Η ΟΜΟΡΦΙΑ

Εκείνη που το ον καταρρακώνει, η ομορφιά

Θα βασανιστεί να γυρνάει στους τροχούς –

Ατιμασμένη, κηρυγμένη ένοχη, γινωμένη

Κραυγή, και νύχτα, και χαρά, αλλ’ αλλοτριωμένη.

– Ω σπαραγμένη σ’ όλα της αυγής τα κάγκελα,

Ω χιλιοτσαλαπατημένη σε όλους τους δρόμους,

Η άφατή μας η απελπισία θά ’ναι νά ’σαι ζωντανή,

Η καρδιά μας να υποφέρεις, η φωνή μας

Ν’ ατιμάζεσαι εν μέσω κλαυθμών και οδυρμών,

Και να σε λένε ψεύτρα, τροφοδότρα του μαύρου ουρανού,

Ο πόθος μας νά ’ναι ωστόσο το σώμα σου που τρεκλίζει

Και το έλεός μας τούτη η καρδιά που οδηγεί μόνο στον βόρβορο.

`

*

Η ΙΔΙΑ ΦΩΝΗ, ΠΑΝΤΑ

Σαν το ψωμί είμαι που θα κόψεις με τα χέρια,

Σαν τη φωτιά που θ’ ανάψεις, σαν το γάργαρο νερό

Που θα σ’ ακολουθήσει στων νεκρών το χώμα.

Σαν τον αφρό

Που έχει ωριμάσει για χάρη σου το φως και το λιμάνι.

Σαν το πουλί της εσπέρας που σβήνει τις κοίτες,

Σαν τον άνεμο ομοίως της εσπέρας μα ξάφνου

   πιο ψυχρός και πιο απότομος

`

*

ΤΟ ΑΛΕΤΡΙ

Η ώρα πέντε. Ακόμη χιόνι. Ακούω φωνές

Στη μπροστινή μεριά του κόσμου.

Έν’ αλέτρι

Σαν φεγγάρι στα τρία του τέταρτα

Λάμπει, αλλά το σκεπάζει

Η νύχτα με μια πιέτα χιονιού.

Του λοιπού αυτό το παιδί

Έχει όλο το σπίτι δικό του. Πάει

Απ’ τό ’να παράθυρο στ’ άλλο. Ζουλάει

Με το δάχτυλό του τα τζάμια. Και βλέπει

Σταγόνες ν’ ανθίζουν εκεί που σταματάει

Να σπρώχνει την ομίχλη

Στον ουρανό που πέφτει.

`

(Περισσότερα ΕΔΩ)