«Του κύκλου τα γυρίσματα και του καιρού τ’ αλλάματα»

 σε μια «φιλιάν αμάλαγη, με δίχως ασκημάδι»

`

 

 

«Απ’ ό,τι κάλλη έχει άνθρωπος, τα λόγια έχουν τη χάρη

να κάμουσι κάθε καρδιά παρηγοριά να πάρη·

κι όπου κατέχει να μιλή με γνώση και με τρόπο,

κάνει και κλαίσι και γελούν τα μάτια των ανθρώπω.»

(Α, 887-890)

 

Το απόσταγμα της λαϊκής σοφίας των προηγούμενων στίχων από τον «Ερωτόκριτο», το ποιητικό αυτό αριστούργημα της αναγεννησιακής κρητικής λογοτεχνίας. Ο λόγος για κείνον που κατέχει να μιλεί με γνώση και με τρόπο, που του δόθηκε το χάρισμα να συνεπαίρνει με τον λόγο του, να διεγείρει υψηλές, εκλεκτές συγκινήσεις, χαρμολύπες στις καρδιές των ανθρώπων.

Και ποιος άλλος θα μπορούσε να είναι αυτός ο κατεχάρης, ο χαρισματικός ομιλητής, από τον ίδιο τον δημιουργό του «Ερωτόκριτου», «τον μεγαλύτερο επικό της νεότερής μας λαϊκής ποίησης» (Βάρναλης, 1958), όπως χαρακτηρίστηκε, τον Σητειακό ποιητή, Βιτσέντζο Κορνάρο; Κι αυτό γιατί ο Κορνάρος με το μεγαλόπνοο ποίημά του συγκίνησε, ευαισθητοποίησε, καλλιέργησε και διαπαιδαγώγησε γενιές και γενιές Ελλήνων, αφού ο «Ερωτόκριτος» ήταν το καθημερινό ανάγνωσμα ή άκουσμά τους. Βαθιά εμπεδωμένο μάθημα αγάπης και παλικαριάς. Τον αγάπησαν, τον χιλιοτραγούδησαν, τον είχαν, όπως μαρτυρείται, στα προσκέφαλά τους, και κάποιοι μάλιστα, όπως φημολογείται, τον αποστήθισαν ολόκληρο!

Για τον ποιητή του «Ερωτόκριτου» θα περιοριστούμε, με ελάχιστα σχόλια, σε όσα εκείνος επιλογικά στο έργο του αποκάλυψε για την ταυτότητά του:

 

«Θωρώ πολλούς που πεθυμούν κ’ έχω το γροικημένα

να μάθουν τις εκόπιασεν εις τ’ απανωγραμμένα.

Κ’ εγώ δε θε να κουρφευτώ κι αγνώριστο να μ’ έχου,

μα θέλω να φανερωθώ, κι όλοι να με κατέχου.

ΒΙΤΣΕΝΤΖΟΣ είν’ ο ποιητής και στη γενιά ΚΟΡΝΑΡΟΣ,

που να βρεθή ακριμάτιστος, σα θα τον πάρη ο Χάρος.

Στη Στείαν εγεννήθηκε, στη Στείαν ενεθράφη,

εκεί ’καμε κ’ εκόπιασεν ετούτα που σας γράφει.

Στο Κάστρον επαντρεύτηκε σαν αρμηνεύγει η φύση,

το τέλος του έχει να γενή όπου ο θεός ορίση.»

(Ε, 1539-1548)

O Βιτσέντζος Κορνάρος, μέλος εξελληνισμένης βενετοκρητικής οικογένειας, γεννήθηκε στα 1553 στο χωριό Τραπεζόντα Σητείας, εγκαταλελειμμένο και ρημαγμένο σήμερα. Αργότερα η οικογένεια εγκαταστάθηκε στο πεδινό χωριό Πισκοκέφαλο, πιο κοντά στη Σητεία. Γύρω στα 1590 ο Βιτσέντζος Κορνάρος εγκαταστάθηκε στον Χάνδακα ή Κάστρο (το σημερινό Ηράκλειο), όπου παντρεύτηκε και έζησε μέχρι τον θάνατό του, περίπου στα 1613-1614, σε ηλικία 60 χρονών περίπου. Ο Βιτσέντζος υπήρξε σημαντική φυσιογνωμία, γνωστή στους λογοτεχνικούς κύκλους της Κρήτης (Αλεξίου, 1995).

Φαίνεται πως το υπέροχο νησιώτικο περιβάλλον της Κρήτης, με τ’ αετόμορφα βουνά και τις κατάφορτες ασημένιες ελιές στην ποδιά τους, με τα κυματόδαρτα βράχια και το απέραντο γαλάζιο, μ’ αυτό το αρμονικό συνταίριασμα των αντιθέσεων, που γαλούχησε κι έθρεψε τόσους και τόσους άλλους καλλιτέχνες, ενέπνευσε και στον Κορνάρο τον έρωτα της δημιουργίας. Ο «Ερωτόκριτος», λοιπόν, αποτελεί ώριμο καρπό αυτού του εξαίσιου έρωτα.

Πρόκειται για μακρόπνοο, πολύστιχο, έμμετρο ερωτικό μυθιστόρημα (Αλεξίου, 1995). Γραμμένο σε φρέσκια, χυμώδη κρητική ντοπιολαλιά, πλούσια ευλύγιστη και δουλεμένη. Σε αψεγάδιαστους δεκαπεντασύλλαβους ομοιοκατάληκτους στίχυς (Δημαράς, 1985), από τους ωραιότερους στη νεοελληνική λογοτεχνία (Πολίτης, 1980), ρωμαλέους, σφριγηλούς, τορνευμένους κι επεξεργασμένους, που αναδεικνύουν με την εκφραστική τους διαύγεια και τον αρμονικό κυματισμό τους το κρητικό ιδίωμα σε έξοχο καλλιτεχνικό όργανο (Τριανταφυλλίδης, 1938).

Ένας ιδανικός ποιητικός κόσμος που συνταιριάζει αρμονικά την ορμή του μεσαιωνικού ιπποτισμού και το Βυζάντιο, με το μεθύσι των καιρών της Αναγέννησης (Παλαμάς, 1906 όπ. αναφ στο Κορνάρος, 1995, σελ. 347). Όπου παντού φεγγοβολά το αιώνιο πάθος του έρωτα και η παλικαριά. Και από παντού αναδίδεται θερμό αίσθημα συνυφασμένο μ’ αρχοντική χάρη κι ευγένεια, επική ζέση και παλμό λυρικό (Καμπάνης, 1948, όπ. αναφ στο Κορνάρος, 1995, σελ. 354).

Πολυπρόσωπο έργο με κάθε χαρακτήρα να σκιαγραφείται εναργέστατα με λεπτές ψυχολογικές αποχρώσεις, έκτυπος κι ανάγλυφος, εμφορούμενος από τις δικές του αξίες, την ιδιαίτερη ψυχοσύνθεση, σαφή κοσμοαντίληψη και βιοθεωρία.

Με πλούσιο νοηματικό υλικό, αντλημένο από την αστείρευτη κρήνη της κρητικής Παράδοσης, τη λαϊκή σοφία, το αποθησαύρισμα του θυμοσοφικού στοχασμού, τη μαγεία του παραμυθιού και την ανθρώπινη πείρα. Διευθετημένο και πειθαρχημένο σε δομή συνεκτική, πλοκή σφιχτοδεμένη και οργανικό δέσιμο ιδεών στιβαρό.

Προεξάρχουσα βέβαια όλων των ιδεών, των εννοιών και των αξιών είναι η αγάπη. Αυτή η «αμάλαγη φιλιά, με δίχως ασκημάδι», όπως τη χαρακτηρίζει. Κεντρικός άξονας, νοηματικός πυρήνας γύρω από τον οποίο εκτυλίσσεται η πλοκή, αναπτύσσεται η δράση, ξετυλίγεται η ανέμη της διήγησης, κλώθεται και υφαίνεται ο ιστός της ιστορίας, είναι, ως γνωστό, η παροιμιώδης αγάπη δύο νέων, του Ερωτόκριτου και της Αρετούσας, με την ατσαλένια, ακατάβλητη δύναμή της για υπέρβαση όλων των δυσπολέμητων εμποδίων που ορθώνονται μπροστά της. Η σύγκρουση της ορμής της νιότης και του ερωτικού πάθους, από τη μια, με τη φρόνηση, από την άλλη, που καταλήγει σε συμφιλίωση των δύο αυτών αντίθετων δυνάμεων. Γιατί, τελικά θα γυρίσει ευνοϊκά γι’ αυτούς ο τροχός της μοίρας. «Με του καιρού τ’ αλλάματα» θα επέλθει εν τέλει η κάθαρση με τη νίκη της αγάπης τους και τη δικαίωσή τους για την απόλυτη πίστη και την αφοσίωσή τους.

 

«….γιατί όποιος δίχως πιβουλιά τον πόθο του ξετρέχει

εις την αρχή α βασανιστή, καλό το τέλος έχει »

(Α, 15-16)

 

«Του κύκλου τα γυρίσματα που ανεβοκατεβαίνου

και του τροχού που ώρες ψηλά κι ώρες στα βάθη πηαίνου,

και του καιρού τ’ αλλάματα που αναπαημό δεν έχου

μα στο καλό κ’ εις το κακό περιπατούν και τρέχου

και των αρμάτω οι ταραχές, έχθρητες και τα βάρη

του Έρωτα η εμπόρεση και της φιλιάς η χάρη,

αυτάνα μ’ εκινήσασι τη σήμερον ημέρα

ν’ αναθιβάλω και να πω τα κάμαν και τα φέρα

σ’ μια κόρη κ’ έναν άγουρο που μπερδευτήκα ομάδι

σε μια φιλιάν αμάλαγη, με δίχως ασκημάδι.»

(Α, 1-10)

«Στους περαζόμενους καιρούς, που οι Έλληνες ορίζα

κι οπού δεν είχε η πίστη τως θεμέλιο μηδέ ρίζα,

τότες μια αγάπη μπιστική στον κόσμο εφανερώθη

κ’ εγράφτη μέσα στην καρδιά κι ουδέ ποτέ τση ελειώθη»

(Α, 19-22)

 

Η δράση τοποθετείται αόριστα, με πληθώρα βέβαια αναχρονισμών, στην Αθήνα των προχριστιανικών χρόνων, οπότε το έργο με την ευφυή αυτή επιλογή του δημιουργού της αποβάλλει τη στενή τοπικά και χρονικά φυσιογνωμία του και προσλαμβάνει  συστηματικά υπερτοπικό και υπερχρονικό, κλασσικό χαρακτήρα, συνδεόμενο με τη διεθνή, διαχρονική ακτινοβολία και απήχηση του αρχαίου ελληνικού κόσμου.

Στην Αθήνα ζει ο βασιλιάς Ηράκλης με τη γυναίκα του Αρτέμη και την όμορφη κόρη τους Αρετούσα, που την ερωτεύεται κρυφά ο γιος ενός συμβούλου του βασιλιά, ο Ρωτόκριτος. Οι δύο νέοι είναι προικισμένοι με όλες τις χάρες, φυσικές, ηθικές και πνευματικές, και οι λυρικές περιγραφές που ακολουθούν, τις αποδίδουν παραστατικά.

 

«Ήρχισε κ’ εμεγάλωσε το δροσερό κλωνάρι

κ’ επλήθαινε στην ομορφιά, στη γνώση και στη χάρη

εγίνηκε της ηλικιάς παντόθες εγροικήθη

πως για να το’ χου θάμασμα στον κόσμο εγεννήθη

και τ’ όνομά τση το γλυκύ το λέγαν  Αρετούσα

οι ομορφιές τση ήσαν πολλές, τα κάλλη τση ήσα πλούσα.

Χαριτωμένο θηλυκό τως το’ καμεν η φύση

κ’ ίσα τση δεν ευρίσκετο σ’ Ανατολή και Δύση.

Όλες τσι χάρες κι αρετές ήτονε στολισμένη,

ευγενική και τακτική, πολλά χαριτωμένη.»

(Α, 57-68)

 

« Ήταν κι αυτός ένας υγιός πολλά κανακεμένος

φρόνιμος κι αξαζόμενος, ζαχαροζυμωμένος

ήτονε δεκαοκτώ χρονώ, μα’ χε γερόντου γνώση

οι λόγοι του ήσανε θροφή κ’ η ερμηνειά του βρώση

και τ’ όνομα του νιούτσικου Ρωτόκριτον ελέγα

ήτονε τσ’ αρετής πηγή και τσ’ αρχοντιάς η φλέγα

κι όλες τσι χάρες π’ Ουρανοί και τ’ άστρη εγεννήσα,

μ’ όλες τον εμοιράνασι, μ’ όλες τον εστολίσα.»

(Α, 77-84)

 

Ο Ερωτόκριτος εξομολογείται τον έρωτά του στον αδελφικό του φίλο, Πολύδωρο, ο οποίος, στον αντίποδα του ερωτικού πάθους, εκφράζει τη σύνεση και τη λογική και ορμηνεύει το Ρωτόκριτο να εγκαταλείψει το μονόδρομο, ανέλπιδο κι επικίνδυνο πάθος του. Ο νέος, στενοχωρημένος από την κοινωνική διαφορά που τον χωρίζει από την Αρετούσα και αδυνατώντας να μεταστρέψει τον λογισμό του, βρίσκει διέξοδο και προσωρινή ανακούφιση στο τραγούδι. Σε καντάδες που κάνει τη νύχτα κάτω από τα παράθυρα της αγαπημένης.

 

«Πλιο μπόρεση ο λογαριασμός δεν έχει να βουηθήση

εκεί όπ’ αγγίξη η πεθυμιά και τσ’ ερωτιάς η κρίση.

Οι λογισμοί είναι σαϊτιές, καρδιά μου ειν’ το σημάδι

και μάχουνται και ποιος μπορεί να τα συβάση ομάδι;

Ο πόθος όντε βουληθή και θέλει να νικήση,

γνώση δεν ει ουδέ δύναμη να τονε πολεμήση.

Πολλά μεγάλην αφεντιά, πολλά μεγάλη χάρη

έχει το ολόγδυμνο παιδί που παίζει το δοξάρι.»

(Α, 267- 274)

 

«… σαν τραγουδήσω και να πω τον πόνο που με κρίνει,

μου φαίνεται πως ειν’ νερό και τη φωτιά μου σβήνει.»

(Α, 407-408)

 

Η μουσική και το τραγούδι με την ακαταμάχητη γοητεία τους αποτελούν κλειδιά για τον διάφανο κόσμο της μαγείας, γιατί, παρακάμπτοντας εντελώς τη λογική, στοχεύουν κατευθείαν στο θυμικό του ανθρώπου, στην καρδιά. Και βρίσκοντάς την αφρούρητη από τις άμυνες του νου, τη μαγεύουν, την κατακτούν. Έτσι, η Αρετούσα θέλγεται από το πάθος του τραγουδιού και σαγηνεύεται. Κι ο έρωτας μέσα της για τον άγνωστο τραγουδιστή αρχίζει να σπονδυλώνεται. Το πάθος της το εκμυστηρεύεται στο μοναδικό πρόσωπο που εμπιστεύεται, στην πιστή παραμάνα της, τη Φροσύνη. Ευφυής η επιλογή ονόματος, αφού εκείνη εκφράζοντας τη φρόνηση προσπαθεί να συνετίσει την Αρετούσα να ξελησμονήσει τους λογισμούς της. Μα εκείνη αμετάπειστη ταλαντεύεται ανάμεσα στον φόβο και τον πόθο….

«Νένα, μεγάλη πείραξην έχω στο νου μου μέσα

και τα τραγούδια κ’ οι σκοποί αξάφνου μ’ επλανέσα

και πεθυμώ και ραθυμώ να μάθω, να κατέχω,

ποιος είναι αυτός που τραγουδεί κ’ έγνοια μεγάλην έχω

και τούτη η τόση πεθυμιά μου φέρνει σα λαχτάρα

κι ως θυμηθώ πώς τραγουδεί μου ’ρχεται λιγωμάρα!»

(Α, 647-652)

«Από τη μια ’χω του κυρού το φόβο που με κρίνει

Κι από την άλλη τση φιλιάς κι αγάπης την οδύνη»

(Α, 1649-1650)

«Φόβος και πόθος πολεμά και εγώ ’μαι το σημάδι

και δεν μπορώ τούτα τα δυο να τα συβάσω ομάδι.»

(Α, 1657-1658)

«Έρωτας στέκει ανάδια μου κι άδικα τυραννά με,

μ’ άρματα φοβερίζει με και με φωτιά κεντά με.»

(Α, 1667-1668)

«…θωρώ κ’ εξαναγίνηκα, γνωρίζω το απατή μου,

γιατί όλα αλλάξαν εις εμέ, δεν είμαι πλιο σαν ήμου.»

(Γ, 199-200)

 

Εντελώς συμπτωματικά πέφτουν στα χέρια της Αρετούσας οι στίχοι των τραγουδιών του Ρωτόκριτου και μια ζωγραφιά της καμωμένη από τον ίδιο. Είναι φανερό λοιπόν πως ο τραγουδιστής ήταν εκείνος και τα νυχτερινά τραγούδια είχαν προορισμό εκείνη. Οι δυο ερωτευμένοι πλέον σιγουρεύονται με τα μάτια για την αμοιβαία αγάπη τους. Ο έρωτας όμως συμπορεύεται με την οδύνη. Κι ο βασιλιάς, για να διασκεδάσει την κόρη του που τη βλέπει μελαγχολική, χωρίς βέβαια να γνωρίζει την αιτία, οργανώνει ένα κονταροχτύπημα. Παίρνουν μέρος σ’ αυτό αφέντες κι αρχοντόπουλα από διάφορους ελληνικούς τόπους που είχαν φημισμένα κάστρα αλλά και ξένοι, οπότε το κείμενο προσλαμβάνει πολυπολιτισμικό χαρακτήρα, με εναργείς τις διαφορές αλλά και τις ομοιότητες μεταξύ διακριτών πολιτισμικών ομάδων (Μπουκουβάλα- Κλώντζα, 2019). Ο ιπποτικός κόσμος έχει την τιμητική του και μέσα από τον αγώνα αναδεικνύεται νικητής και παραλαμβάνει το βραβείο από τα χέρια της αγαπημένης του, ο Ρωτόκριτος.

Το πάθος της Αρετούσας γίνεται σφοδρότερο και με πρωτοβουλία δική της, αλλά και τη συγκατάθεση της παραμάνας της, οι δύο νέοι συναντιούνται τις νύχτες σ’ ένα καγκελόφραχτο παράθυρο του παλατιού (Αλεξίου, 1995).

 

«Ήρθεν η ώρα κι ο καιρός, να μιληθούν τα πάθη

και ο εις τ’ αλλού τως τα κουρφά ν’ ακούση και να μάθη.»

(Γ, 565-566)

Εκεί τα λόγια θα επιβεβαιώσουν και θα επισφραγίσουν τη συναισθηματική δέσμευσή τους.

 

«ΑΡΕ: του λέει: Γιάντα σγουράφισες την άσκημή μου νιότη

κ’ εκράτηξες τη φυλακτήν εις τ’ αρμαράκι μέσα

με τα τραγούδια οπού ’λεγες κι οπού πολλά μ’ αρέσα;

Ίντα αφορμή εξεκίνησε την όρεξή σου εις τούτα

από την πρώτη π’ άρχισες τραγούδια και λαγούτα;

Και σ’ ίντα στράτα πορπατείς κ’ ίντά ’ναι τα γυρεύγεις

κ’ ίντά ’χεις με του λόγου μου και θες να με παιδεύγης;»

(Γ, 604-610)

 

«ΠΟΙ: Κ’ ίντα δεν κάνει ο Έρωτας σε μια καρδιά π’ ορίζει

σαν τη νικήση, ουδέ καλό ουδέ πρεπό γνωρίζει

ίντα δεν κάνει ο πίβουλος, όντε το νίκος έχει,

και πού  τα βρίσκει τα πολλά τα τόσα που κατέχει!»

(Α, 1037-1040)

«ΠΟΙ: Ως την αυγή τσι πόνους του Ρωτόκριτος εμίλειε,

το παραθύρι σπλαχνικά αντίς εκείνη εφίλειε,

μα η Αρετούσα σπλαχνικά τα τση ’λεγε αφουκράτο

και μόνον αναστέναζε, μα δεν απιλογάτο».

(Γ, 619-622)

 

«ΑΡΕ:.. Σώνει σε τούτο μοναχάς, λέγω σου, να κατέχης:

Εσύ θε να ’σαι ο άντρας μου κ’ έγνοια κιαμιά μην έχης

κι ο κόσμος αν ξαναγενή, άλλο δεν κάνω ταίρι,

μόνο εσέ, Ρωτόκριτε, κι αφς το για δα το χέρι.

Κι ο κύρης σου την προξενιά κάμε να τη μιλήση

του ρήγα, και με τον καιρόν ολπίζω να νικήση.»

(Γ, 687-692)

 

Ο Ρωτόκριτος παρακινημένος από τη νέα, πείθει τον πατέρα του να τη ζητήσει από τον βασιλιά σε γάμο. Ο βασιλιάς θυμώνει γι’ αυτό το θράσος και αποφασίζει να εξορίσει τον νέο μακριά από την Αθήνα. Η Αρετούσα αντιδρώντας στην απόφαση του πατέρα της αρραβωνιάζεται τον Ερωτόκριτο κρυφά, πριν εκείνος πάρει το δρόμο της εξορίας, δίνοντάς του το δαχτυλίδι της κι ανταλλάσσοντας μαζί του όρκο ισόβιας πίστης κι αφοσίωσης.

«ΡΩΤ: Λέγει της ο Ρωτόκριτος: Ήκουσες, τα μαντάτα

που ο κύρης σου μ’ εξόρισε στης ξενιτιάς τη στράτα;

Κ’ εφάνη του κ’ εσφάγηκεν ογι’ αφορμή εδική σου,

σαν άκουσε την προξενιά που ’πες να του μιλήσου,

κ’ έτοιας λογής εμάνισε, τόσο βαρύ του ’φάνη,

κι ο κύρης μου απ’ την πρίκα του λογιάζω ν’ αποθάνη.

Τέσσερεις μέρες μοναχάς μου ’δωκε ν’ ανιμένω

Κι απόκει να ξενιτευτώ, πολλά μακριά να πηαίνω

και πώς να σ’ αποχωριστώ και πώς να σου μακρύνω

και πώς να ζήσω δίχως σου τον ξορισμόν εκείνο;

Εσίμωσε το τέλος μου, μάθης το θες, κυρά μου,

στα ξένα πως μ’ εθάψασι κ’ εκεί ’ν’ τα κόκκαλά μου.

Κατέχω το κι ο κύρης σου γλήγορα σε παντρεύγει

Ρηγόπουλο, αφεντόπουλο, σαν είσ’ εσύ, γυρεύγει

κι ουδέ μπορείς ν’ αντισταθής στα θέλουν οι γονιοί σου,

νικούν τηνε τη γνώμη σου κι αλλάσσει η όρεξή σου.»

(Γ, 1355-1370)

 

«ΑΡΕ: Τα λόγια σου, Ρωτόκριτε, φαρμάκιν εβαστούσα

κι ουδ’ όλπιζα ουδ’ ανίμενα τ’ αφτιά μου ό, τι σ’ ακούσα.»

(Γ,1411-1412)

 

«ΑΡΕ: … και πώς μπορώ να σ’ αρνηθώ; κι αθέλω δε μ’ αφήνει,

τούτ’ η καρδιά που εσύ ’βαλες σ’ τσ’ αγάπης το καμίνι.»

(Γ, 1437-1438)

 

«ΑΡΕ: Του λέγει: (Το δακτυλίδι) Να και βάλε το εις το δεξό σου χέρι,

σημάδι πως ώστε να ζω είσαι δικό μου ταίρι

και μην το βγάλης από κει ώστε να ζης και να ’σαι

φόρειε το κι όποια σ’ το ’δωκε, κάμε να της θυμάσαι.»

(Γ, 1467-1470)

 

«ΑΡΕ: Πάντα σε θέλω καρτερεί, ζώντας κι αποθαμένη,

γιατί μια αγάπη μπιστική στα κόκκαλα απομένει.»

(Γ, 1479-1480)

 

«ΡΩΤ: Παρακαλώ σε, μάτια μου, καλά να το λογιάσης

ποια στράτα μέλλεις να κρατής και ποιαν οδό να πιάσης,

να μη σου πάρη τη ζωή μηδ’ άντρα να σου δώση

το ’να γη τ’ άλλο άνε γενή, θέλει με θανατώσει.»

(Γ, 1533-1536)

 

«ΑΡΕ: Διώξε τσι αυτούς τσι λογισμούς κ’ έγνοια καμιά μην έχης

μη θες να με ξαναρωτάς το πράμα που κατέχεις

εγώ στο νου μου το ’βαλα κείνο, που θε να κάμω,

θάνατο δε μου δίδουσι μηδ’ άλλο γάμο κάνω»

(Γ, 1541-1544)

`

`

 

[Το Β΄ Μέρος της εργασίας θα δημοσιευτεί αύριο]