Άπαντα τα πεζά ΙΙ (Συλλογές: Ο Ποιητής και Οι συνωμότες).

Υπουργείο Παιδείας Κύπρου, Λευκωσία, 2017

`

Το μικροδιήγημα «O Μπόρχες κι εγώ» δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά το 1957 στα
ισπανικά ως «Borges y yo», στο περιοδικό Biblioteca, και συμπεριλήφθηκε το 1960 στη
συλλογή El Hacedor (Ο Ποιητής) (Borges and I, n.d.). Σε αυτό ο Χόρχε Λουίς Μπόρχες
στοχάζεται πάνω στο θέμα της δυαδικότητας, στη σχέση δηλαδή ανάμεσα στη δημόσια
εικόνα του (ο συγγραφέας, δηλαδή «ο Μπόρχες») και στην ιδιωτική εικόνα του (ο
άνθρωπος, δηλαδή το «εγώ»). Σύμφωνα με το περιεχόμενο της συγκεκριμένης ιστορίας,
ο αφηγητής ακούει για τη δραστηριότητα και τις επιτυχίες του διάσημου συγγραφέα
Μπόρχες, αλλά αναρωτιέται αν αυτές αντικατοπτρίζουν τον απλό, καθημερινό άνθρωπο
Μπόρχες.

Η αφήγηση γίνεται σε πρώτο πρόσωπο και ο αφηγητής αμφιταλαντεύεται ανάμεσα στον
ίδιο, στον οποίον αναφέρεται με τη χρήση του πρώτου προσώπου της προσωπικής
αντωνυμίας «εγώ», και στον Μπόρχες, τον διάσημο συγγραφέα, νέα του οποίου
λαμβάνει, όπως αναφέρει, με το ταχυδρομείο και βλέπει τ’ όνομά του σε μια ομάδα
καθηγητών ή σ’ ένα βιογραφικό λεξικό. Ο αφηγητής παρουσιάζεται με το «εγώ», ως
απλό πρόσωπο, το οποίο ζει στο Μπουένος Άιρες και του αρέσουν οι κλεψύδρες, οι
χάρτες, η τυπογραφία του 18ου αιώνα, η γεύση του καφέ και η πεζογραφία του
Στήβενσον (Μπόρχες: 2013β, 449). Οι αναφορές στις αγαπημένες του αυτές συνήθειες
φανερώνουν άτομο εκλεπτυσμένο, το οποίο όμως δεν διακρίνεται για κάτι το αξιόλογο,
σε αντίθεση με τον διάσημο συγγραφέα, στον οποίο, με ειρωνικό ύφος, ο αφηγητής
δηλώνει ότι «συμβαίνουν όλα» (308).
Ο αφηγητής δημιουργεί από την αρχή μια απόσταση ανάμεσα στο δημόσιο
πρόσωπο Μπόρχες, που προβάλλεται μέσα από τα κείμενά του, και στον απλό άνθρωπο,
στο «εγώ», δείχνοντας να είναι πιο κοντά στο δεύτερο, αφού σε τέσσερα συγκεκριμένα
σημεία της ιστορίας αποκαλεί τον συγγραφέα με τη φράση «ο άλλος». Μολονότι υπάρχει
αυτή η απόσταση και η φαινομενική προτίμηση στο «εγώ», ο αφηγητής παραδέχεται, με
κάποια πίκρα, την αδιάλειπτη σχέση ανάμεσα στον συγγραφέα Μπόρχες και στο «εγώ».
Μοιράζονται, όπως λέει, τις ίδιες προτιμήσεις, όμως ο Μπόρχες «μ’ έναν τρόπο
ματαιόδοξο τις μετατρέπει σε καμώματα θεατρίνου»  αφού η ιδιότητά του είναι  αυτή του συγγραφέα.

Σύμφωνα με τον αφηγητή, η σχέση ανάμεσα στις δύο αυτές
οντότητες δεν είναι εχθρική: το «εγώ» εξυπηρετεί πολλές φορές τον συγγραφέα
Μπόρχες, ο οποίος, όπως παραδέχεται, έχει να επιδείξει ένα αρκετά καλό συγγραφικό
έργο.
Συνεχίζοντας τον προβληματισμό του ο αφηγητής είναι πεπεισμένος ότι σε κάποια
στιγμή το «εγώ» θα σταματήσει να υπάρχει, θα χαθεί για πάντα, και μονάχα κάποια
στιγμή του θα επιβιώσει μέσα από το έργο του «άλλου», δηλαδή του συγγραφέα
Μπόρχες. Αναφερόμενος στον συγγραφέα, ομολογεί πως αυτός παραποιεί κάποια
θέματα και σε κάποια άλλα υπερβάλλει, θεωρώντας όμως ότι αυτό συμβαίνει εξαιτίας
της συγγραφικής ιδιότητάς του.
Ακολούθως αναφέρει τον φιλόσοφο Σπινόζα (Μπόρχες: 2013β, 449), ο οποίος το
1670 στο έργο του Tractatus Theologico-Politicus υποστήριξε πως υπάρχουν καθολικοί
νόμοι της φύσης που καθορίζουν τα πάντα γύρω μας. Έτσι, ο αφηγητής αποδέχεται αυτή
τη νομοτέλεια και δηλώνει ότι θέλει να παραμείνει Μπόρχες∙ ως Μπόρχες, όμως, δεν
ορίζει πλέον αν πρόκειται για τον συγγραφέα ή το «εγώ», καταλήγοντας στο
συμπέρασμα ότι οι δύο οντότητες συναντώνται και ενδεχομένως ταυτίζονται. Έτσι, η
κατάληξη «δεν ξέρω ποιος από τους δυο μας γράφει αυτή τη σελίδα» (309) επιβεβαιώνει
τους προβληματισμούς του αφηγητή. Μάλιστα, αυτό ακριβώς που τονίζεται είναι ότι ο
Χόρχε Λουίς Μπόρχες συνειδητοποιεί περαίνοντας ότι δεν γνωρίζει επακριβώς αν στην
πραγματικότητα είναι ο αφηγητής ή ο συγγραφέας της ιστορίας.
Σε αυτό το μικροδιήγημα παρουσιάζεται έντονο το αυτοαναφορικό στοιχείο, αφού
πίσω από τον αφηγητή βρίσκεται ο ίδιος ο Μπόρχες. Η αναφορά στην αρχή στο
Μπουένος Άιρες, την πρωτεύουσα της Αργεντινής, τόπο γέννησης του Μπόρχες και
πόλη στην οποία έζησε κατά καιρούς, παραπέμπει στον ίδιο τον συγγραφέα. Στην
προκειμένη περίπτωση ο Μπόρχες αξιοποιεί τη λογοτεχνική persona, το προσωπείο, με
το οποίο:
[…] ένας λογοτέχνης, ποιητής ή πεζογράφος, προτιμά να καλύψει το συγγραφικό του
«εγώ» πίσω από ένα προσωπείο, μία περσόνα, που στο συγκεκριμένο έργο θα μιλάει
αντί γι’ αυτόν.
(Παρίσης & Παρίσης: 1999, 148)

`
Με το συγκεκριμένο συγγραφικό τέχνασμα επιτυγχάνει να διατυπώσει τους
βαθύτερους προβληματισμούς του για τον εαυτό του ως άνθρωπο και ως λογοτέχνη, μια
και επιχειρεί να διαχωρίσει το δημιούργημα από τον δημιουργό του, με αποτέλεσμα την
αυτονόμηση του έργου στον χρόνο. Επιπλέον, αναδεικνύεται το γεγονός ότι ο ίδιος ο
Μπόρχες δεν ήθελε να προβάλει την τεράστια αξία του, ως συγγραφέα. Έτσι, στη
συγκεκριμένη ιστορία αναφέρει «πως έχει γράψει μερικές αξιόλογες σελίδες» (308), οι
οποίες όμως δεν ανήκουν σε κανένα, ούτε καν στον ίδιο που είναι ο δημιουργός τους,
παρά μόνο «στη γλώσσα ή στην παράδοση» (ό.π.), δηλαδή στη λογοτεχνική παραγωγή
που μένει κληροδότημα στις γενιές που ακολουθούν. Η αναφορά αυτή παραπέμπει στο
δοκίμιο του Αμερικανού ποιητή και κριτικού λογοτεχνίας T.S. Eliot «Παράδοση και
ατομικό ταλέντο» («Tradition and the Individual Talent»), δημοσιευμένο το 1919, το
οποίο περιλαμβάνει τις θέσεις του σχετικά με τη λογοτεχνική παράδοση και τη στάση
που οφείλει να τηρεί απέναντι σε αυτήν ο εκάστοτε δημιουργός. Πρόκειται για ένα
δοκίμιο που θεωρήθηκε ως το ανεπίσημο καλλιτεχνικό μανιφέστο του Έλιοτ, σύμφωνα
με το οποίο, ο εκάστοτε δημιουργός είναι απλά το μέσο για να ολοκληρωθεί ένα έργο, το
οποίο, παρόλο που είναι ένα νέο δημιούργημα, έχει ωστόσο τις βάσεις του στην  παράδοση και δεν ανήκει σε κανέναν, παρά μόνο στους παραλήπτες του (Eliot: 1919, 54-
55).

`
Καταλήγοντας, είναι σημαντικό να τονιστεί ότι στο συγκεκριμένο μικροδιήγημα το
θέμα της δυαδικότητας απασχολεί ιδιαίτερα τον Μπόρχες. Προβάλλεται αρχικά με την
επιλογή του συγκεκριμένου τίτλου («Ο Μπόρχες και εγώ»), επεκτείνεται καθ’ όλη τη
διάρκεια της αφήγησης και εντείνεται ιδιαίτερα στο τέλος, όταν ο αφηγητής αναρωτιέται
κατά πόσο πρόκειται για ένα άτομο ή για δύο άτομα που συγγράφουν αυτή την ιστορία.
Σύμφωνα με τον Yates (1973: 317), «Ο Μπόρχες και εγώ» αποτελεί την πιο σύντομη
αναφορά ενός χαρακτήρα και μιας αναζήτησης ταυτότητας, η οποία είναι διπλή∙ η
αίσθηση του εαυτού ως διττού και ο διαχωρισμός ανάμεσα στο «εγώ» και στο δημόσιο
πρόσωπο προβάλλει κατ’ επέκταση και το αίσθημα της αμφιβολίας, που οδηγεί στον
έντονο προβληματισμό, με τον οποίο ολοκληρώνεται το μικροδιήγημα: «Δεν ξέρω ποιος
από τους δυο μας γράφει αυτή τη σελίδα». Η πραγματικότητα είναι πως δεν μπορεί
να δοθεί μία και μοναδική απάντηση, επομένως ο προβληματισμός εξακολουθεί να
παραμένει.

`
Το θέμα της αυτοαναφορικότητας απαντάται συχνά στη λογοτεχνία, στις
περιπτώσεις εκείνες που ο λογοτέχνης διακόπτει τη ροή της αφήγησης με
αυτοαναφορικές παρεκβάσεις που αφορούν στο δημιουργικό του έργο. Εύγλωττο
παράδειγμα αποτελεί το ακόλουθο απόσπασμα από το ποίημα του Νίκου Εγγονόπουλου
Μπολιβάρ, όπου ο ποιητής εκφράζει την απελπισία του για το γεγονός ότι κανείς ποτέ
δεν τον κατάλαβε ή δεν θέλησε να κατανοήσει το ποιητικό του έργο και την ανησυχία
του μήπως αυτό δεν αναγνωριστεί, όπως δύσκολα έγινε αντιληπτό το έργο του
Ανδρούτσου και του Μπολιβάρ. Ο παραλληλισμός του αφηγητή-ποιητή με τον
Ανδρούτσο και τον Μπολιβάρ αποτελεί στοιχείο αυτοαναφορικότητας:

`
[…]
Και τώρα ν’ απελπίζουμαι που ίσαμε σήμερα
δεν με κατάλαβε, δεν θέλησε, δε μπόρεσε να καταλάβη
τι λέω, κανείς;
Βέβαια την ίδια τύχη νάχουνε κι’ αυτά που λέω τώρα
για τον Μπολιβάρ, που θα πω αύριο για τον Ανδρούτσο;
Δεν είναι κι’ εύκολο, άλλωστε, να γίνουν τόσο γλήγορα
αντιληπτές μορφές της σημασίας τ’ Ανδρούτσου και του Μπολιβάρ,
Παρόμοια σύμβολα.
Αλλ’ ας περνούμε γρήγορα: προς Θεού, όχι συγκινήσεις,
κι’ υπερβολές, κι’ απελπισίες.
Αδιάφορο, η φωνή μου είτανε προωρισμένη μόνο για τους αιώνες.
(Στο μέλλον, το κοντινό, το μακρυνό, σε χρόνια, λίγα,
πολλά, ίσως από μεθαύριο, κι’ αντιμεθαύριο,
Ίσαμε την ώρα που θε ν’ αρχινίση η Γης να κυλάη
άδεια, κι’ άχρηστη, και νεκρή, στο στερέωμα,
Νέοι θα ξυπνάνε, με μαθηματικήν ακρίβεια, τις άγριες
νύχτες, πάνω στην κλίνη τους,
Να βρέχουνε με δάκρυα το προσκέφαλό τους,
αναλογιζόμενοι ποιος είμουν, σκεφτόμενοι
Πως υπήρξα κάποτες, τι λόγια είπα, τι ύμνους έψαλα.
Και τα θεόρατα κύματα, όπου ξεσπούνε κάθε βράδυ στα
εφτά της Ύδρας ακρογιάλια,
Κι οι άγριοι βράχοι, και το ψηλό βουνό που κατεβάζει τα δρολάπια,
Αέναα, ακούραστα, θε να βροντοφωνούνε τ’ όνομά μου.)