Σε λιγάκι μπήκαν άλλοι δυο καθηγητές. Ένας κοντούλης μαθηματικός. Περίμενε μετάθεση κείνες τις μέρες κι ούτε καλά καλά μ’ είδε. Ο άλλος ήταν ο φυσικός.

Είχε παχιά μάγουλα και χείλια. Δάγκωνε το τσιγάρο του καθώς μιλούσε. Μόλις με είδε μου μίλησε για τη διευθύντρια. Καλή κακή να τη σέβεσαι. Είναι γυναικούλα βέβαια. Άλλα της λες κι άλλα σου απαντά. Το συμφέρον σου είναι να τα πηγαίνεις καλά μαζί της.

Τον παρακολουθούσα όπως μιλούσε. Είχε πλατυποδία και περπάταγε βαριά ολόγυρα στα τραπέζια. Σκέφτηκα πως ετούτος εδώ κρύβει πολύ επιδέξια κάτι. Η προσπάθεια φαίνεται.

Δεν μας έδειξε ποτέ τις κρυμμένες πλευρές του.

Η χολερική καθηγήτρια είχε κενό τούτη την ώρα.

Προσφέρθηκε να μου κάνει τον ξεναγό μέσα στο Γυμνάσιο. Να ‘δω τις αίθουσες διδασκαλίας. Ήθελε κουβέντα και με θεωρούσε προστατευόμενό της. Δεν έδειξα πως κατάλαβα τίποτε και την ακολούθησα.

Με ρώτησε αν είμαι παντρεμένος και τέτοια. Είπα όχι. Είπε πως προορισμός του ανθρώπου είναι να κάνει οικογένεια. Να βρεις ένα σύντροφο στη ζωή. Τελικά εδώ που υπηρετούμε είμαστε καταδικασμένοι. Κυρίως εμείς οι κοπέλες, βέβαια. Είπα πως είναι ωραίο να παντρεύεται κανένας. Εγώ θ’ αργήσω, όμως.

Σταματήσαμε στην αίθουσα των τελετών του Γυμνασίου Πορφυρής. Η αλήθεια είναι πως είχαμε δυο αίθουσες που τις χώριζε μια κινητή πόρτα. Την ανοίγαμε και γινόταν ο χώρος των εορτών και των συγκεντρώσεων. Στο βάθος κάθονταν οι μαθητές και οι μαθήτριες. Μπροστά ο κόσμος που ερχόταν. Ψεύτικος και ψειριάρικος τόπος.

Η αίθουσα λοιπόν των εορταστικών εκδηλώσεων ήταν πνιγμένη σε νερά και φυσαλίδες, αλλά η τελετή έπρεπε να γίνει. Να λάβει χώρα, όπως είπε η κυρία διευθύντρια. Στο Γυμνάσιο γιορτάζομε τους τρεις γερο-Ιεράρχες. Τα παιδιά συγκεντρωμένα. Κι ο σύλλογος των καθηγητών. Έξω βρέχει απαλά κι ασταμάτητα. Κρυώνω.

Στις γιορτές είναι ωραία έτσι που μιλά η κυρία διευθύντρια ή κανένας άλλος καθηγητής. Καμιά φορά δευτερολογεί ο μητροπολίτης που παρευρίσκεται πάντοτε. Τα παιδιά αποστηθίζουν ποιήματα πατριωτικού και ηθικού περιεχομένου. Γραμμένα δεκαετίες πριν για τη σημερινή περίσταση.

Ομοιοκαταληξίες και πετυχημένα επίθετα. Οι απαγγελίες έχουν προετοιμαστεί προσεχτικά.

Είπα στην καθηγήτρια πως βαριέμαι τούτες τις εκδηλώσεις. Καθόμαστε δίπλα δίπλα στην αίθουσα των τελετών. Τα πάντα είναι ξεφτισμένα. Στο τέλος σ’ αφήνουν τα σημάδια τους. Λερώνεσαι και πρέπει να περάσεις πολλά κύματα για να καθαρίσεις. Μου είπε πως υπερβάλλω. Δεν βλέπω τίποτε βρώμικο στη γιορτή. Μη κάνεις φασαρία τώρα που η διευθύντρια θα μιλά.

Ξαφνικά μέσα από τη βροχή έρχεται η Χάρη.  Βρέθηκε ανάμεσα στη χολερική καθηγήτρια και σε μένα. Πήρα μεγάλη χαρά. Η αίθουσα μετατοπίζεται σε μια πολιτεία άλλη. Η βροχή πλημμυρίζει τους δρόμους. Ο ήλιος αγωνίζεται. Προσπαθώ να διαφυλάξω την ομορφιά της Χάρης. Προσπαθώ να τη διαφυλάξω ολόκληρη. Δεν μπορώ. Τα νερά ανεβαίνουν. Λάμνει αυτή προς το βορρά. Εγώ στο νότο. Χωρίζαμε.

Η διευθύντρια σηκώνεται πάνω. Υποκλίνεται μπροστά στον άγιο επιτηρητή και στις αρχές. Είπε κυρίαι και κύριοι, αγαπητά μας παιδιά. Ψεύτικο και φαντασμένο ύφος. Σαν ιεροκήρυκας. Ακολουθούσε το κλασικό ύφος των διαταγμάτων και των εντολών.

Βουητό χύθηκε μέσα στην αίθουσα. Λάσπη και βάδισμα. Οι τοίχοι με τα κάδρα των ηρώων, οι έδρες, τα θρανία και όλα τα παιδιά πνίγονταν σε λάσπη.

Είπε, λοιπόν, πως οι τρεις Ιεράρχες έζησαν τίμια και πέθαναν φτωχοί. Αγαπούσαν το δίκιο και χτυπούσαν την αμαρτία. Πως, λέει, μελέτησαν αρχαίους ‘Ελληνες σοφούς. Ήτανε δηλαδή μορφωμένοι άγιοι. Τότε ένωσαν δύο πολιτισμούς. Ελληνικό και χριστιανικό, να πούμε. Ότι τούτο το κράμα είναι ο δικός μας πολιτισμός. Το λοιπόν, παιδιά, πρέπει κι εμείς να ζούμε σύμφωνα με τις εντολές τους. Να είμαστε αγνοί και καθαροί. Είπε ακόμη πως ήταν καλοί άνθρωποι κι είχαν κι οι τρεις τους καλές οικογένειες.

Τα παιδιά κι ο κόσμος χειροκρότησαν.

Μετά παρακάλεσε τον ενορχηστή του σύμπαντος να πει δυο λόγια. Εσείς ως ο πλέον κατάλληλος και λοιπά. Αυτός σηκώθηκε αμέσως.

Είπε ότι η εθνική ημών γλώσσα. Επιταγή. Επί του γλωσσικού πεδίου όταν λέγομεν λαόν δεν εννοούμεν ολόκληρον τον Λαόν (τόνισε λάμβδα κεφαλαίο) αλλά μόνον τους αγραμμάτους, οι οποίοι ήδη αποτελούν μειοψηφίαν του Λαού. Εκ του βορβόρου της ψυχής και της γλώσσης.

Ήταν μια ήσυχη μεταποίηση του φυσικού κόσμου. Όλα τυλιγμένα σε φως μεταφυσικό έχαναν τις σταθερές διαστάσεις τους. Η αίθουσα αιωρείται μες στους υδάτινους όγκους σα γυάλινη σφαίρα. Καταλαβαίνω πως είμαστε αποκομμένοι. Έξω ακούστηκε κάτι σαν πυροβολισμός.

Μιλά λοιπόν συνεχώς ο ιερός τελετάρχης. Λέει πως το μέλλον της Ελλάδος είναι τα παιδιά. Η χολερική καθηγήτρια λατρεύει τα παιδιά. Θέλει να παντρευτεί. Να μείνει γρήγορα έγκυος. Πάνω στην ώρα της να γεννήσει. Αγόρι ή κορίτσι δεν έχει σημασία. Ίτε παίδες Ελλήνων. Ανέβηκε πάνω στην έδρα. Δήμητρα και μου είπε να καθίσω φρόνιμα στο θρανίο μου. Είναι η καινούργια καθηγήτριά μου. Κακό παιδί, θα σου ξεριζώσω τ’ αυτιά. Ύστερα πήδησε κάτω και βρέθηκε πάλι δίπλα μου. Στην αίθουσα των τελετών όλοι παρακολουθούν την ομιλία. Προσπαθώ να κάνω χώρο στη Χάρη.

Πόση ώρα κράτησε η νέα ομιλία δεν θυμάμαι. Πάνε άλλωστε πολλά χρόνια από τότε. Όμως ξαφνικά, στα καλά καθούμενα τα τζάμια της αίθουσας έσπασαν. Τα παράθυρα διαλύθηκαν. Το Γυμνάσιο της Πορφυρής εσείσθη έως άνω. Ερράγη το σκότος κι απ’ τα σπασμένα παράθυρα μπήκε στο χώρο μας ο Λορέντζος Μαβίλης.  Ο μητροπολίτης δεν πήρε χαμπάρι.

Απόψε στο κελλί μου δεν μιλώ. Και το πνεύμα μου έχει αποσυντεθεί: Φέρνω μπροστά μου την τελετή. Τα παιδιά μού απαγγέλλουν ποιήματα που εγώ τους δίδαξα. Η διευθύντρια γελά ικανοποιημένη. Νεύει πατρικά ο ουρανίων. Όλα άξια.

Μονάχα ο γερο-Μαβίλης εξακολουθεί να μπαίνει στο ρημαγμένο χτίριο. Τα παιδιά άκουσαν τα σπασμένα τζάμια και πέτρωσαν από τρομάρα. Αυτός φορούσε τη Γαριβαλδινή του στολή. Κατακόκκινη για να κρύβει το αίμα. Στάθηκε απέναντι στον ομιλητή κι άνοιξε το στόμα του.

Γίνηκε μια ηχητική αντίθεση. Ο νεοφερμένος είπε πολύ καθαρά. Κύριοι βουλευταί. Μετά, όμως, τα λόγια του άρχισαν να χάνονται μέσα στο βυθό της πρόστυχης αίθουσας. Έκανε πολλές προσπάθειες να ορθωθεί. Όσο επέμενε τόσο τα νερά να θολώνουν.

Ένα σκυλί κλαίει, στο κελλί του. Στήνω το αυτί. Ο γέρος κατάφατσα στον επίσημο ομιλητή είπε δυνατά.

— Κύριοι βουλευταί!

Ακριβώς τότε ακούσαμε τον πρώτο πυροβολισμό. Ακούστηκε ένα μπαμ και παγώσαμε. Η βροχή έξω έπεφτε κοκκινισμένη. Ανεβαίναμε στο λόφο Δρίσκο.

Λέω λοιπόν στην καθηγήτρια δίπλα μου πως με τόσες βροχές θα βουλιάξει το νησί μια μέρα. Πώς αντέχετε; Έχει πολλή υγρασία κι οι σοβάδες πέφτουν εδώ κι εκεί. Βρισκόταν ακόμη πάνω στην έδρα. Κοντούλα και αυστηρή. Εγώ καθισμένος στα τελευταία θρανία ζάρωνα από φόβο. Είπε πως μερικοί εδώ μέσα πρέπει να τιμωρηθούν παραδειγματικά. Να καθαρίσει η τάξη πια. Ήμουν γεμάτος τύψεις.

Η συνάδελφός μου με ρωτά για τις ιδέες μου. Τι γνώμη έχω για τα συστήματα διδασκαλίας. Το πρόβλημα της γλώσσης, είπε, είναι σοβαρό. Όλες αυτές οι μεταρρυθμίσεις. Πάνω στην πράξη είναι διαφορετικά.

Ιδού, ανεβαίνομε στο Δρίσκο.

Ο οικουμενικότατος μιλά. Η Χάρη μαζεύει τα πράγματά της. Ετοιμάζεται.

Ο κύριος Λορέντζος Μαβίλης, που λέτε, στάθηκε απέναντι. Φορούσε τη στολή του πολέμου. Παντού νερά και πυροβολισμοί.

Η πρώτη σφαίρα μπήκε απ’ το δεξί μάγουλο και βγήκε απ’ τ’ αριστερό. Πέρασε το πρόσωπο πέρα για πέρα. Το στόμα πλημμύρισε κι ερυθρώθηκαν τ’ αξύριστα μάγουλα.

Ο ομιλητής φωνάζει τώρα αγριότερα. Πως ο χυδαϊσμός, να πούμε, μας απειλεί. Και ότι να εγερθούν οι θεματοφύλακες. Αναθεμάτισε τον ακάθαρτο λόγο κι έφτυσε κατάμουτρα το Γαριβαλδινό.

Μέσα στα μάτια μου ενώθηκαν η Χάρη κι ο γερο-Λορέντζος. Μπερδεύτηκαν και τα παιδιά που άκουγαν πετρωμένα. Μου φάνηκε πως μπήκε ωραία κι αστραφτερή, χτενισμένη λίγες ώρες πριν, πως μπήκε, λέει, από το σπασμένο παράθυρο της αίθουσας. Φευγάτη κι όμως ξανά εδώ.

Η δεύτερη σφαίρα του ‘ρθε κατάμουτρα. Μπήκε από το κάτω χείλος, και του σμπαράλιασε τα δόντια. Τρύπησε τη γλώσσα και βγήκε από το δεξί μάγουλο που σκίστηκε. Ολότελα. Η πληγή φάνηκε αποτρόπαια λίγο παρακάτω από τ’ αυτί.

Ο γέρος κλονίστηκε κι ακούμπησε στην έδρα. Τα παιδιά ούρλιαζαν. Οι ήρωες απόστρεψαν τα πρόσωπα. Η αίθουσα μούγκριζε. Ύστερα η Χάρη ωραία πολύ κι απροσποίητη κράτησε το γέρο. Ήρθε δίπλα του και τον στήριξε καθώς κλονίστηκε. Γέμισε αίματα. Εκείνος δε φαινόταν να ‘χει αίμα πουθενά. Η ολοπόρφυρη στολή το ‘πινε. Μόλις ανάβλυζε χανόταν.

Η αυστηρή καθηγήτρια κάθεται δίπλα μου στην αίθουσα των τελετών. Όλα είναι ήσυχα καθώς η ομιλία συνεχίζεται. Η λέξη εκκαθάρισις γυρνούσε και ξαναγυρνούσε πάνω στα κεφάλια των παιδιών. Η διευθύντρια κάθεται απέναντι. Έχει, σταυρώσει τα πόδια της. Φορεί μαύρες κάλτσες. Το φως ολόγυρά της παίζει. Παρατηρώ πως η νεαρή καθηγήτρια έχει τελείως απορροφηθεί. Τα μάτια της ταξιδεύουν σε κόσμους με μωρά. Τα παίρνει στα χέρια της και τα ταΐζει. Το στήθος της είναι μεγάλο. Η μπλούζα που φορεί δεν πάει με τη φούστα.

Μονάχα στον τρίτο πυροβολισμό έπεσε ο γέρος. Πήγε να πέσει κατάχαμα πάνω στα πόδια μας αλλά τον κράτησε η Χάρη. Τον παίρνει στην αγκαλιά της σα βρέφος.Η καθηγητριούλα ξεκουμπώνει την μπλούζα. Ξανά η Χάρη μπροστά με τα φουστάνια ματωμένα. Το παράθυρο ανοιχτό. Έδωσε μία και με το γέρο στα χέρια πέταξε έξω. Ούτε που έκανα καμιά προσπάθεια να τη σταματήσω. Η βροχή δυνάμωνε.

Έτρεμα στα τελευταία θρανία καθώς η καθηγήτριά μου (το στήθος της μεγάλο, η μπλούζα παράταιρη με τη φούστα) φοβέριζε πως θα δω εγώ.

Βλέπω τα παιδιά να χειροκροτούν. Τον ομιλητή να τελειώνει. Να ισιώνει τη γενειάδα και να κάθεται κάτω. Τη Χάρη με το νεκρό γέρο στην αγκαλιά να περιφέρεται στο δωμάτιό μου. Γίνεται ένας κύκλος με το αίμα. Κάθομαι στο κέντρο. Κάποιος ανεβαίνει στην έδρα. Υποκλίνεται και αρχίζει ν’ απαγγέλλει.

Η ώρα που μου ‘κανε παρέα η καθηγήτρια τέλειωσε. Τέλειωσε κι η τελετή. Η νήσος Πορφυρή μουσκεμένη ίσα με τα κόκκαλα. Παίρνουμε διαφορετικές κατευθύνσεις και χωρίζουμε. Κάποιος με κρατάει από τ’ αυτί και με βγάζει έξω από την αίθουσα. Η καθηγήτρια χαίρεται πολύ που διορίστηκε σε τούτο το Γυμνάσιο, θα κάνουμε παρέα, κύριε συνάδελφε.

Όταν τέλειωσε η γιορτή και φύγαμε από το Γυμνάσιο η βροχή είχε σταματήσει. Ο κοσμάκης βγήκε από το ραγισμένο χτίριο εντελώς ευχαριστημένος. Τα παιδιά σοβαρά. Η διευθύντρια έσκυβε και φιλούσε το χέρι του συνομιλητή.

Η καθηγήτρια με κοίταζε άφωνη.

Η ατμόσφαιρα όμως δεν είχε ξεκαθαρίσει καθόλου. Τα σύννεφα είχαν κατέβει πολύ χαμηλά έτσι που ακουμπούσαν πάνω στις στέγες των σπιτιών. Έδιναν ένα θολό χρώμα ολόγυρα. Τότε φάνηκαν πολλά κατάμαυρα κοράκια να βγαίνουν μέσα απ’ τα ασπριδερά σύννεφα. Έσκιζαν τον αέρα και πέφτανε πάνω στον κόσμο και τα παιδιά. Δεν ακουγόταν καμιά φωνή ή ήχος καθώς τα πουλιά χώνονταν μέσα στα μάτια των ανθρώπων. Όλα ήταν πολύ ρευστά. Τα σώματα σχεδόν άυλα. Τα όρνεα να περνούν μέσα από τα κορμιά μας που ανοίγανε σαν αέρινα. Θαρρούσε κανένας πως δε συνέβαινε τίποτε. Μονάχα αν κοίταζε καλά θα ‘βλεπε πού και πού κανένα κοράκι να αρπάζει στα νύχια του ένα παιδί και να χάνεται στα σύννεφα. Στο δρόμο σταγόνες από αίμα.

Σκέφτηκα πως ευτυχώς που σταμάτησε να βρέχει. Η Χάρη κι ο γέρος θα κάνουν καλό ταξίδι. Είναι φριχτό να βρέχεσαι και να αιμορροείς.

Η καθηγήτρια μου ‘πε πως θα με δει το απόγευμα.