Αναγνωρίζω τη σιωπή,
την έντονη φωνή που σπάει στα δύο,
το τοπίο ή τους λόγους,
την επιθυμία ή το μάτι,
το μάτι μιας ρημαγμένης Ελλάδας,
της παντοτινής.
Μερικές φορές το νόημα είναι το ελάχιστο.
Μονάχα η γραμμή του ορίζοντα,
η γλώσσα των χεριών σου,
η θάλασσα, η άγρια σιλουέτα
κι η νοσταλγία,
Για μια στιγμή, να νιώθω το αποτέλεσμα,
τη μεταγραφή ενός αισθήματος,
τη δύση των νοημάτων.
Έστω πως οι στιγμές είναι όψεις ενός τοπίου.
Τα πάντα σπάνε στην Αθήνα ή κοντεύουν να σπάσουν.
Ό,τι γεννιέται,
ό,τι επιβιώνει
καταλήγει να καθορίζεται απ’ ό,τι υπάρχει γύρω του.
Τα πάντα για κάποιο λόγο επιβιώνουν.
Εδώ, όταν κάτι σπάει, λένε πως είναι γούρι.
Η πόλη με το συναισθηματικό χάος,
της αμφισβήτησης, της μετάλλαξης και της επιθυμίας.
Αναγνωρίζω τον ήχο,
τη δόνηση των βημάτων,
βήματα που υπογραμμίζουν την ανθρώπινη κατάσταση,
σε έναν χαμένο παράδεισο,
σε έναν παράδεισο.
Περπατάς σαν να εξαρτάται απ’ αυτό η ζωή σου.
Χάνομαι, ηττώμαι απ’ τα βήματά μου.
Βυθίζομαι στην άσφαλτο και κοιτώ ψηλά,
τα πουλιά που τραγουδούν απ’ την Ακρόπολη.
Όταν χαμογελάς στο παρελθόν, χαμογελάς ειρωνικά στο παρόν.
Και τα πάντα σταματούν.
Μέσα σου, επίσης.
Ίσως η σύγχυση προκαλεί το αποτέλεσμα,
Οι συνθήκες σημαδεύονται από τη σιωπή,
από μια αναζήτηση.
Αν παραμένεις στον ίδιο τόπο δεν είναι πια επιλογή σου.
Μια καρέκλα έχει πολλές όψεις.
Η μοναξιά
και μια καρέκλα που κινείται.
Αν αλλάζεις θέση,
αν αλλάζεις επ’ άπειρον, τότε δεν αλλάζεις,
συγκινείσαι,
διαλύεις τα πάντα.
Και κάποιος ρωτά για τον χρόνο που έχασες,
για την ανησυχία σου…
Οι κορδέλες δένονται πάντα μεταξύ τους.
Η χαρτογραφία των φιλιών.
Ό,τι κατάφερε να υπάρξει.
Η απόσταση από τον εαυτό.
Λένε ότι όποιος κλείνεται χάνει πάντα.
Παίρνω απόσταση σημαίνει πλησιάζω.
Διακρίνω σημαίνει απελευθερώνομαι.
Αγαπώ σημαίνει λησμονώ.
Αγαπώ γιατί έτσι,
όπως πάντα.
Ένα κομμάτι του χρόνου μου.
Πλέω κάπου εκεί,
στην αχλή, και στο βάθος η νύχτα.
Οι αποφάσεις,
οι αποφάσεις αλλάζουν.
Εξαντλούνται.
Το ξέρω.
Το ξέρεις.
Νομίζω πως το ξέρεις.
Όποιος διαβάζει, ακούει.
Όποιος ακούει, διαβάζει.
Μόνο η επιστήμη του διαπερατού μπορεί να επινοήσει μια ουτοπία.
Μόνο η επινόηση του ονείρου.
Δεν είναι να απορείς που επανειλημμένα πέφτεις στο ίδιο μέρος,
είναι φυσικό, ένα γεγονός πολύ υποκειμενικό,
το σχήμα μιας μεγαλύτερης πτώσης.
Μου λείπεις
ή απομακρύνομαι
ή εκπλήσσομαι.
Ίσως μπορέσω να σε νιώσω στ’ αλήθεια έτσι.
Οι μέρες είναι μεγάλες
κι αυτός που πέφτει είμαι πάντα εγώ.
Χαιρετώ
και ξαναρχίζω.
Τη νύχτα καπνίζεις.
Παρατηρείς τ’ αστέρια,
τις ελεύθερες πτώσεις,
το μωσαϊκό μιας νύχτας καρναβαλιού.
Ελάχιστα σε θυμάμαι.
Το πρόσωπό σου σβήνεται απ’ τη μνήμη μου.
Γράφω για να ξεχνώ
γιατί θέλω,
γιατί ξεχνώ τι θέλω.
Ένα πλάσμα ικανό,
ένα πλάσμα ικανό να παραμένει,
παρά τις δυσκολία της συντριβής από τις λέξεις
υποταγμένο στην ελευθερία,
χωρίς ανακωχή.
Σε αγαπώ χωρίς να το ξέρεις.
Σε αγαπώ για κάθε σου χειρονομία,
γι’ αυτό που αγωνιζόμαστε.

 

 

Αθήνα-Τενερίφη 2018

 

`

*

Por lo que luchamos

 

Reconozco el silencio,

la voz intensa partida en dos,

el paisaje o las razones,

el deseo o el ojo,

el ojo de una Grecia devastada,

la de siempre.

A veces el sentido es lo de menos.

Solo la línea del horizonte,

el lenguaje de tus manos,

el mar, la silueta salvaje

y la nostalgia.

Por un instante, sentir el resultado,

la transliteración de un sentimiento,

el ocaso de los sentidos.

Digamos que los instantes son como pliegues de un paisaje.

Todo se rompe en Atenas o está a punto de romperse.

Cualquier cosa que nace,

cualquier cosa que sobrevive

acaba siendo condicionada por lo que la rodea.

Y todo sobrevive por algún motivo.

Y cuando algo se rompe, aquí dicen que habrá suerte.

La ciudad del caos sensible,

del anarquismo y de la utopía,

de la duda, la mutación y el deseo.

Reconozco el sonido,

la vibración de los pasos,

los pasos que subrayan la condición humana,

en un paraíso perdido,

en un paraíso.

Andar como si te fuera la vida en ello.

Perderme, ser derrotado por mis pasos.

Hundirme en el asfalto y mirar hacia arriba,

a los pájaros que silban desde la Acrópolis.

Sonreír al pasado es sonreír irónicamente al presente.

Y todo se detiene.

En el interior, también.

Quizá sea la confusión la que provoca el efecto.

Las condiciones quedan marcadas por el silencio,

por una búsqueda.

Permanecer en un mismo lugar ya no es una opción.

Una silla tiene muchas caras.

La soledad

y una silla que se mueve.

Cambiar de posición,

cambiar en el infinito no es cambiar,

es conmoverse,

es lastimarlo todo.

Y que alguien te pregunte por el tiempo que perdiste,

por tu inquietud…

Los lazos siempre se enredan.

La cartografía de los besos.

Lo que pudo ser.

La lejanía de uno mismo.

Cuentan que quien se adentra pierde siempre.

Distanciarse es acercarse.

Discernir es liberarse.

Amar es olvidar.

Amar porque sí,

por lo de siempre.

Un pedazo de mi tiempo.

Navegar por ahí,

por la bruma con noche al fondo.

Las decisiones,

las decisiones cambian.

Y se agotan.

Lo sé.

Lo sabes.

Creo que lo sabes.

Quien lee, escucha.

Quien escucha, lee.

Solo la ciencia de lo permeable puede inventar una utopía.

Solo inventar el sueño.

Caer repetidamente en el mismo sitio no es algo asombroso,

es natural, un hecho muy subjetivo,

un esquema de una caída mayor.

Echarte de menos

o alejarme

o sorprenderme.

Quizá pueda sentirte de verdad así.

Los días son largos

y quien cae siempre soy yo.

Me despido

y vuelvo a empezar.

Fumas en la madrugada.

Observas las estrellas,

las caídas libres,

el mosaico de una noche de carnaval.

Y te recuerdo apenas.

Tu cara se va borrando de mi memoria.

Y escribo para olvidar

porque quiero,

porque me olvido de lo que quiero.

Un ser capaz de,

un ser capaz de permanecer,

pese a la dificultad de ser arrollado por las palabras,

sometido a la libertad,

sin tregua.

Te amo sin que lo sepas.

Te amo por cada gesto,

por lo que luchamos.

 

 

Atenas-Tenerife, 2018.