Τα τραγούδια στη γλώσσα των βαρβάρων,

είναι άτιμα.

Σκληρό κουφέτο για το στόμα μου.

Βόλος.

Γυάλινο μάτι ενός αδιάκριτου επαίτη.

Εγώ του μασάω τσίχλα το βολβό από άμυνα.

Νοιώθω αμήχανα όταν με εξετάζουν, με ακτινογραφούν, με ψηλαφίζουν.

Αγκυλώνομαι σύγκορμος και ντρέπομαι για τη γύμνια μου και για εκείνη την ελιά στην πλάτη.

Τώρα ο αόμματος ξένος μιλάει με τον εαυτό του.

Ο αναρροφημένος οφθαλμός του κοιτάζει κυκλικά μέσα μου.

Περιεργάζεται την στομαχική μου κοιλότητα κι ό,τι δεν έχω ακόμα χωνέψει.

 

Τα τραγούδια των αλλοδαπών είναι άτιμα.

Δεν θέλω να τα ακούω.

Μοιάζουν αηδόνια περίεργα, οι μετανάστες που ήρθαν και κάθισαν στη γειτονιά μας.

Σειρήνες, σε σταυροπόδι στους στύλους της Δ.Ε.Η., ανεβασμένες στα σύρματα των τρόλλεϋ.

“Τον μηρό κόβει ο χαλκός,

η πάτινα τρώει το δέρμα,

το γράσο το κόκαλο”, τραγουδούν.

Άνθρωποι – πελεκάνοι.

Μετέωρος σκοπός, όπως τα στραβά κανιά τους.

Φλαμένκο των αστέγων, στη Βικτωρίας, στη Βάθης, στο Μεταξουργείο, στα Εξάρχεια, στην Centocelle.

Στο λαιμό τους περασμένο ακορντεόν με τριχιά που ανασαίνει με τα βράγχια.

Τρανζίστορ με καμένο ηχείο.

Πώς να αντέξω τόσα σύμφωνα;

Πώς να αντέξω τόσο καπνό τριγύρω;

Αν είναι χαρούμενα θα μιλούν για την επιστροφή του Οδυσσέα.

Αν είναι λυπητερά κάποιος μάλλον θα χάθηκε για πάντα,

κάποιος πιθανότατα να μην βρίσκει το δρόμο να επιστρέψει.

Τυφλός Οιδίποδας. Η Ιοκάστη εκδίδεται υπακούοντας στη μοίρα της.

Εμείς δεν μπορέσαμε να τον σώσουμε, κι ας ήταν γείτονας στη Καισαριανή.

Στη σκοτεινιά του κόσμου και των αισθήσεων θα μπορούσε να είχε σώσει τους οφθαλμούς. Τώρα έχει παραιτηθεί από κάθε ελπίδα.

Ίσως αν είχαμε ως λαός επισκεφτεί νωρίτερα τους Κινέζους…

Με δυο κορινθιακά αγγεία, δέκα ολόκληρα γραμμάρια όπιο.

Δεν θέλουμε άλλα χαρτιά, γιατί γράφουμε πάνω τους λόγια λυπημένα.

Φάγαμε πάνω τους τις περιουσίες μας και τα χρόνια μας.

Καλύτερα να κρατήσουμε απούλητα τα βάζα.

 

 

Οι μουσικές τους μου ανοίγουν άλλους δρόμους.

 

 

Είναι άτιμα τα τραγούδια όταν τα ακούς τα βράδια.

Και τα φώτα τους…

Και τα φώτα τους στο κεφαλόσκαλο, για το ξαφνικό μουσαφίρη, σαν νυχτώνει.