάνας της παλιάς το χτύπο τον οδυνηρό.

`

 

Μου ’δινε η θάλασσα μια νότα απ’ τη δικιά της μελαγχολία∙

ο ουρανός, της ομορφιάς του τη σιωπηρή γαλήνη∙

της μάνας τα φιλιά, γλυκιά ευδαιμονία

και του ήλιου το βασίλεμα, αδιόρατην οδύνη.

`

 

Ένιωθα με το ξύπνημα, στη γαλανή αυγή,

των κυμάτων το τραγούδι σα φωνή μελωδική

κι ύστερα της θάλασσας της ανάσα, μεστή από ευωδία

`

κι ό,τι που μου ’πε αυτή, γραμμένο στην ψυχή ακόμα μένει∙

σιωπηλός ήταν ο πατέρας, η μάνα μου θλιμμένη,

δε γνώριζε κανείς να με διδάξει την ευτυχία.

 

 

`

***************************************************************

ΕΠΙΜΕΤΡΟ

`

 

 

Ο ΠΑΡΑΞΕΝΟΣ ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΑΒΡΑΑΜ ΒΑΛΔΕΛΟΜΑΡ ΠΙΝΤΟ

 

Θα μπορούσε να είναι τίτλος ενός μυθιστορήματος του Φουέντες ή μιας παράδοξης μυθοπλασίας του Μπόρχες. Όμως, στην περίπτωση του Λατινοαμερικανού ποιητή, η πραγματικότητα μάλλον ξεπερνά το μύθο σε παραδοξότητα και μοχθηρία∙ και κυρίως όσον αφορά τον θάνατό του, και τις εκδοχές αυτού. Συνήθως, βέβαια, ο θάνατος του βιογραφούμενου έπεται της βιογραφίας του, στην περίπτωση του Α.Β.Π. όμως, όπως θα φανεί στη συνέχεια, δεν προτρέξαμε άδικα με αυτήν την αναφορά στον θάνατό του: έτσι κι αλλιώς, με αυτόν ασχολήθηκαν και πολλοί άλλοι, παραβλέποντας κάποτε το αξιόλογο έργο του.

 

Ο σπουδαίος, άγνωστος στη χώρα μας, Περουβιανός ποιητής και πεζογράφος Πέδρο Αβραάμ Βαλδελομάρ Πίντο, ο επονομαζόμενος και El Dandy («O Δανδής»), θεωρείται ως ο εισηγητής της ποιητικής πρωτοπορίας στη χώρα του. Γεννήθηκε το 1888 σε μια μικρή πόλη, ονόματι Πίσκο, και μεγάλωσε δίπλα στη θάλασσα, την οποία αγάπησε και συχνά απεικόνισε στους στίχους του και στα διηγήματά του. Επηρεασμένος από τον Ντ’ Αννούντσιο, υιοθέτησε από νωρίς μια κάπως εστετίστικη εικόνα, ενώ είχε την ευκαιρία να παραμείνει ένα διάστημα ως ανταποκριτής στη Ρώμη. Στο Περού ίδρυσε το περιοδικό Colónida το 1916, το οποίο, αν και βραχύβιο, διαδραμάτισε κεντρικό ρόλο στην ανάδειξη των νέων ρευμάτων στη χώρα αυτήν∙ παράλληλα, ο Α.Β.Π. συνδέθηκε με τους σημαντικότερους νέους συγγραφείς της χώρας: τον μετέπειτα μεγάλο ποιητή Σέζαρ Βαλλιέχο και τον δοκιμιογράφο Κάρλος Μαριάτεγκι. Το πρωτότυπο λογοτεχνικό έργο του είναι σχετικά σύντομο, λόγω του πρώιμου θανάτου του. Το αυτοβιογραφικού χαρακτήρα σονέτο που μεταφράζεται εδώ είναι το πιο γνωστό του ποίημα.

 

Η 3η Νοεμβρίου του 1919 υπήρξε η μοιραία μέρα για τον ποιητή. Πώς όμως; Το γεγονός αποτέλεσε μυστήριο για έναν αιώνα σχεδόν. Η άποψη που επικράτησε αρχικά ήταν ότι ο Α.Β.Π. πάτησε στο κάλυμμα ενός υπόγειου βόθρου, το οποίο υποχώρησε, με αποτέλεσμα ο ποιητής να χάσει με θλιβερό τρόπο τη ζωή του. Την εκδοχή αυτήν, που μου είχε κάνει ιδιαίτερη εντύπωση, είχα πιστέψει και προσωπικά, διαβάζοντας πριν από χρόνια τη μετάφραση των δοκιμίων του Μαριάτεγκι και μια σχετική υποσημείωση του μεταφραστή Ρήγα Καππάτου. Το γεγονός γεννούσε μέσα μου κατά περιόδους ένα είδος διαμαρτυρίας. Όταν απέκτησα μια έστω ελάχιστη ικανότητα να μεταφράζω από τα ισπανικά, θέλησα να είναι αυτός ο ποιητής η πρώτη μου σχετική δημοσίευση – καθώς μάλιστα συμπληρώνεται η εκατονταετηρίδα του θανάτου του.

 

Αναζήτησα λοιπόν ξανά το όνομά του, το οποίο μου είχε στο μεταξύ διαφύγει, και ανακάλυψα τα εξής: η παραπάνω θλιβερή εκδοχή είχε καλλιεργηθεί από τον άσπονδο φίλο και συνάδελφό του Αλμπέρτο Χιντάλγκο, στο λιβελλογράφημά του με τίτλο Muertos, Heridos y Contusos (Νεκροί, τραυματισμένοι και μελανιασμένοι), το οποίο εκδόθηκε στη Μαδρίτη μόλις ένα έτος μετά το θάνατο του Α.Β.Π. Μήπως η ανερχόμενη φήμη του Αβραάμ, σε συνδυασμό με τη δημόσια εικόνα που προκαλούσε φθόνο όσο ζούσε, ώθησε τον Χιντάλγκο να παρουσιάσει χαιρέκακα (χωρίς να φανεί στην περίπτωση αυτή καθόλου «ιδαλγός») τον ομότεχνό του ότι κατέληξε «enmierdado»;

 

Το υποτιθέμενο περιστατικό, παρεμπιπτόντως, μου θύμισε αντίστοιχη διήγηση θανάτου από τη Ζωή εν τάφω του Μυριβήλη. Και εδώ, παραδόξως, δεν έλειψε κάποια χαιρεκακία. Περίεργο ότι συνδέουμε τον τρόπο που πεθαίνει κάποιος με το τι τάχα απέδωσε όσο ζούσε. Λησμονώντας πόσο η ανθρώπινη μοίρα είναι κοινή, θεωρούμε κάποτε έναν θλιβερό θάνατο ως ένα είδος τιμωρίας για κείνον που η τύχη εγκατέλειψε. Αποκλείεται άραγε εμείς οι υπόλοιποι να καταλήξουμε, κυριολεκτικά ή μεταφορικά, enmierdados;

 

Πάντως, η αληθινή αιτία του θανάτου του έχει αποκατασταθεί, και μάλιστα με λεπτομέρειες: ο ποιητής, ενώ βρισκόταν στην πόλη Αγιακούτσο έπεσε από ύψος 6 μέτρων. Έπειτα από λίγες ώρες ξύπνησε με φοβερούς πόνους στη σπασμένη του σπονδυλική στήλη και είπε: «Πεθαίνω… Θεέ μου, γιατί με παίρνεις τόσο νέο; Ακόμα δεν έχω τελειώσει το έργο μου». Λίγο αργότερα, ακούστηκε να προφέρει τις τελευταίες του λέξεις: «Μανούλα μου, γριούλα μου… πεθαίνω».

 

Θεωρείται πλέον ότι η εκδοχή του Χιντάλγκο είναι πλαστή και καλλιεργήθηκε από όσους ήθελαν να «λερώσουν» το όνομα του ποιητή, λησμονώντας την κοινή μας μοίρα. Τη φράση αυτήν την επαναλαμβάνουμε για έναν ακόμα λόγο: τι κι αν τα πράγματα συνέβησαν αντίστροφα, αν δηλαδή είναι η πρώτη εκδοχή η αληθινή και η δεύτερη πλάστηκε για να «ξεπλύνει» το όνομα του ποιητή; Αυτό σίγουρα δεν μειώνει την αξία του ανθρώπου και του έργου του, ο οποίος, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο βρίσκεται «πολύ ψηλά» ανάμεσά μας, θυμίζοντάς μας τους στίχους ενός δικού μας ομότεχνου, για τους πρώιμα χαμένους:

 

κι ο θάνατος
μοίρα των παλικαριών φίλων μου που χάθηκαν.
Γιάννη Άγγελε Μιχάλη ψηλά πολύ ψηλά…

 

(Νίκος Καρούζος, «Θανάσιμο Ανάπλι»)