Οι «Ένδοξες Μέρες» της ηθοποιού [«Οι Δούλες» του Ζαν Ζενέ, «Πεθαίνω Σαν Χώρα» του Δημήτρη  Δημητριάδη, «Ψύχωση!» (4.48 Psychosis) της Σάρα Κέιν, «Νύχτα» (Yard Gal) της Rebecca Prichard κ.ά.), πτυχιούχου αστροφυσικής και ιδρυτικού μέλους του +Ινστιτούτου [Πειραματικών Τεχνών], Σίσσυς Δουτσίου είναι ένα εγχειρίδιο συνειδητοποιημένης τεκμηρίωσης και αποδελτίωσης μιας γενιάς. Μιας γενιάς που ακόμα, στα 40 της, προσπαθεί να ξύσει την εμφιαλωμένη λήθη από πάνω της και την απότομη τελικά προσγείωσή της σε μια ανοργασμική πραγματικότητα την ώρα που όλα τόνιζαν εμφατικά την απελευθέρωση του ατόμου. Μόνο που αυτή η απελευθέρωση ήταν πέρα για πέρα περίκλειστη, μια μεγάλη απάτη στην οποία πολλοί έπεσαν μέσα. Κι έτσι έζησαν με τη ψευδαίσθηση και όχι τις αισθήσεις.

`

 

Αυτό σημαίνει ότι οι αληθινά ένδοξες μέρες της παιδικής της ηλικίας συμπίπτουν χρονικά με εκείνα τα  άχαρα και πανηγυρικά χρόνια της δεκαετίας του ’80. Και μετά, όλη αυτή η εφηβεία στα ιλουστρασιόν ύδατα της δεκαετίας του ‘90, στην πλαστή ευημερία εκείνων των χρόνων με τους δέκα τρόπους για να ανακαλύψεις την ιδιωτική ευτυχία, όπως έταζε η κωστοπουλεϊκη νοοτροπία της εποχής. Εξ΄ ου και γράφει το σπαρακτικό «Πόσο κοστίζουν σήμερα τα ευτυχισμένα παιδικά χρόνια;». Κι έπειτα το αστικό περιβάλλον της ενηλικίωσης μέσα στο οποίο οι πιο ανήσυχοι αναζητούσαν συμμάχους και χώρους για να ζήσουν την αγία φθορά όπως τη διάβασαν σε συγγραφείς και βιβλία αλλοτινών εποχών. Την αγωνία τους να ζήσουν με έναν τρόπο που πήγαινε αντίθετα στο ρεύμα σαν τις πέστροφες, χωρίς όμως να έχουν την τύχη ή την ευλογία των αληθινά επικίνδυνων βιωματικών εμπειριών, πιο αγνοί και ανυποψίαστοι από αυτά που έγραψαν μεταγενέστερα. Και δεν υπάρχει τίποτε πιο τραγικό από το να προσπαθείς να οικειοποιηθείς ξένα συναισθήματα, να μπεις στα ρούχα ενός άλλου και να περιγράψεις μια ξένη ζωή σαν τη ζωή σου. Να εφεύρεις δηλαδή ένα προσωπείο δράσης χωρίς να έχεις ανακαλύψει το δικό σου πρόσωπο. Για αυτό και όσοι ποιητές περιγράφουν εμπειρίες στα ποιήματά τους έχοντας ως πρότυπο τα αναγνώσματά τους και όχι το δικό τους αίμα, καταλήγουν περιγραφικοί και εν τέλει γραφικοί.

 

Το ίδιο γραφικοί όμως είναι και όσοι ποιητές επιλέγουν να καταγράψουν τα ιδιωτικά τους γεγονότα λησμονώντας την απαραίτητη γεφύρωση ανάμεσα στο εκφράζομαι και εκφράζω. Αποτέλεσμα αυτού είναι δεκάδες βιβλία προσωπικής αναμνησιολογίας η οποία στο πλαίσιο μιας ατομικής ψυχοθεραπευτικής προσέγγισης είναι αποδεκτή, όταν όμως πρόκειται για ποιητική δημιουργία, ένα έργο τέχνης δηλαδή και όχι τεχνικής, που  όσο και στρατευμένη κι αν είναι υπάγεται σε αισθητικούς κανόνες, τότε κάθε εξομολόγηση πλατσουρίζει στα ρηχά νερά της αφθαρσίας. Η Δουτσίου όμως γράφει: «Κύριε, η ποίηση διαφθείρει την πίστη μου». Έχει δηλαδή την επίγνωση της τέχνης της ως διαβρωτικό υλικό που ερμηνεύει τον κόσμο της, που αναπλάθει τον κόσμο της. Είναι ο φακός της ο οποίος μπορεί να ξεκινά από την εξιστόρηση μιας προσωπικής της ιστορίας ή από οικογενειακές μνήμες, ακολουθεί όμως μιαν επαγωγική διαδικασία μεγεθύνοντας, δηλαδή, σε κάτι που αφορά και τους άλλους.

 

Διαβάζοντας, λοιπόν, το βιβλίο αισθάνθηκα την απελευθέρωση της έκφρασης και την επιστροφή στο πρωταρχικό υλικό δημιουργίας που είναι η αγωνία. Η αγωνία της για τον άνθρωπο της πόλης και όχι την απρόσωπη ανθρωπότητα Έχει μεγάλη διαφορά. Γιατί η ποίησή της φλέγεται για τον πυρήνα της ύπαρξης: «ο άνθρωπος πιστεύει στον Έρωτα και την Τύχη»  γράφει ή κάπου αλλού «αγαπημένε μου μικρέ άνθρωπε με τα κομμένα σου μάτια/ πηδάω τώρα από τον έκτο όροφο/ για να τιμήσω τους φόβους σου» αφήνοντας εκτός όλη αυτή τη μπροσουρίστικη ιδεοληψία περί συλλογικού ασυνειδήτου και μαζικής συνείδησης, αφήνοντας εκτός τις ποιητικές κορώνες για την κοινωνία ως μια μάζα στην οποία οι δημιουργοί εμφανίζονται ως σωτήρες της. Ακόμα και όταν γράφει «Πρέπει να σώσουμε την πόλη / τον έρωτα των ζευγαριών/ πρέπει να σώσουμε την πολυγαμία. / Εδώ κάποτε δούλευε ο πατέρας μου» δεν εκφράζεται ως ο σούπερ ήρωας που μάχεται για το καλό μας, αλλά βρίσκεται μέσα στην κοιλιά του κήτους και αγωνίζεται και η ίδια να απελευθερωθεί. Για αυτό και σε όλη την ποιητική της συλλογή ισορροπεί ανάμεσα στο κοινωνικό και στο ατομικό, δείχνοντας πόσο το ένα συμπληρώνει το άλλο.

 

Ο τρόπος , λοιπόν, που εκφράζεται είναι ο εξοστρακισμένος εν πολλοίς από τη σύγχρονη δημιουργία γήινος τρόπος αποτύπωσης των σκέψεων δίχως τους άψυχους πειραματισμούς της γλώσσας και την ποιητική ασάφεια μιας μεγαλόσχημης αποτύπωσης του τίποτα. Χρησιμοποιεί τη γλώσσα ως μέσο και όχι σκοπό της. Χρησιμοποιεί τον υλικό κόσμο, την εξωτερική πραγματικότητα, τα αντικείμενα,  ως όργανα μετασχηματισμού σε ψυχικές καταστάσεις και συναισθηματικές απεικονίσεις. Χρησιμοποιεί την αυθεντική της γλώσσα, τη γλώσσα που μιλά, που τρώει, που περπατά, που κάνει έρωτα, που κοιμάται για αυτό και γράφει μια σωματοποιημένη ποίηση με σάρκα και οστά. Γράφει ολοκληρωμένες μικρές ιστορίες που πλαισιώνουν τη μεγάλη ιστορία. Και ενώ εκφράζει το φύλο της, τη σεξουαλική της ταυτότητα, ταυτόχρονα δεν γράφει γυναικεία ποίηση, αν υπάρχει αυτός ο όρος. Δεν γράφει δηλαδή εκπροσωπώντας ή διαχωρίζοντας τα έμφυλα όντα. Ούτε υποδύεται έναν ρόλο ως ηθοποιός ούτε ασχολείται με τη φυσική του Σύμπαντος ως αστροφυσικός. Πατρίδα της είναι ο άνθρωπος της πόλης και οι ηλικίες του,  αρχής γενομένης από την παιδική. Κι όλα αυτά χωρίς να υπάγονται στο πλαίσιο μιας μελοδραματικής νοσταλγίας. Το επισημαίνει και η ίδια άλλωστε:

 

προσπαθώ να βρω ένα καφενείο να πιω ένα ελληνικό καφέ με 30 λεπτά

ναι 30 λεπτά διαθέτω

ξέρεις από αυτά τα καφενεία που παλιά πούλαγαν καραμέλες με 2 δραχμές

και τσίχλες με 2 δραχμές

όχι δεν νοσταλγώ ηλίθιε καμία δραχμή, καμία αγγλική λίρα, καμία ουγγιά, καμία λίβρα, καμία μονάδα μέτρησης βάρους ή μάζας

αλλά θέλω αυτά τα καφενεία που ήτανε δίπλα από κάτι μικρά μπακάλικα

μπορούσαν όλοι να πιούνε ένα καφέ ή ένα γλυκό του κουταλιού, μια μαστίχα

ξέρεις από αυτά τα μουσκεμένα απογεύματα στην Αττική

από αυτά τα σταυροδρόμια που αλλάζουν χρώματα συνέχεια

πράσινο, πορτοκαλί, κόκκινο

αυτά τα πορτοκαλί λεωφορεία

κτελ νομός αττικής

στεναχωριέμαι όταν τα βλέπω.

 

Όλα, λοιπόν, όσα γράφει είναι μια προειδοποιητική κραυγή- ανάμνηση για να μη ξεστομίσουμε αυτό το εφιαλτικό: «Είναι το γαμώτο που δεν έζησα» που μας κάρφωσε η ομομήτριά της Κατερίνα Γώγου. Ή όπως το εκφράζει η Δουτσίου:

 

«Τα χρυσάνθεμα πέθαναν / Μπροστά στα στόματα τηλεθεατών / Ακούστηκε ο τελευταίος στεναγμός τους / Ένα λευκό παράπονο».

 

`

Ά δημοσίευση: εφ. «η εποχή», 07/07/19