επιμέλεια: Νίκος Α. Δοντάς
κείμενα: Νίκος Α. Δοντάς, Μηνάς Ι. Αλεξιάδης, Μαριάννα Σιδερή, Εκτόρ Μπερλιόζ, Σοφία Κομποτιάτη
μετάφραση: Νίκος Α. Δοντάς

`

 

Το έργο: Όπερα σε πέντε πράξεις με μπαλέτο, ο «Φάουστ» -στηρίζεται σε ποιητικό κείμενο των Ζυλ Μπαρμπιέ και Μισέλ Καρρέ, οι οποίοι άντλησαν το υλικό τους από το θεατρικό έργο Φάουστ και Μαργαρίτα του Καρρέ (1850), όπως επίσης από το Α΄ Μέρος του «Φάουστ», του Γιόχαν Βόλφγκανγκ φον Γκαίτε (1808) στη γαλλική του μετάφραση από τον Ζεράρ ντε Νερβάλ (1828). Τυπικό δείγμα γαλλικής μεγαλόπρεπης όπερας -grand opera- και η πρώτη του είδους που σημείωσε τόσο μεγάλη επιτυχία παγκοσμίως, ο Φάουστ παρέμεινε το δημοφιλέστερο λυρικό έργο μέχρι περίπου τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Ξεκίνησε ως opera comique με πεζούς διάλογους και μετασχηματίστηκε σταδιακά, στη διάρκεια μίας δεκαετίας, ώστε να ταιριάξει στα γούστα του παγκόσμιου κοινού. Ο όρος opera comique -κωμική όπερα- δεν υπαινίσσεται κωμικά στοιχεία, αλλά αφορά σε χαρακτηριστικά δομής και αισθητικής, ένα από τα οποία είναι οι διάλογοι πρόζας. Από τον Γκαίτε ο Φάουστ κρατά μονάχα την αφήγηση και παρακάμπτει το φιλοσοφικό υπόβαθρο: ο ηλικιωμένος επιστήμονας Φάουστ πουλά τη ψυχή του στον Μεφιστοφελή, με αντάλλαγμα τη νιότη και τον έρωτα. Στο επίκεντρο της όπερας δεν βρίσκεται τόσο ο ίδιος Φάουστ, όσο η Μαργαρίτα, που μεταμορφώνεται χάρη στο έρωτα και τελικά πληρώνει σκληρά τις επιλογές της.

`

`

Πρεμιέρες: Ως κωμική όπερα, με πεζούς διάλογους, ο «Φάουστ» πρωτοπαρουσιάστηκε στο Λυρικό Θέατρο του Παρισιού στις 19 Μαρτίου 1859. Στη μεγαλόπρεπη εκδοχή του, με μελοποιημένους διάλογους και μπαλέτο, δόθηκε από την παρισινή Όπερα στις 3 Μαρτίου 1869. Το έργο εγκαινίασε τη Μητροπολιτική Όπερα της Νέας Υόρκης στις 22 Οκτωβρίου 1883.

Από την Εθνική Λυρική Σκηνή, που ξεκίνησε να λειτουργεί το 1939/40 ως μέρος του Εθνικού -τότε Βασιλικού- Θεάτρου, ο Φάουστ πρωτοπαρουσιάστηκε στις 12 Νοεμβρίου 1959 με πρωταγωνιστές τον Νίκο Χατζηνικολάου (Φάουστ), την Ζωή Βλαχοπούλου (Μαργαρίτα) και τον Νίκο Μοσχονά (Μεφιστοφελή). Την ορχήστρα και τη χορωδία διηύθυνε ο Αντίοχος Ευαγγελάτος, ενώ η σκηνοθεσία ήταν του Λέο Νεντομάνσκι.

`

***********************************************************************

`
 Ο Σαρλ Γκουνό γεννήθηκε στο Παρίσι το 1818 και πήρε τα πρώτα μαθήματα πιάνου από τη μητέρα του. Σπούδασε στο ωδείο του Παρισιού και το 1839 κέρδισε το περίφημο Βραβείο της Ρώμης για την καντάτα του Φερδινάνδος. Στην Ιταλία μελέτησε τα έργα του Παλεστρίνα και άλλες συνθέσεις εκκλησιαστικής μουσικής. Αργότερα, χάρη στην Φάννυ και τον Φέλιξ Μέντελσον ήρθε σε επαφή με τη μουσική του Ι.Σ.Μπαχ. Το 1851 συνέθεσε την πρώτη του όπερα, την Σαπφώ. Το 1859 ο Φάουστ έκανε τον συνθέτη γνωστό σε όλο τον κόσμο. Ακολούθησαν η γαλλικής θεματολογίας Μιρέιγ (1864), που πρόσφατα έχει έρθει και πάλι στο προσκήνιο, και η όπερα Ρωμαίος και Ιουλιέττα (1867), βασισμένη στον Σαίξπηρ. Εκτός από λυρικά έργα ο Γκουνό συνέθεσε επίσης συμφωνίες ενώ κατά τα τελευταία χρόνια της ζωής του ασχολήθηκε ιδιαίτερα με έργα θρησκευτικής μουσικής, ορατόρια, λειτουργίες, μοτέτα. Πέθανε από εγκεφαλική συμφόρηση το 1893.